Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Moody’s: Σε μεταβατική περίοδο οι ελληνικές τράπεζες – Ανθεκτική κερδοφορία και στο βάθος... τα DTCs

Moody’s: Σε μεταβατική περίοδο οι ελληνικές τράπεζες – Ανθεκτική κερδοφορία και στο βάθος... τα DTCs
Η συνολική ποιότητα του κεφαλαίου και των ενσώματων κοινών ιδίων κεφαλαίων των τεσσάρων τραπεζών εξακολουθεί να επηρεάζεται από τον όγκο των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTAs)
Σε μεταβατική περίοδο βρίσκεται μετά από δύο χρόνια ιδιαίτερα υψηλής κερδοφορίας ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Moody’s
Αν και οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και άνετη ρευστότητα, το περιβάλλον των μειούμενων επιτοκίων και η σταδιακή εξομάλυνση των εσόδων αναμένεται να περιορίσουν τη δυναμική των κερδών τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, η δομή των κεφαλαίων εξακολουθεί να επηρεάζεται από το υψηλό ποσοστό αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων, που αντιστοιχούν σε σημαντικό μέρος των συνολικών κεφαλαίων ύψους 25,2 δισ. ευρώ, ενώ περίπου το ήμισυ της τραπεζικής ρευστότητας παραμένει τοποθετημένο σε κρατικά ομόλογα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση επισημαίνει τόσο τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του κλάδου όσο και τις νέες προκλήσεις που διαμορφώνονται για την επόμενη περίοδο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Moody’s, oι τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα, Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Πειραιώς, ανακοίνωσαν ανθεκτικά αποτελέσματα για το σύνολο του 2025, τα οποία στηρίχθηκαν στην ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη και στα σταθερά επαναλαμβανόμενα έσοδα, ενώ τα προβληματικά δάνεια παρέμειναν υπό έλεγχο και η χρηματοδότηση και η ρευστότητα διατηρήθηκαν ισχυρές.
Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) μειώθηκε περίπου στο 2,7% τον Δεκέμβριο του 2025, από 3% τον Δεκέμβριο του 2024 και 4,2% το 2023, πλησιάζοντας τον μέσο όρο των τραπεζών της ΕΕ που είναι περίπου 2,2%.
Η οριακή αυτή βελτίωση οφείλεται κυρίως σε αναδιαρθρώσεις/εξυγίανση δανείων, σε συναλλαγές NPE και στην αύξηση των χορηγήσεων.
Σημαντικό είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να διατηρήσουν σε πολύ καλά επίπεδα την ποιότητα ενεργητικού τους τον Δεκέμβριο του 2025, με περιορισμένη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Το κανονιστικό κεφάλαιο παραμένει ισχυρό, ενώ η ποιότητά του βελτιώνεται

Σύμφωνα με τη Moody’s, οι τέσσερις τράπεζες διατήρησαν τους δείκτες κανονιστικών κεφαλαίων άνετα πάνω από τις ελάχιστες απαιτήσεις, υποστηριζόμενες από την ισχυρή κερδοφορία και τη σταθερή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου.
Ο μέσος δείκτης Common Equity Tier 1 (CET1) ήταν περίπου 16% τον Δεκέμβριο του 2025, ελαφρώς μειωμένος από 16,1% τον Δεκέμβριο του 2024.
Παρά τις ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις, λέει η Moody's, η συνολική ποιότητα του κεφαλαίου και των ενσώματων κοινών ιδίων κεφαλαίων των τεσσάρων τραπεζών εξακολουθεί να επηρεάζεται από τον όγκο των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTAs) που μπορούν να μετατραπούν σε αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs).
Τον Δεκέμβριο του 2025, τα DTCs των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν περίπου σε 10,7 δισ. ευρώ (βλ. Διάγραμμα 2), αντιπροσωπεύοντας περίπου το 42% των συνολικών κεφαλαίων CET1 ύψους 25,2 δισ. ευρώ, μειωμένα από περίπου 69% τον Δεκέμβριο του 2022.
Παρότι τα μέσα αυτά αναγνωρίζονται ως κεφάλαια CET1 από την ΕΚΤ και είναι κοινά στη δομή κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών, η Moody’s θεωρεί χαμηλότερης ποιότητας σε σύγκριση με τα κανονικά κοινά ίδια κεφάλαια.
Στο μέλλον αναμένεται, πάντως, ότι η ποιότητα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών θα βελτιωθεί ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως, μετά την κανονιστική έγκριση το 2025 για επιτάχυνση της απόσβεσης αυτών των DTCs.
Η επιτάχυνση αυτή βασίζεται σε έναν τύπο που συνδέεται με τις διανομές μερισμάτων των τραπεζών και αναμένεται να επισπεύσει την απομάκρυνση των DTCs από τα κεφάλαια CET1 κατά περίπου 6-7 έτη.
Η ταχύτερη σταδιακή κατάργησή τους θα ενισχύσει τη συνολική ποιότητα των ενσώματων βασικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών.

Διατηρήσιμη κερδοφορία, παρά τη μείωση των περιθωρίων

Κατά το 2025, τα συνδυασμένα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών μειώθηκαν κατά 4,7%, μετά από αύξηση 6% το 2024 και έντονη άνοδο 49% το 2023.
Παρά τις πιέσεις στα περιθώρια λόγω χαμηλότερων επιτοκίων, τα NII παρέμειναν σχετικά ανθεκτικά, υποστηριζόμενα από τη δυναμική επέκταση της πιστωτικής δραστηριότητας και την αποτελεσματική χρήση στρατηγικών αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, που βοήθησαν να προστατευθεί εν μέρει το βασικό εισόδημα από διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ενοποιημένο βασικό λειτουργικό εισόδημα των ελληνικών τραπεζών, που περιλαμβάνει τα NII και τα καθαρά έσοδα από προμήθειες, μειώθηκε οριακά κατά 1,2% το 2025.
Η μείωση των NII αντισταθμίστηκε εν μέρει από την ισχυρή δημιουργία εσόδων από προμήθειες, η οποία συνέχισε να στηρίζει τη συνολική κερδοφορία των τραπεζών.
Η ισχυρή χρηματοοικονομική επίδοση των ελληνικών τραπεζών την περίοδο 2024-25 υποστηρίχθηκε από σημαντικά μέτρα συγκράτησης κόστους που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, συμπεριλαμβανομένων κλεισιμάτων καταστημάτων και προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου προσωπικού, καθώς και από χαμηλότερες προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες.
Ο συνδυασμός βελτιωμένων εσόδων και διατηρούμενων αποδοτικοτήτων κόστους οδήγησε σε μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα περίπου 36% τον Δεκέμβριο του 2025 — σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο περίπου 54%.
Τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια (NIM) των ελληνικών τραπεζών παρέμειναν πάνω από τον μέσο όρο περίπου 1,5% των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, παρά τις πιέσεις χρηματοδότησης από αυξημένες εκδόσεις χρέους και μικρή ανατιμολόγηση προς τα κάτω των δανείων πελατών.
Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη προ φόρων των τεσσάρων τραπεζών το 2025 ήταν οριακά χαμηλότερα, περίπου κατά 4%, σε σύγκριση με το 2024.
Αναμένουμε ότι τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια (NIM) των ελληνικών τραπεζών θα σταθεροποιηθούν γενικά κατά την περίοδο 2026-27, καθώς η αρνητική επίδραση από τις μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί από τις ελληνικές τράπεζες.
Παράλληλα, τα βασικά έσοδα είναι πιθανό να συνεχίσουν να στηρίζονται από τη συνεχιζόμενη αύξηση του εταιρικού δανεισμού, στο πλαίσιο ενός ευνοϊκού μακροοικονομικού περιβάλλοντος, καθώς και από την αυξανόμενη ζήτηση για καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια.
Μετά την επιτυχημένη εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) τα τελευταία χρόνια, οι τέσσερις τράπεζες κατέγραψαν μείωση 7% στις χρεώσεις απομείωσης δανείων το 2025.
Η μείωση του κόστους κινδύνου έχει στηρίξει την κερδοφορία τα τελευταία χρόνια, ενώ και οι τέσσερις τράπεζες στοχεύουν στη διατήρηση ισχυρών δεικτών απόδοσης έως το 2026-27.
Η μέση απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) των ελληνικών τραπεζών ανήλθε σε 15,5% το 2025.


Χρηματοδότηση και ρευστότητα παρέμειναν άνετες χάρη στη μεγάλη βάση καταθέσεων

Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διατηρούν ισχυρές θέσεις ρευστότητας, με μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) 202% τον Δεκέμβριο του 2025 — σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο 157% για τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες.
Οι εγχώριες καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν περίπου κατά 4,2% σε ετήσια βάση και παραμένουν η βασική πηγή χρηματοδότησης, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 74% του συνολικού ενεργητικού (βλ. Διάγραμμα 7).
Η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, η οποία στο παρελθόν προερχόταν κυρίως από τις πράξεις TLTRO, έχει σχεδόν πλήρως αποπληρωθεί μέσα στο 2025, με μόνο την Alpha Bank και τη Eurobank να διατηρούν ένα μικρό υπόλοιπο. Η αποπληρωμή αυτής της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ έχει μειώσει το επίπεδο των δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού και έχει ενισχύσει περαιτέρω τα προφίλ δυνητικής ρευστότητας των τραπεζών.
Τα ελληνικά κρατικά χρεόγραφα —κυρίως ομόλογα και έντοκα γραμμάτια— παραμένουν η κύρια πηγή ρευστών στοιχείων ενεργητικού για τις τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ήμισυ των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων.
Οι τοποθετήσεις αυτές ταξινομούνται κυρίως ως «διακρατούμενες έως τη λήξη» (Held-to-Maturity) και αποτιμώνται στο αποσβεσμένο κόστος, ενώ οι αποτελεσματικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου των τραπεζών τις έχουν προστατεύσει από τις μεταβολές των επιτοκίων τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, και οι τέσσερις τράπεζες συνέχισαν να έχουν πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές κατά την περίοδο 2023-25 για την κάλυψη των στόχων τους όσον αφορά την Ελάχιστη Απαίτηση Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL) το 2025 (βλ. Διάγραμμα 8).
Κατά το 2025, συγκέντρωσαν συνολικά περίπου 4 δισ. ευρώ μέσω εκδόσεων senior preferred ομολόγων (υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας), με σταθμισμένο μέσο κουπόνι 3,8% — βελτιωμένο κατά περίπου 80 μονάδες βάσης σε σύγκριση με το σύνολο του 2024.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης