Βλέπουμε την εικόνα ενός αμερικανικού ηγέτη που δεν θέλει πλέον να κουράζεται με μια υπόθεση που δεν του προσφέρει πολιτικές νίκες και μιας Ρωσίας που βλέπει αυτή την κόπωση όχι ως αδυναμία, αλλά ως πιθανή ευκαιρία για την επανατοποθέτηση της στρατηγικής
Προεκλογικά ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump διακήρυττε πως θα έλυνε το ουκρανικό ζήτημα σε μία μέρα.
Έχουν περάσει 13 μήνες από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο και ο Trump έχει αντιληφθεί ότι είναι ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα με εμφανείς τις τεράστιες ευθύνες της Δύσης που δεν θέλησε να αντιληφθεί ποτέ τις εύλογες ανησυχίες της Ρωσίας για τη διαρκή περικύκλωσή της από το ΝΑΤΟ
Τον Φεβρουάριο του 2026, καθώς όλοι οι προβολείς στρέφονται προς τη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχει προγραμματιστεί μια ακόμη τριμερής σύνοδος για το Ουκρανικό (με συμμετοχή Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ), ξεδιπλώνεται μια πολιτική πτυχή που συχνά παραμελείται από τα δυτικά μέσα και τους αναλυτές: η φανερή κόπωση του Donald Trump από την εμπλοκή στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και πώς η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο την αμερικανική στρατηγική αλλά και τις ρωσικές επιλογές στο τραπέζι των συνομιλιών.
Αντικειμενικά, το δείγμα πολιτικής που συνθέτουν οι δηλώσεις, οι διαρροές και τα δημοσιεύματα, δείχνει έναν Αμερικανό πρόεδρο που δεν είναι πλέον πρόθυμος να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο σε μια διαδικασία που έχει ήδη διαρκέσει πολύ, έχει αποτύχει να αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα και —που χειρότερο— δεν του προσφέρει ούτε πολιτικό κέρδος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών το φθινόπωρο 2026.
Αυτή η «κρίση κουρασμένου ηγέτη» δεν είναι απλώς μια ανεπίσημη παρατήρηση.
Αντιθέτως, αποτελεί το βασικό πολιτικό υπόβαθρο για το οποίο προετοιμάζονται οι Ρώσοι διαπραγματευτές και η ίδια η Μόσχα στη διαπραγματευτική διαδικασία της Γενεύης στις 17–18 Φεβρουαρίου.

Τι θα συζητηθεί στην επόμενη σύνοδο για την Ουκρανία
Παρότι αρχικά τα δυτικά μέσα —ιδιαίτερα το Politico— μιλούσαν για πιθανές συναντήσεις είτε στο Abu Dhabi των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είτε στο Μαϊάμι των ΗΠΑ, ο Dmitry Peskov, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, επιβεβαίωσε πως η διάσκεψη θα διεξαχθεί στη Γενεύη, στις 17 και 18 Φεβρουαρίου, με επικεφαλής από ρωσικής πλευράς τον Vladimir Medinsky, σύμβουλο του προέδρου Vladimir Putin — γεγονός που αποτυπώνει μια στρατηγική στόχευση σε ένα ουδέτερο πεδίο με σαφή ρωσική αυτοπεποίθηση και σταθερότητα.
Η ρωσική διπλωματία, όπως έχει επανειλημμένα δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών Sergei Lavrov, δεν θεωρεί τις συνομιλίες «τελικό πόλεμο» αλλά μια διαδικασία που πρέπει να οδηγηθεί με σοβαρότητα, αρχές και συνέχεια — όχι με πολιτικές πιέσεις ή προεκλογική σκοπιμότητα.
Η «πολιτισμένη σιωπή» που επικαλείται ο Lavrov δεν είναι απουσία στρατηγικής, αλλά η γνώριμη ρωσική μέθοδος να αφήνει τη στρατηγική πρωτοβουλία στον εαυτό της παρά στις φωνασκίες των ΜΜΕ.
Αντίθετα, τα αμερικανικά δημοσιεύματα εστιάζουν σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα: στις εσωτερικές αναταράξεις της Ουάσιγκτον, στην «ώθηση διαπραγματεύσεων» από την πλευρά της Ουκρανίας, αλλά και στην ανοιχτή αμφιβολία των ΗΠΑ σχετικά με το αν αξίζει να παραμείνουν δεσμευμένες σε μια διαδικασία που δεν έχει αποφέρει απτά αποτελέσματα.

Κόπωση Trump: Πολιτικό αδιέξοδο ή στρατηγική αλλαγή κατεύθυνσης;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που έχει αποκαλυφθεί όχι μόνο από Politico αλλά και από αναλύσεις αμερικανικών μέσων όπως το The Atlantic— είναι η μερική (ή και πλήρης) απογοήτευση του Trump από τη διαδικασία.
Κατά το τελευταίο διάστημα, οι συνομιλίες για το Ουκρανικό είχαν γίνει μια σταθερή πηγή πολιτικής φθοράς για την αμερικανική προεδρία, ενώ ταυτόχρονα η εμπλοκή των ΗΠΑ δεν οδήγησε σε σταθερή κατάπαυση πυρός, ούτε σε συμφωνία που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει μια νέα πραγματικότητα: ο Trump δείχνει να αντιμετωπίζει τις διαπραγματεύσεις όχι ως ευκαιρία πολιτικής επιτυχίας, αλλά ως μια επιβαρυντική και ενδεχομένως καταστροφική διαδικασία.
Μάλιστα έντονες πληροφορίες φέρουν τον Αμερικανό πρόεδρο να ανακοινώνει την αποχώρησή του από τις διαπραγματεύσεις τις επόμενες εβδομάδες.

Σε προσωπικό επίπεδο, η απογοήτευση αυτή έχει δύο βασικές εκφάνσεις:
1. Εσωτερικός πολιτικός λογισμός: Με τις ενδιάμεσες εκλογές στον ορίζοντα, ο Trump αξιολογεί το πολιτικό κόστος — και τη φθορά — ενός άκαρπου διαλόγου που δεν προσφέρει σαφή αποτελέσματα ούτε ενισχύει την εικόνα του ως ηγέτη που φέρνει ειρήνη.
2. Στρατηγική επανεξέταση του ρόλου των ΗΠΑ στην Ευρώπη: Η εμπλοκή στις ευρωπαϊκές συγκρούσεις και ειδικά σε έναν πόλεμο, όπως αυτός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, που έχει βαθιές ιστορικές, πολιτιστικές και στρατηγικές ρίζες, φαίνεται να δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής υπεροχής και της ικανότητας των ΗΠΑ να επιβάλλουν πολιτικές λύσεις με όρους που υπαγορεύονται από την Ουάσιγκτον.
Ας μη λησμονούμε ότι ο Trump, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του στην πρώτη θητεία του, παρουσίαζε μια στρατηγική εξωτερικής πολιτικής που ήταν σε μεγάλο βαθμό αναθεωρητική απέναντι στην παραδοσιακή αμερικανική δέσμευση σε διαρκείς συγκρούσεις και «ειρηνευτικές διαδικασίες» που αποδεικνύονται άκαρπες και δαπανηρές.

Η ουκρανική προσέγγιση και η πίεση των ΗΠΑ
Παρά τις αμερικανικές διακηρύξεις για στήριξη της Ουκρανίας, πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει στα δυτικά μέσα υποδεικνύουν πως η Ουάσιγκτον έχει ήδη καταστήσει σαφές στο Κίεβο ότι δεν θα παρασχεθούν εγγυήσεις ασφαλείας μέχρι να επιτευχθεί ουσιαστική ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία.
Αυτό από μόνο του είναι μια σημαντική πολιτική στροφή, καθώς μέχρι τώρα οι ΗΠΑ εμφανίζονταν να υποστηρίζουν μια μακροπρόθεσμη αυξημένη στρατιωτική και πολιτική δέσμευση στην Ουκρανία.
Τώρα, όμως, φαίνεται ότι η υποστήριξη αυτή χρησιμοποιείται ως κερκόπορτα πίεσης προς το Κίεβο — όχι ως εγγύηση καταλήψεως ειρήνης.
Ταυτόχρονα, αλλά και ειρωνικά, οι ίδιες αμερικανικές πηγές αναφέρουν ότι ο Trump θέλει να «ξεκαθαρίσει και να λύσει πολλά θέματα πριν υπογραφεί η συμφωνία».
Η φράση αυτή αποκαλύπτει μια διάθεση να αποφευχθούν υπογραφές που θα δεσμεύσουν τις ΗΠΑ για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα αν μια τέτοια δέσμευση δεν συνοδεύεται από θετικά πολιτικά αποτελέσματα για τον ίδιο.
Αντιστρόφως, το Κίεβο, χωρίς άλλες εγγυήσεις ασφαλείας, φαίνεται να βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση να κάνει στρατηγικές παραχωρήσεις — ακόμη και σε θέματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «κόκκινες γραμμές».
Θεωρείται βέβαιο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιρρίψει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το διαπραγματευτικό αδιέξοδο στην ουκρανική αδιαλλαξία.

Η ρωσική στρατηγική: Σθένος και πραγματισμός
Από ρωσικής πλευράς, η θέση παραμένει σταθερή: η σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί χωρίς σοβαρό, ρεαλιστικό διάλογο πάνω στις ουσιαστικές αιτίες που την υποκινούν, μεταξύ των οποίων η αποστρατιωτικοποίηση και οι ρυθμίσεις για τον ρόλο των λαών του Donbass.
Η Ρωσία επιμένει σε μια λύση που θα λαμβάνει υπόψη:
• την ιστορική και πολιτιστική πραγματικότητα στις ανατολικές περιοχές,
• τη ρωσική ανησυχία για στρατιωτική απειλή από το ΝΑΤΟ,
• την ανάγκη για έναν σεβαστό και βιώσιμο μηχανισμό ασφαλείας στην Ευρώπη.
Αντίθετα, η ουκρανική πλευρά έχει δείξει ότι ακόμη και όταν δείχνει διαθεσιμότητα για συμβιβασμούς, η πίεση των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κεφαλών δεν επιτρέπει μια καθαρή στρατηγική προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη πραγματικά τις ρωσικές ανησυχίες.
Η ρωσική διπλωματία αντιλαμβάνεται αυτή την «ουκρανική πίεση» όχι ως αληθινό πλεονέκτημα για το Κίεβο, αλλά ως απόδειξη της δυτικής αδυναμίας να προσαρμόσει μια στρατηγική που να οδηγεί σε πραγματική ειρήνη — κάτι που ενισχύει τη ρωσική θέση ότι η ουσία βρίσκεται στην απευθείας αντιμετώπιση των αιτίων και όχι στη διαρκή επιβολή όρων μέσω τρίτων.

Η κόπωση Trump ως πραγματικός παράγων αποφάσεων
Καθώς η διάσκεψη της Γενεύης πλησιάζει, η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι απλώς εκείνη μιας ακόμη διπλωματικής προσπάθειας.
Είναι η εικόνα ενός αμερικανικού ηγέτη που δεν θέλει πλέον να κουράζεται με μια υπόθεση που δεν του προσφέρει πολιτικές νίκες, και μιας Ρωσίας που βλέπει αυτή την κόπωση όχι ως αδυναμία, αλλά ως πιθανή ευκαιρία για την επανατοποθέτηση της στρατηγικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τριμερείς συνομιλίες δεν είναι μόνο μια διαδικασία επίλυσης κρίσης — είναι το πεδίο όπου διασταυρώνονται:
• οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ,
• οι ρεαλιστικές στρατηγικές προτεραιότητες της Ρωσίας,
• η στρατηγική κόπωση του Trump,
• και η πολιτική αβεβαιότητα της Ουκρανίας.
Αν αυτή η κόπωση του Trump οδηγήσει σε μια αλλαγή στάσης που θα αναγκάσει όλους τους συμμετέχοντες να επανεξετάσουν τις θέσεις τους, τότε η Γενεύη μπορεί όντως να αποτελέσει σημείο καμπής.
Αν όχι, ίσως αποδειχθεί μια ακόμη συνάντηση που θα επιβεβαιώσει την ανάγκη μιας εντελώς νέας προσέγγισης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Σε κάθε περίπτωση, η ρωσική ανάλυση βλέπει πίσω από τους τίτλους την ουσία: ότι η πολιτική κόπωση του Donald Trump — και όχι κάποια υποτιθέμενη αδυναμία της Ρωσίας — είναι αυτή που σήμερα κινεί το πολιτικό παιχνίδι γύρω από το Ουκρανικό.
www.bankingnews.gr
Έχουν περάσει 13 μήνες από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο και ο Trump έχει αντιληφθεί ότι είναι ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα με εμφανείς τις τεράστιες ευθύνες της Δύσης που δεν θέλησε να αντιληφθεί ποτέ τις εύλογες ανησυχίες της Ρωσίας για τη διαρκή περικύκλωσή της από το ΝΑΤΟ
Τον Φεβρουάριο του 2026, καθώς όλοι οι προβολείς στρέφονται προς τη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχει προγραμματιστεί μια ακόμη τριμερής σύνοδος για το Ουκρανικό (με συμμετοχή Ρωσίας, Ουκρανίας και ΗΠΑ), ξεδιπλώνεται μια πολιτική πτυχή που συχνά παραμελείται από τα δυτικά μέσα και τους αναλυτές: η φανερή κόπωση του Donald Trump από την εμπλοκή στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και πώς η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο την αμερικανική στρατηγική αλλά και τις ρωσικές επιλογές στο τραπέζι των συνομιλιών.
Αντικειμενικά, το δείγμα πολιτικής που συνθέτουν οι δηλώσεις, οι διαρροές και τα δημοσιεύματα, δείχνει έναν Αμερικανό πρόεδρο που δεν είναι πλέον πρόθυμος να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο σε μια διαδικασία που έχει ήδη διαρκέσει πολύ, έχει αποτύχει να αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα και —που χειρότερο— δεν του προσφέρει ούτε πολιτικό κέρδος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών το φθινόπωρο 2026.
Αυτή η «κρίση κουρασμένου ηγέτη» δεν είναι απλώς μια ανεπίσημη παρατήρηση.
Αντιθέτως, αποτελεί το βασικό πολιτικό υπόβαθρο για το οποίο προετοιμάζονται οι Ρώσοι διαπραγματευτές και η ίδια η Μόσχα στη διαπραγματευτική διαδικασία της Γενεύης στις 17–18 Φεβρουαρίου.

Τι θα συζητηθεί στην επόμενη σύνοδο για την Ουκρανία
Παρότι αρχικά τα δυτικά μέσα —ιδιαίτερα το Politico— μιλούσαν για πιθανές συναντήσεις είτε στο Abu Dhabi των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είτε στο Μαϊάμι των ΗΠΑ, ο Dmitry Peskov, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, επιβεβαίωσε πως η διάσκεψη θα διεξαχθεί στη Γενεύη, στις 17 και 18 Φεβρουαρίου, με επικεφαλής από ρωσικής πλευράς τον Vladimir Medinsky, σύμβουλο του προέδρου Vladimir Putin — γεγονός που αποτυπώνει μια στρατηγική στόχευση σε ένα ουδέτερο πεδίο με σαφή ρωσική αυτοπεποίθηση και σταθερότητα.
Η ρωσική διπλωματία, όπως έχει επανειλημμένα δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών Sergei Lavrov, δεν θεωρεί τις συνομιλίες «τελικό πόλεμο» αλλά μια διαδικασία που πρέπει να οδηγηθεί με σοβαρότητα, αρχές και συνέχεια — όχι με πολιτικές πιέσεις ή προεκλογική σκοπιμότητα.
Η «πολιτισμένη σιωπή» που επικαλείται ο Lavrov δεν είναι απουσία στρατηγικής, αλλά η γνώριμη ρωσική μέθοδος να αφήνει τη στρατηγική πρωτοβουλία στον εαυτό της παρά στις φωνασκίες των ΜΜΕ.
Αντίθετα, τα αμερικανικά δημοσιεύματα εστιάζουν σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα: στις εσωτερικές αναταράξεις της Ουάσιγκτον, στην «ώθηση διαπραγματεύσεων» από την πλευρά της Ουκρανίας, αλλά και στην ανοιχτή αμφιβολία των ΗΠΑ σχετικά με το αν αξίζει να παραμείνουν δεσμευμένες σε μια διαδικασία που δεν έχει αποφέρει απτά αποτελέσματα.

Κόπωση Trump: Πολιτικό αδιέξοδο ή στρατηγική αλλαγή κατεύθυνσης;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που έχει αποκαλυφθεί όχι μόνο από Politico αλλά και από αναλύσεις αμερικανικών μέσων όπως το The Atlantic— είναι η μερική (ή και πλήρης) απογοήτευση του Trump από τη διαδικασία.
Κατά το τελευταίο διάστημα, οι συνομιλίες για το Ουκρανικό είχαν γίνει μια σταθερή πηγή πολιτικής φθοράς για την αμερικανική προεδρία, ενώ ταυτόχρονα η εμπλοκή των ΗΠΑ δεν οδήγησε σε σταθερή κατάπαυση πυρός, ούτε σε συμφωνία που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει μια νέα πραγματικότητα: ο Trump δείχνει να αντιμετωπίζει τις διαπραγματεύσεις όχι ως ευκαιρία πολιτικής επιτυχίας, αλλά ως μια επιβαρυντική και ενδεχομένως καταστροφική διαδικασία.
Μάλιστα έντονες πληροφορίες φέρουν τον Αμερικανό πρόεδρο να ανακοινώνει την αποχώρησή του από τις διαπραγματεύσεις τις επόμενες εβδομάδες.

Σε προσωπικό επίπεδο, η απογοήτευση αυτή έχει δύο βασικές εκφάνσεις:
1. Εσωτερικός πολιτικός λογισμός: Με τις ενδιάμεσες εκλογές στον ορίζοντα, ο Trump αξιολογεί το πολιτικό κόστος — και τη φθορά — ενός άκαρπου διαλόγου που δεν προσφέρει σαφή αποτελέσματα ούτε ενισχύει την εικόνα του ως ηγέτη που φέρνει ειρήνη.
2. Στρατηγική επανεξέταση του ρόλου των ΗΠΑ στην Ευρώπη: Η εμπλοκή στις ευρωπαϊκές συγκρούσεις και ειδικά σε έναν πόλεμο, όπως αυτός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, που έχει βαθιές ιστορικές, πολιτιστικές και στρατηγικές ρίζες, φαίνεται να δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής υπεροχής και της ικανότητας των ΗΠΑ να επιβάλλουν πολιτικές λύσεις με όρους που υπαγορεύονται από την Ουάσιγκτον.
Ας μη λησμονούμε ότι ο Trump, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του στην πρώτη θητεία του, παρουσίαζε μια στρατηγική εξωτερικής πολιτικής που ήταν σε μεγάλο βαθμό αναθεωρητική απέναντι στην παραδοσιακή αμερικανική δέσμευση σε διαρκείς συγκρούσεις και «ειρηνευτικές διαδικασίες» που αποδεικνύονται άκαρπες και δαπανηρές.

Η ουκρανική προσέγγιση και η πίεση των ΗΠΑ
Παρά τις αμερικανικές διακηρύξεις για στήριξη της Ουκρανίας, πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει στα δυτικά μέσα υποδεικνύουν πως η Ουάσιγκτον έχει ήδη καταστήσει σαφές στο Κίεβο ότι δεν θα παρασχεθούν εγγυήσεις ασφαλείας μέχρι να επιτευχθεί ουσιαστική ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία.
Αυτό από μόνο του είναι μια σημαντική πολιτική στροφή, καθώς μέχρι τώρα οι ΗΠΑ εμφανίζονταν να υποστηρίζουν μια μακροπρόθεσμη αυξημένη στρατιωτική και πολιτική δέσμευση στην Ουκρανία.
Τώρα, όμως, φαίνεται ότι η υποστήριξη αυτή χρησιμοποιείται ως κερκόπορτα πίεσης προς το Κίεβο — όχι ως εγγύηση καταλήψεως ειρήνης.
Ταυτόχρονα, αλλά και ειρωνικά, οι ίδιες αμερικανικές πηγές αναφέρουν ότι ο Trump θέλει να «ξεκαθαρίσει και να λύσει πολλά θέματα πριν υπογραφεί η συμφωνία».
Η φράση αυτή αποκαλύπτει μια διάθεση να αποφευχθούν υπογραφές που θα δεσμεύσουν τις ΗΠΑ για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα αν μια τέτοια δέσμευση δεν συνοδεύεται από θετικά πολιτικά αποτελέσματα για τον ίδιο.
Αντιστρόφως, το Κίεβο, χωρίς άλλες εγγυήσεις ασφαλείας, φαίνεται να βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση να κάνει στρατηγικές παραχωρήσεις — ακόμη και σε θέματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «κόκκινες γραμμές».
Θεωρείται βέβαιο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιρρίψει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το διαπραγματευτικό αδιέξοδο στην ουκρανική αδιαλλαξία.

Η ρωσική στρατηγική: Σθένος και πραγματισμός
Από ρωσικής πλευράς, η θέση παραμένει σταθερή: η σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί χωρίς σοβαρό, ρεαλιστικό διάλογο πάνω στις ουσιαστικές αιτίες που την υποκινούν, μεταξύ των οποίων η αποστρατιωτικοποίηση και οι ρυθμίσεις για τον ρόλο των λαών του Donbass.
Η Ρωσία επιμένει σε μια λύση που θα λαμβάνει υπόψη:
• την ιστορική και πολιτιστική πραγματικότητα στις ανατολικές περιοχές,
• τη ρωσική ανησυχία για στρατιωτική απειλή από το ΝΑΤΟ,
• την ανάγκη για έναν σεβαστό και βιώσιμο μηχανισμό ασφαλείας στην Ευρώπη.
Αντίθετα, η ουκρανική πλευρά έχει δείξει ότι ακόμη και όταν δείχνει διαθεσιμότητα για συμβιβασμούς, η πίεση των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κεφαλών δεν επιτρέπει μια καθαρή στρατηγική προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη πραγματικά τις ρωσικές ανησυχίες.
Η ρωσική διπλωματία αντιλαμβάνεται αυτή την «ουκρανική πίεση» όχι ως αληθινό πλεονέκτημα για το Κίεβο, αλλά ως απόδειξη της δυτικής αδυναμίας να προσαρμόσει μια στρατηγική που να οδηγεί σε πραγματική ειρήνη — κάτι που ενισχύει τη ρωσική θέση ότι η ουσία βρίσκεται στην απευθείας αντιμετώπιση των αιτίων και όχι στη διαρκή επιβολή όρων μέσω τρίτων.

Η κόπωση Trump ως πραγματικός παράγων αποφάσεων
Καθώς η διάσκεψη της Γενεύης πλησιάζει, η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι απλώς εκείνη μιας ακόμη διπλωματικής προσπάθειας.
Είναι η εικόνα ενός αμερικανικού ηγέτη που δεν θέλει πλέον να κουράζεται με μια υπόθεση που δεν του προσφέρει πολιτικές νίκες, και μιας Ρωσίας που βλέπει αυτή την κόπωση όχι ως αδυναμία, αλλά ως πιθανή ευκαιρία για την επανατοποθέτηση της στρατηγικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τριμερείς συνομιλίες δεν είναι μόνο μια διαδικασία επίλυσης κρίσης — είναι το πεδίο όπου διασταυρώνονται:
• οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ,
• οι ρεαλιστικές στρατηγικές προτεραιότητες της Ρωσίας,
• η στρατηγική κόπωση του Trump,
• και η πολιτική αβεβαιότητα της Ουκρανίας.
Αν αυτή η κόπωση του Trump οδηγήσει σε μια αλλαγή στάσης που θα αναγκάσει όλους τους συμμετέχοντες να επανεξετάσουν τις θέσεις τους, τότε η Γενεύη μπορεί όντως να αποτελέσει σημείο καμπής.
Αν όχι, ίσως αποδειχθεί μια ακόμη συνάντηση που θα επιβεβαιώσει την ανάγκη μιας εντελώς νέας προσέγγισης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Σε κάθε περίπτωση, η ρωσική ανάλυση βλέπει πίσω από τους τίτλους την ουσία: ότι η πολιτική κόπωση του Donald Trump — και όχι κάποια υποτιθέμενη αδυναμία της Ρωσίας — είναι αυτή που σήμερα κινεί το πολιτικό παιχνίδι γύρω από το Ουκρανικό.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών