Το πιο επικίνδυνο σενάριο δεν είναι να ζητήσει επίσημα το Ισραήλ από την Ελλάδα να πολεμήσει την Τουρκία - Είναι να χρησιμοποιηθούν ελληνικές υποδομές, βάσεις, συστήματα επιτήρησης ή πληροφορίες στο πλαίσιο μιας ισραηλινοτουρκικής σύγκρουσης και η Άγκυρα να θεωρήσει την Ελλάδα συμμέτοχο
Η στρατηγική προσέγγιση Ελλάδας και Ισραήλ παρουσιάζεται συστηματικά στην ελληνική δημόσια συζήτηση ως αυτονόητη επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής και της ελληνικής κυβέρνησης παρά την αντίθετη άποψη τόσο του πολιτικού συστήματος όσο και της ελληνικής κοινής γνώμης.
Η συνεργασία στους εξοπλισμούς, στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, στην ενεργειακή ασφάλεια και στις υπηρεσίες πληροφοριών εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας και ως έμμεσο αντίβαρο απέναντι στην Τουρκία.
Η εικόνα αυτή είναι, όμως, εντελώς εσφαλμένη.
Η εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής σχέσης πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία ολόκληρη η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται, η αντιπαράθεση Ισραήλ -Τουρκίας διευρύνεται και η Ουάσιγκτον προσπαθεί να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της δύο περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες – για τα συμφέροντά της - είναι ταυτόχρονα χρήσιμες και ανταγωνιστικές.

Το στρατηγικό προγεφύρωμα του Ισραήλ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί από σχετικά αυτόνομο περιφερειακό δρώντα σε στρατηγικό προγεφύρωμα του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι άμεσος ή αναπόφευκτος.
Σημαίνει, όμως, ότι η Αθήνα συνδέει όλο και περισσότερο την ασφάλειά της με τις επιλογές μιας δύναμης της οποίας οι πολεμικές συγκρούσεις, οι περιφερειακές φιλοδοξίες και οι αντιπαραθέσεις εκτείνονται πολύ πέρα από τα ελληνικά συμφέροντα.
Η αντιπαράθεση Ισραήλ - Τουρκίας (δεν) είναι (ακόμη) υπαρξιακή
Παρά τη σκληρή ρητορική των τελευταίων ετών, ούτε η Τουρκία ούτε το Ισραήλ αποτελούν σήμερα άμεση υπαρξιακή απειλή το ένα για το άλλο.
Οι σχέσεις τους είναι πολύ παλαιότερες και βαθύτερες από όσο υποδηλώνει η δημόσια αντιπαράθεση.
Η Τουρκία αναγνώρισε το Ισραήλ το 1949 και υπήρξε το πρώτο κράτος με μουσουλμανική πλειοψηφία που το έπραξε.
Για δεκαετίες, οι δύο χώρες ανέπτυξαν στενή στρατιωτική, εμπορική και κατασκοπευτική συνεργασία.
Ακόμη και κατά την περίοδο Erdogan, όταν οι διπλωματικές σχέσεις κατέρρεαν επανειλημμένα, οι οικονομικοί και στρατηγικοί δεσμοί αποδείχθηκαν ανθεκτικότεροι από τη ρητορική.
Η Άγκυρα διέκοψε επισήμως το άμεσο εμπόριο με το Ισραήλ τον Μάιο του 2024, όμως η ενεργειακή και περιφερειακή αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίστηκε.
Η σημερινή ισραηλινοτουρκική σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη Γάζα ή την ιδεολογική αντιπαλότητα ανάμεσα στις κυβερνήσεις Netanyahu και Erdogan.
Αφορά κυρίως τη μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Καύκασο και στη Δυτική Ασία.
Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη πολεμική μηχανή, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, γεωγραφικό βάθος, πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και επιρροή στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στη Συρία, στη Λιβύη και στα Βαλκάνια.
Η αξία της για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν μειώνεται - αντιθέτως, αυξάνεται.
Αυτό αποτελεί το βαθύτερο πρόβλημα για το Ισραήλ.
Η ισραηλινή ηγεσία δεν ανησυχεί μόνο για μια πιθανή στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία.
Ανησυχεί ότι η αύξηση της τουρκικής επιρροής θα περιορίσει τη δική της περιφερειακή ελευθερία κινήσεων.
Τον Ιούνιο του 2026, ο Tayyip Erdogan δήλωσε ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία και στον Λίβανο είχαν φτάσει σε σημείο να απειλούν και την ασφάλεια της Τουρκίας.
Συνέδεσε μάλιστα την ισραηλινή δραστηριότητα με την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, προειδοποιώντας για ισχυρή τουρκική απάντηση σε περίπτωση παραβίασης των τουρκικών και τουρκοκυπριακών συμφερόντων.
Η αναφορά αυτή αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η Ελλάδα ως το δυτικό άκρο μιας νέας περιφερειακής διάταξης

Η στρατιωτική και επιχειρησιακή διάσταση της συμμαχίας - Πώς διαμορφώνεται η εξάρτηση από το Ισραήλ
Η σχέση Ελλάδας - Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον στη διπλωματία ή στην ενέργεια. Έχει αποκτήσει σαφή στρατιωτική και επιχειρησιακή διάσταση.
Το αμυντικό πρόγραμμα συνεργασίας για το 2026 περιλαμβάνει 29 δράσεις στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, σμηνών drones και υποβρύχιων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Παράλληλα, Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ αποφάσισαν να αυξήσουν τις κοινές αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συνεργασία περιλαμβάνει θαλάσσια ασφάλεια, εκπαίδευση, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της προστασίας ενεργειακών και στρατηγικών υποδομών.
Η μεγαλύτερη μεταβολή αφορά, ωστόσο, την εξάρτηση της ελληνικής αεράμυνας από ισραηλινά συστήματα.
Τον Ιούλιο του 2026 εγκρίθηκε η αγορά ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας αξίας έως 3,5 δισ. ευρώ, της λεγόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα». Στον πυρήνα του συστήματος βρίσκονται ισραηλινά ραντάρ και πύραυλοι των Rafael και Israel Aerospace Industries.
Η Ελλάδα έχει επίσης προμηθευτεί ισραηλινά συστήματα πυραυλικού πυροβολικού και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια αεροπορικό εκπαιδευτικό κέντρο σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι προμήθειες αυτές μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική αποτροπή.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονη αντιπυραυλική, αντιαεροπορική και αντι-drone προστασία.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιος κατασκευάζει τα όπλα. Είναι το συνολικό πλέγμα εξάρτησης που δημιουργείται: συντήρηση, αναβαθμίσεις, λογισμικό, ανταλλακτικά, τεχνική υποστήριξη, πληροφορίες και επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Όσο βαθύτερα ενσωματώνονται ισραηλινά συστήματα στην ελληνική άμυνα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Αθήνα να διαχωρίσει την αμυντική της πολιτική από τη συνολική στρατηγική του Ισραήλ.
Η συμμαχία δεν διαθέτει αυτόματο μηχανισμό προστασίας της Ελλάδας
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει το Ισραήλ ως έμμεσο αντίβαρο απέναντι στην Τουρκία.
Δεν είναι όμως βέβαιο ότι το Ισραήλ θα έθετε σε κίνδυνο τις δικές του σχέσεις με την Άγκυρα για να υποστηρίξει την Ελλάδα σε μια ελληνοτουρκική κρίση.
Δεν υπάρχει δημοσιοποιημένη ελληνοϊσραηλινή συνθήκη αμοιβαίας άμυνας.
Οι κοινές ασκήσεις, τα εξοπλιστικά συμβόλαια και η ανταλλαγή πληροφοριών δεν ισοδυναμούν με εγγύηση στρατιωτικής συνδρομής.
Το Ισραήλ θα ενεργήσει με βάση τα δικά του συμφέροντα.
Εάν σε μια κρίση θεωρήσει ότι η διατήρηση διαύλων με την Τουρκία είναι σημαντικότερη από την υποστήριξη ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να επιλέξει την ουδετερότητα, τη διαμεσολάβηση ή ακόμη και μια προσωρινή συνεννόηση με την Άγκυρα.
Η ιστορία των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων δείχνει ότι οι περίοδοι έντονης εχθρότητας μπορούν να ακολουθηθούν από αιφνίδια προσέγγιση.
Η ελληνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η σημερινή αντιπαράθεση Ισραήλ - Τουρκίας είναι μόνιμη.
Η Αθήνα κινδυνεύει επομένως να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας αντιτουρκικής τοποθέτησης χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη ισραηλινή εγγύηση για την ώρα της κρίσης.
Η αμερικανική στρατηγική χρειάζεται και την Τουρκία και το Ισραήλ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, δεν επιθυμούν την οριστική ρήξη Τουρκίας–Ισραήλ.
Χρειάζονται το Ισραήλ ως τον βασικότερο στρατιωτικό και πολιτικό τους σύμμαχο στη Μέση Ανατολή, αλλά χρειάζονται και την Τουρκία ως βασικό πυλώνα του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία δεν είναι ένα κράτος που η Ουάσιγκτον μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει με την Ελλάδα - για όσους ξέρουν να μετρούν αντικειμενικά τους συσχετισμούς δυνάμεων.
Το μέγεθος των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, η γεωγραφική θέση, η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, τα σύνορα με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, η παρουσία στον Καύκασο και η αναπτυσσόμενη πολεμική βιομηχανία προσδίδουν στην Άγκυρα ρόλο που η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπαραγάγει.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 2026 επιβεβαίωσε εκ νέου τη σημασία της Τουρκίας για τη νότια και ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η Διακήρυξη της Άγκυρας επικεντρώθηκε στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, στην ενίσχυση της πολεμικής παραγωγής και στη συνέχιση της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Σε περίπτωση έντονης ελληνοτουρκικής κρίσης, η πιθανότερη αμερικανική αντίδραση δεν θα ήταν η άνευ όρων υποστήριξη της Ελλάδας.
Θα ήταν η άμεση προσπάθεια αποκλιμάκωσης, η αποτροπή διάσπασης του ΝΑΤΟ και η διατήρηση της Τουρκίας μέσα στο δυτικό στρατόπεδο.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συγχέει τη στενή αμυντική σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ με αυτόματη γεωπολιτική προστασία.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ένα ανεξέλεγκτο θερμό επεισόδιο
Η συμμαχία Ελλάδας–Ισραήλ δεν πρόκειται από μόνη της να προκαλέσει έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Η Ελλάδα και η Τουρκία εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς πολιτικού διαλόγου, ενώ στη συνάντηση των ηγετών τους τον Φεβρουάριο του 2026 επανέλαβαν την επιθυμία να διαχειριστούν τις διαφορές τους και να ενισχύσουν τις οικονομικές σχέσεις.
Οι θεμελιώδεις διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες και το τουρκικό casus belli, ωστόσο, παρέμειναν άλυτες.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από μια αλληλουχία μικρότερων γεγονότων:
• μια ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση στη Συρία,
• μια κρίση στην κυπριακή ΑΟΖ,
• μια τουρκική παρεμπόδιση ερευνητικού ή ενεργειακού έργου,
• η χρήση ελληνικών εγκαταστάσεων για ισραηλινές επιχειρήσεις,
• η παροχή ελληνικών δεδομένων ή υποδομών σε περίοδο σύγκρουσης,
• ένα αεροπορικό ή ναυτικό επεισόδιο στην Ανατολική Μεσόγειο,
• η ανάπτυξη ισραηλινών στρατιωτικών συστημάτων στην Κύπρο.
Κάθε ένα από αυτά τα επεισόδια μπορεί να θεωρηθεί περιορισμένο.
Σε συνδυασμό, όμως, μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία η Ελλάδα θα αναγκαστεί να επιλέξει πλευρά.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο δεν είναι να ζητήσει επίσημα το Ισραήλ από την Ελλάδα να πολεμήσει την Τουρκία.
Είναι να χρησιμοποιηθούν ελληνικές υποδομές, βάσεις, συστήματα επιτήρησης ή πληροφορίες στο πλαίσιο μιας ισραηλινοτουρκικής σύγκρουσης και η Άγκυρα να θεωρήσει την Ελλάδα συμμέτοχο.
Στον σύγχρονο πόλεμο, η συμμετοχή δεν αρχίζει μόνο με την αποστολή στρατιωτών. Μπορεί να αρχίσει με την παροχή πληροφοριών, την παραχώρηση εναέριου χώρου, τον ανεφοδιασμό, την τεχνική υποστήριξη, τις διευκολύνσεις σε βάσεις ή τη λειτουργία κοινών συστημάτων επιτήρησης.

Η Κύπρος ως πιθανότερο πεδίο κλιμάκωσης
Η Κύπρος αποτελεί τον πιο ευάλωτο κρίκο της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Για την Τουρκία, η Κύπρος δεν αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Συνδέεται με την εθνική ασφάλεια, τη στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, τις θαλάσσιες διεκδικήσεις και τη νομιμοποίηση του τουρκοκυπριακού καθεστώτος.
Η αυξανόμενη ισραηλινή παρουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να ερμηνευτεί από την Άγκυρα όχι ως απλή αμυντική συνεργασία, αλλά ως τμήμα ενός περιφερειακού μηχανισμού περιορισμού της Τουρκίας.
Σε περίπτωση κρίσης στην Κύπρο, η Ελλάδα δύσκολα θα μπορούσε να παραμείνει ουδέτερη.
Η πίεση για στρατιωτική, διπλωματική ή υλική στήριξη προς τη Λευκωσία θα ήταν τεράστια.
Παράλληλα, το Ισραήλ θα επιδίωκε την προστασία των δικών του υποδομών, θαλάσσιων διαδρόμων και στρατηγικών συμφερόντων.
Έτσι, μια σύγκρουση που θα ξεκινούσε ως τουρκοκυπριακή ή ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση θα μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει άμεση ελληνοτουρκική διάσταση.

Από την αποτροπή στη στρατηγική εξάρτηση
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Χρειάζεται σύγχρονη αεράμυνα, drones, πυραυλικά συστήματα, κυβερνοάμυνα και αποτελεσματική επιτήρηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεν προκύπτει, όμως, ότι η ασφάλεια της χώρας απαιτεί την άκριτη πολιτική ταύτιση με το Ισραήλ.
Η προμήθεια ισραηλινών όπλων μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στην Τουρκία. Η μετατροπή όμως της Ελλάδας σε μόνιμο επιχειρησιακό, ενεργειακό και διπλωματικό στήριγμα του Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει νέες απειλές.
Η ισορροπία είναι λεπτή.
Όσο η συνεργασία παραμένει αμυντική, ελέγχεται αποκλειστικά από την ελληνική πλευρά και δεν επιτρέπει τη χρήση ελληνικών υποδομών σε επιθετικές επιχειρήσεις, μπορεί να ενισχύσει την ελληνική ασφάλεια.
Εάν όμως η Ελλάδα ενσωματωθεί σε έναν ευρύτερο ισραηλινό σχεδιασμό περιορισμού της Τουρκίας, του Ιράν ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων, τότε η χώρα θα αναλαμβάνει κινδύνους που δεν αντιστοιχούν στα δικά της εθνικά συμφέροντα.

Η ανάγκη μιας πραγματικά πολυδιάστατης ελληνικής πολιτικής
Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να αποφεύγει την ψευδαίσθηση των «μόνιμων συμμάχων».
Η Ελλάδα χρειάζεται λειτουργικές σχέσεις με το Ισραήλ, αλλά και με την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τον Λίβανο και τις παλαιστινιακές αρχές.
Χρειάζεται επίσης σταθερούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, ανεξάρτητα από το βάθος των μεταξύ τους διαφορών.
Η πλήρης ταύτιση με το Ισραήλ μπορεί να περιορίσει τις ελληνικές σχέσεις με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, να πλήξει την εικόνα της χώρας ως δύναμης διαλόγου και να εκθέσει την Ελλάδα στις συνέπειες ισραηλινών επιλογών επί των οποίων δεν διαθέτει κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Η Αθήνα πρέπει επομένως να καθορίσει σαφείς κόκκινες γραμμές:
Η ελληνική επικράτεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για επιθετικές επιχειρήσεις κατά τρίτων κρατών.
Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις δεν πρέπει να εντάσσονται σε ισραηλινούς περιφερειακούς σχεδιασμούς που δεν συνδέονται άμεσα με την άμυνα της Ελλάδας.
Τα ισραηλινά οπλικά συστήματα πρέπει να βρίσκονται υπό πλήρη ελληνικό επιχειρησιακό και τεχνικό έλεγχο.
Η συνεργασία με το Ισραήλ δεν πρέπει να υποκαθιστά την ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή και τεχνολογική αυτονομία.
Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί ανεξάρτητη θέση στο Παλαιστινιακό και να μην ταυτίζει την ασφάλεια του Ισραήλ με τη στήριξη κάθε πολιτικής της ισραηλινής κυβέρνησης.

Οι γεωπολιτικές μεταβολές στη Μέση Ανατολή τα σενάρια τρόμου
Η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή φέρνει την Τουρκία και το Ισραήλ σε αυξανόμενο ανταγωνισμό.
Η Ελλάδα τοποθετείται όλο και βαθύτερα στην ισραηλινή πλευρά αυτής της αντιπαράθεσης, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο ενισχύει την αποτροπή της απέναντι στην Τουρκία.
Η επιλογή αυτή μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά και διπλωματικά οφέλη. Δεν αποτελεί όμως δωρεάν ασφάλεια.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε προκεχωρημένη βάση ενός περιφερειακού ανταγωνισμού που δεν ελέγχει. Και ενώ το Ισραήλ μπορεί να χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως στρατηγικό βάθος απέναντι στην Τουρκία, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι θα υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις όταν τα δικά του συμφέροντα απαιτήσουν συνεννόηση με την Άγκυρα.
Ο άμεσος κίνδυνος ενός προσχεδιασμένου ελληνοτουρκικού πολέμου παραμένει περιορισμένος.
Ο κίνδυνος, όμως, μιας σταδιακής και ανεξέλεγκτης εμπλοκής αυξάνεται.
Η απειλή δεν βρίσκεται μόνο σε μια επίσημη στρατιωτική συμμαχία. Βρίσκεται στη συσσώρευση εξοπλιστικών εξαρτήσεων, κοινών υποδομών, επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας και πολιτικών δεσμεύσεων που, σε μια στιγμή κρίσης, μπορεί να περιορίσουν δραματικά την ελευθερία επιλογών της Ελλάδας.
Η πραγματική ελληνική αποτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι το Ισραήλ, οι ΗΠΑ ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη θα πολεμήσει για λογαριασμό της χώρας.
Πρέπει να στηρίζεται στην εθνική αμυντική ικανότητα, στη διπλωματική αυτονομία, στη διατήρηση πολλαπλών περιφερειακών σχέσεων και, κυρίως, στην αποφυγή της μετατροπής της Ελλάδας σε εξάρτημα μιας ξένης στρατηγικής - και μάλιστα ενός διαθνών καταδικασμένο γενοκτόνου κράτους.
www.bankingnews.gr
Η συνεργασία στους εξοπλισμούς, στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, στην ενεργειακή ασφάλεια και στις υπηρεσίες πληροφοριών εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας και ως έμμεσο αντίβαρο απέναντι στην Τουρκία.
Η εικόνα αυτή είναι, όμως, εντελώς εσφαλμένη.
Η εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής σχέσης πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία ολόκληρη η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται, η αντιπαράθεση Ισραήλ -Τουρκίας διευρύνεται και η Ουάσιγκτον προσπαθεί να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της δύο περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες – για τα συμφέροντά της - είναι ταυτόχρονα χρήσιμες και ανταγωνιστικές.
Το στρατηγικό προγεφύρωμα του Ισραήλ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί από σχετικά αυτόνομο περιφερειακό δρώντα σε στρατηγικό προγεφύρωμα του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι άμεσος ή αναπόφευκτος.
Σημαίνει, όμως, ότι η Αθήνα συνδέει όλο και περισσότερο την ασφάλειά της με τις επιλογές μιας δύναμης της οποίας οι πολεμικές συγκρούσεις, οι περιφερειακές φιλοδοξίες και οι αντιπαραθέσεις εκτείνονται πολύ πέρα από τα ελληνικά συμφέροντα.
Η αντιπαράθεση Ισραήλ - Τουρκίας (δεν) είναι (ακόμη) υπαρξιακή
Παρά τη σκληρή ρητορική των τελευταίων ετών, ούτε η Τουρκία ούτε το Ισραήλ αποτελούν σήμερα άμεση υπαρξιακή απειλή το ένα για το άλλο.
Οι σχέσεις τους είναι πολύ παλαιότερες και βαθύτερες από όσο υποδηλώνει η δημόσια αντιπαράθεση.
Η Τουρκία αναγνώρισε το Ισραήλ το 1949 και υπήρξε το πρώτο κράτος με μουσουλμανική πλειοψηφία που το έπραξε.
Για δεκαετίες, οι δύο χώρες ανέπτυξαν στενή στρατιωτική, εμπορική και κατασκοπευτική συνεργασία.
Ακόμη και κατά την περίοδο Erdogan, όταν οι διπλωματικές σχέσεις κατέρρεαν επανειλημμένα, οι οικονομικοί και στρατηγικοί δεσμοί αποδείχθηκαν ανθεκτικότεροι από τη ρητορική.
Η Άγκυρα διέκοψε επισήμως το άμεσο εμπόριο με το Ισραήλ τον Μάιο του 2024, όμως η ενεργειακή και περιφερειακή αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίστηκε.
Η σημερινή ισραηλινοτουρκική σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη Γάζα ή την ιδεολογική αντιπαλότητα ανάμεσα στις κυβερνήσεις Netanyahu και Erdogan.
Αφορά κυρίως τη μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο, στον Καύκασο και στη Δυτική Ασία.
Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη πολεμική μηχανή, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, γεωγραφικό βάθος, πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και επιρροή στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στη Συρία, στη Λιβύη και στα Βαλκάνια.
Η αξία της για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν μειώνεται - αντιθέτως, αυξάνεται.
Αυτό αποτελεί το βαθύτερο πρόβλημα για το Ισραήλ.
Η ισραηλινή ηγεσία δεν ανησυχεί μόνο για μια πιθανή στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία.
Ανησυχεί ότι η αύξηση της τουρκικής επιρροής θα περιορίσει τη δική της περιφερειακή ελευθερία κινήσεων.
Τον Ιούνιο του 2026, ο Tayyip Erdogan δήλωσε ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία και στον Λίβανο είχαν φτάσει σε σημείο να απειλούν και την ασφάλεια της Τουρκίας.
Συνέδεσε μάλιστα την ισραηλινή δραστηριότητα με την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, προειδοποιώντας για ισχυρή τουρκική απάντηση σε περίπτωση παραβίασης των τουρκικών και τουρκοκυπριακών συμφερόντων.
Η αναφορά αυτή αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η Ελλάδα ως το δυτικό άκρο μιας νέας περιφερειακής διάταξης
Η στρατιωτική και επιχειρησιακή διάσταση της συμμαχίας - Πώς διαμορφώνεται η εξάρτηση από το Ισραήλ
Η σχέση Ελλάδας - Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον στη διπλωματία ή στην ενέργεια. Έχει αποκτήσει σαφή στρατιωτική και επιχειρησιακή διάσταση.
Το αμυντικό πρόγραμμα συνεργασίας για το 2026 περιλαμβάνει 29 δράσεις στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, σμηνών drones και υποβρύχιων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Παράλληλα, Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ αποφάσισαν να αυξήσουν τις κοινές αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συνεργασία περιλαμβάνει θαλάσσια ασφάλεια, εκπαίδευση, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της προστασίας ενεργειακών και στρατηγικών υποδομών.
Η μεγαλύτερη μεταβολή αφορά, ωστόσο, την εξάρτηση της ελληνικής αεράμυνας από ισραηλινά συστήματα.
Τον Ιούλιο του 2026 εγκρίθηκε η αγορά ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας αξίας έως 3,5 δισ. ευρώ, της λεγόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα». Στον πυρήνα του συστήματος βρίσκονται ισραηλινά ραντάρ και πύραυλοι των Rafael και Israel Aerospace Industries.
Η Ελλάδα έχει επίσης προμηθευτεί ισραηλινά συστήματα πυραυλικού πυροβολικού και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια αεροπορικό εκπαιδευτικό κέντρο σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι προμήθειες αυτές μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική αποτροπή.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονη αντιπυραυλική, αντιαεροπορική και αντι-drone προστασία.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιος κατασκευάζει τα όπλα. Είναι το συνολικό πλέγμα εξάρτησης που δημιουργείται: συντήρηση, αναβαθμίσεις, λογισμικό, ανταλλακτικά, τεχνική υποστήριξη, πληροφορίες και επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Όσο βαθύτερα ενσωματώνονται ισραηλινά συστήματα στην ελληνική άμυνα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Αθήνα να διαχωρίσει την αμυντική της πολιτική από τη συνολική στρατηγική του Ισραήλ.
Η συμμαχία δεν διαθέτει αυτόματο μηχανισμό προστασίας της Ελλάδας
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει το Ισραήλ ως έμμεσο αντίβαρο απέναντι στην Τουρκία.
Δεν είναι όμως βέβαιο ότι το Ισραήλ θα έθετε σε κίνδυνο τις δικές του σχέσεις με την Άγκυρα για να υποστηρίξει την Ελλάδα σε μια ελληνοτουρκική κρίση.
Δεν υπάρχει δημοσιοποιημένη ελληνοϊσραηλινή συνθήκη αμοιβαίας άμυνας.
Οι κοινές ασκήσεις, τα εξοπλιστικά συμβόλαια και η ανταλλαγή πληροφοριών δεν ισοδυναμούν με εγγύηση στρατιωτικής συνδρομής.
Το Ισραήλ θα ενεργήσει με βάση τα δικά του συμφέροντα.
Εάν σε μια κρίση θεωρήσει ότι η διατήρηση διαύλων με την Τουρκία είναι σημαντικότερη από την υποστήριξη ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να επιλέξει την ουδετερότητα, τη διαμεσολάβηση ή ακόμη και μια προσωρινή συνεννόηση με την Άγκυρα.
Η ιστορία των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων δείχνει ότι οι περίοδοι έντονης εχθρότητας μπορούν να ακολουθηθούν από αιφνίδια προσέγγιση.
Η ελληνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η σημερινή αντιπαράθεση Ισραήλ - Τουρκίας είναι μόνιμη.
Η Αθήνα κινδυνεύει επομένως να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας αντιτουρκικής τοποθέτησης χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη ισραηλινή εγγύηση για την ώρα της κρίσης.
Η αμερικανική στρατηγική χρειάζεται και την Τουρκία και το Ισραήλ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, δεν επιθυμούν την οριστική ρήξη Τουρκίας–Ισραήλ.
Χρειάζονται το Ισραήλ ως τον βασικότερο στρατιωτικό και πολιτικό τους σύμμαχο στη Μέση Ανατολή, αλλά χρειάζονται και την Τουρκία ως βασικό πυλώνα του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία δεν είναι ένα κράτος που η Ουάσιγκτον μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει με την Ελλάδα - για όσους ξέρουν να μετρούν αντικειμενικά τους συσχετισμούς δυνάμεων.
Το μέγεθος των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, η γεωγραφική θέση, η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, τα σύνορα με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, η παρουσία στον Καύκασο και η αναπτυσσόμενη πολεμική βιομηχανία προσδίδουν στην Άγκυρα ρόλο που η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπαραγάγει.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 2026 επιβεβαίωσε εκ νέου τη σημασία της Τουρκίας για τη νότια και ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η Διακήρυξη της Άγκυρας επικεντρώθηκε στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, στην ενίσχυση της πολεμικής παραγωγής και στη συνέχιση της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Σε περίπτωση έντονης ελληνοτουρκικής κρίσης, η πιθανότερη αμερικανική αντίδραση δεν θα ήταν η άνευ όρων υποστήριξη της Ελλάδας.
Θα ήταν η άμεση προσπάθεια αποκλιμάκωσης, η αποτροπή διάσπασης του ΝΑΤΟ και η διατήρηση της Τουρκίας μέσα στο δυτικό στρατόπεδο.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συγχέει τη στενή αμυντική σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ με αυτόματη γεωπολιτική προστασία.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ένα ανεξέλεγκτο θερμό επεισόδιο
Η συμμαχία Ελλάδας–Ισραήλ δεν πρόκειται από μόνη της να προκαλέσει έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Η Ελλάδα και η Τουρκία εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς πολιτικού διαλόγου, ενώ στη συνάντηση των ηγετών τους τον Φεβρουάριο του 2026 επανέλαβαν την επιθυμία να διαχειριστούν τις διαφορές τους και να ενισχύσουν τις οικονομικές σχέσεις.
Οι θεμελιώδεις διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες και το τουρκικό casus belli, ωστόσο, παρέμειναν άλυτες.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από μια αλληλουχία μικρότερων γεγονότων:
• μια ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση στη Συρία,
• μια κρίση στην κυπριακή ΑΟΖ,
• μια τουρκική παρεμπόδιση ερευνητικού ή ενεργειακού έργου,
• η χρήση ελληνικών εγκαταστάσεων για ισραηλινές επιχειρήσεις,
• η παροχή ελληνικών δεδομένων ή υποδομών σε περίοδο σύγκρουσης,
• ένα αεροπορικό ή ναυτικό επεισόδιο στην Ανατολική Μεσόγειο,
• η ανάπτυξη ισραηλινών στρατιωτικών συστημάτων στην Κύπρο.
Κάθε ένα από αυτά τα επεισόδια μπορεί να θεωρηθεί περιορισμένο.
Σε συνδυασμό, όμως, μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία η Ελλάδα θα αναγκαστεί να επιλέξει πλευρά.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο δεν είναι να ζητήσει επίσημα το Ισραήλ από την Ελλάδα να πολεμήσει την Τουρκία.
Είναι να χρησιμοποιηθούν ελληνικές υποδομές, βάσεις, συστήματα επιτήρησης ή πληροφορίες στο πλαίσιο μιας ισραηλινοτουρκικής σύγκρουσης και η Άγκυρα να θεωρήσει την Ελλάδα συμμέτοχο.
Στον σύγχρονο πόλεμο, η συμμετοχή δεν αρχίζει μόνο με την αποστολή στρατιωτών. Μπορεί να αρχίσει με την παροχή πληροφοριών, την παραχώρηση εναέριου χώρου, τον ανεφοδιασμό, την τεχνική υποστήριξη, τις διευκολύνσεις σε βάσεις ή τη λειτουργία κοινών συστημάτων επιτήρησης.
Η Κύπρος ως πιθανότερο πεδίο κλιμάκωσης
Η Κύπρος αποτελεί τον πιο ευάλωτο κρίκο της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Για την Τουρκία, η Κύπρος δεν αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Συνδέεται με την εθνική ασφάλεια, τη στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, τις θαλάσσιες διεκδικήσεις και τη νομιμοποίηση του τουρκοκυπριακού καθεστώτος.
Η αυξανόμενη ισραηλινή παρουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να ερμηνευτεί από την Άγκυρα όχι ως απλή αμυντική συνεργασία, αλλά ως τμήμα ενός περιφερειακού μηχανισμού περιορισμού της Τουρκίας.
Σε περίπτωση κρίσης στην Κύπρο, η Ελλάδα δύσκολα θα μπορούσε να παραμείνει ουδέτερη.
Η πίεση για στρατιωτική, διπλωματική ή υλική στήριξη προς τη Λευκωσία θα ήταν τεράστια.
Παράλληλα, το Ισραήλ θα επιδίωκε την προστασία των δικών του υποδομών, θαλάσσιων διαδρόμων και στρατηγικών συμφερόντων.
Έτσι, μια σύγκρουση που θα ξεκινούσε ως τουρκοκυπριακή ή ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση θα μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει άμεση ελληνοτουρκική διάσταση.
Από την αποτροπή στη στρατηγική εξάρτηση
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Χρειάζεται σύγχρονη αεράμυνα, drones, πυραυλικά συστήματα, κυβερνοάμυνα και αποτελεσματική επιτήρηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεν προκύπτει, όμως, ότι η ασφάλεια της χώρας απαιτεί την άκριτη πολιτική ταύτιση με το Ισραήλ.
Η προμήθεια ισραηλινών όπλων μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στην Τουρκία. Η μετατροπή όμως της Ελλάδας σε μόνιμο επιχειρησιακό, ενεργειακό και διπλωματικό στήριγμα του Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει νέες απειλές.
Η ισορροπία είναι λεπτή.
Όσο η συνεργασία παραμένει αμυντική, ελέγχεται αποκλειστικά από την ελληνική πλευρά και δεν επιτρέπει τη χρήση ελληνικών υποδομών σε επιθετικές επιχειρήσεις, μπορεί να ενισχύσει την ελληνική ασφάλεια.
Εάν όμως η Ελλάδα ενσωματωθεί σε έναν ευρύτερο ισραηλινό σχεδιασμό περιορισμού της Τουρκίας, του Ιράν ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων, τότε η χώρα θα αναλαμβάνει κινδύνους που δεν αντιστοιχούν στα δικά της εθνικά συμφέροντα.
Η ανάγκη μιας πραγματικά πολυδιάστατης ελληνικής πολιτικής
Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να αποφεύγει την ψευδαίσθηση των «μόνιμων συμμάχων».
Η Ελλάδα χρειάζεται λειτουργικές σχέσεις με το Ισραήλ, αλλά και με την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τον Λίβανο και τις παλαιστινιακές αρχές.
Χρειάζεται επίσης σταθερούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, ανεξάρτητα από το βάθος των μεταξύ τους διαφορών.
Η πλήρης ταύτιση με το Ισραήλ μπορεί να περιορίσει τις ελληνικές σχέσεις με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, να πλήξει την εικόνα της χώρας ως δύναμης διαλόγου και να εκθέσει την Ελλάδα στις συνέπειες ισραηλινών επιλογών επί των οποίων δεν διαθέτει κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Η Αθήνα πρέπει επομένως να καθορίσει σαφείς κόκκινες γραμμές:
Η ελληνική επικράτεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για επιθετικές επιχειρήσεις κατά τρίτων κρατών.
Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις δεν πρέπει να εντάσσονται σε ισραηλινούς περιφερειακούς σχεδιασμούς που δεν συνδέονται άμεσα με την άμυνα της Ελλάδας.
Τα ισραηλινά οπλικά συστήματα πρέπει να βρίσκονται υπό πλήρη ελληνικό επιχειρησιακό και τεχνικό έλεγχο.
Η συνεργασία με το Ισραήλ δεν πρέπει να υποκαθιστά την ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή και τεχνολογική αυτονομία.
Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί ανεξάρτητη θέση στο Παλαιστινιακό και να μην ταυτίζει την ασφάλεια του Ισραήλ με τη στήριξη κάθε πολιτικής της ισραηλινής κυβέρνησης.
Οι γεωπολιτικές μεταβολές στη Μέση Ανατολή τα σενάρια τρόμου
Η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή φέρνει την Τουρκία και το Ισραήλ σε αυξανόμενο ανταγωνισμό.
Η Ελλάδα τοποθετείται όλο και βαθύτερα στην ισραηλινή πλευρά αυτής της αντιπαράθεσης, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο ενισχύει την αποτροπή της απέναντι στην Τουρκία.
Η επιλογή αυτή μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά και διπλωματικά οφέλη. Δεν αποτελεί όμως δωρεάν ασφάλεια.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε προκεχωρημένη βάση ενός περιφερειακού ανταγωνισμού που δεν ελέγχει. Και ενώ το Ισραήλ μπορεί να χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως στρατηγικό βάθος απέναντι στην Τουρκία, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι θα υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις όταν τα δικά του συμφέροντα απαιτήσουν συνεννόηση με την Άγκυρα.
Ο άμεσος κίνδυνος ενός προσχεδιασμένου ελληνοτουρκικού πολέμου παραμένει περιορισμένος.
Ο κίνδυνος, όμως, μιας σταδιακής και ανεξέλεγκτης εμπλοκής αυξάνεται.
Η απειλή δεν βρίσκεται μόνο σε μια επίσημη στρατιωτική συμμαχία. Βρίσκεται στη συσσώρευση εξοπλιστικών εξαρτήσεων, κοινών υποδομών, επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας και πολιτικών δεσμεύσεων που, σε μια στιγμή κρίσης, μπορεί να περιορίσουν δραματικά την ελευθερία επιλογών της Ελλάδας.
Η πραγματική ελληνική αποτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι το Ισραήλ, οι ΗΠΑ ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη θα πολεμήσει για λογαριασμό της χώρας.
Πρέπει να στηρίζεται στην εθνική αμυντική ικανότητα, στη διπλωματική αυτονομία, στη διατήρηση πολλαπλών περιφερειακών σχέσεων και, κυρίως, στην αποφυγή της μετατροπής της Ελλάδας σε εξάρτημα μιας ξένης στρατηγικής - και μάλιστα ενός διαθνών καταδικασμένο γενοκτόνου κράτους.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών