Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν συνεχίζεται, αλλά το αρχικό σχέδιο της Ουάσιγκτον δείχνει να έχει εκτροχιαστεί πλήρως. Μια επιχείρηση που υπολογιζόταν να διαρκέσει μόλις 4–5 ημέρες, μετατράπηκε αρχικά σε εβδομάδες και πλέον απειλεί να εξελιχθεί σε μήνες ή και περισσότερο.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει κλειστό, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονται και η κρίση βαθαίνει χωρίς ορατό τέλος.
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα έγινε σαφές: ο πόλεμος δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε ο Trump. Ο Λευκός Οίκος φέρεται να προσδοκούσε ένα σενάριο γρήγορης κατάρρευσης — κάτι μεταξύ Βενεζουέλας και Ιράκ. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ανθεκτική δύναμη που όχι μόνο άντεξε το αρχικό «σοκ και δέος», αλλά κατάφερε να επιβάλει ρυθμό στη σύγκρουση.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξελίσσεται σε μονόπλευρη επικράτηση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό — είναι στρατηγικό. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να μπήκε στον πόλεμο χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο.
Το Πεντάγωνο δεν εξασφάλισε επαρκή αποθέματα πυρομαχικών για παρατεταμένη σύγκρουση, ενώ ο Λευκός Οίκος αδυνατεί ακόμη και σήμερα να καθορίσει με σαφήνεια τους στόχους της εκστρατείας.
Τη μία ημέρα γίνεται λόγος για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την επόμενη για βαλλιστικούς πυραύλους και την επόμενη για αλλαγή καθεστώτος.
Αυτή η στρατηγική ασάφεια μετατρέπεται σε αδυναμία.
Την ίδια στιγμή, το Ιράν —παρά το τεράστιο κόστος— πέτυχε το βασικό του στόχο: επέζησε του αρχικού πλήγματος και μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πόλεμο φθοράς. Έναν πόλεμο όπου ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος των ΗΠΑ.
Από επίθεση-αστραπή σε παγίδα
Η σύγκρουση πλέον δεν αφορά μόνο το πεδίο μάχης. Επεκτείνεται στην παγκόσμια οικονομία.
Το κλείσιμο του Hormuz κρατά σε ομηρία την αγορά πετρελαίου, ασκώντας ασφυκτική πίεση στην Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν ηττώνται — αλλά δεν κερδίζουν κιόλας. Παρά την αεροπορική υπεροχή και την ικανότητα να πλήττουν στόχους εντός Ιράν, δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν ένα αποφασιστικό στρατηγικό πλήγμα. Αντίθετα, φαίνεται να έχουν φτάσει στα όρια της επιχειρησιακής τους ισχύος στην περιοχή.
Το αδιέξοδο είναι εμφανές: το Στενό του Hormuz δεν μπορεί να ανοίξει χωρίς τεράστιο κόστος, ενώ η απειλή κλιμάκωσης μοιάζει περισσότερο με ρητορική παρά με ρεαλιστική επιλογή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αρχικός στόχος του Trump —η επιβολή μιας πιο «φιλικής» ηγεσίας στην Τεχεράνη— μοιάζει πλέον απίθανος.
Η μόνη εναλλακτική θα ήταν μια δραματική κλιμάκωση, πιθανώς με χερσαία επιχείρηση. Όμως η αμερικανική ηγεσία δεν δείχνει διατεθειμένη να επαναλάβει τα λάθη του Ιράκ και του Αφγανιστάν.
Χωρίς τις ΗΠΑ, το Ισραήλ δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο του σε τέτοια κίνηση.
Έτσι, ο Λευκός Οίκος αναζητά εναγωνίως «πληρεξούσιους». Προσπάθησε να εμπλέξει Κούρδους, φλέρταρε με το Αζερμπαϊτζάν, στράφηκε προς την Τουρκία — χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να αναλάβει το βάρος ενός πολέμου που δεν ξεκίνησε ο ίδιος.
Το σχέδιο 5 ημερών που έγινε εφιάλτης
Στο μεταξύ, η πίεση αυξάνεται.
Οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν βίαια, οι τιμές ανεβαίνουν και το πολιτικό κόστος για τον Trump μεγαλώνει.
Ο χρόνος δεν είναι σύμμαχός του.
Οι επιλογές στενεύουν επικίνδυνα: είτε κλιμάκωση με υψηλό ρίσκο είτε έξοδος με απώλεια κύρους.
Σύμφωνα με πληροφορίες, πολλοί από τους συμβούλους του προκρίνουν το δεύτερο.
Ο ίδιος, ωστόσο, συνεχίζει να κινείται στη γνωστή του τακτική της «στρατηγικής ασάφειας» — στέλνοντας αντιφατικά μηνύματα: από άνευ όρων παράδοση του Ιράν, σε «σχεδόν νίκη» και ξανά πίσω σε πλήρη σύγκρουση.
Η τελική απόφαση αναμένεται σύντομα — και θα εξαρτηθεί από τρεις κρίσιμους παράγοντες.
Πρώτον, από το κατά πόσο το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να απαντά στρατιωτικά σε βάθος χρόνου.
Δεύτερον, από το αν οι ΗΠΑ μπορούν να σταθεροποιήσουν τις τιμές ενέργειας χωρίς να ανοίξουν το Hormuz.
Και τρίτον —και ίσως σημαντικότερο— από τη στάση της Κίνας.
Το Πεκίνο παραμένει μέχρι στιγμής προσεκτικό, αλλά αποτελεί τον μοναδικό παίκτη που μπορεί να αλλάξει δραστικά την ισορροπία. Εάν αποφασίσει να στηρίξει ενεργά την Τεχεράνη, όπως η Δύση στήριξε την Ουκρανία, τότε η θέση των ΗΠΑ θα επιδεινωθεί ραγδαία.
Σε αυτό το σενάριο, ο Trump ίσως επιλέξει την πιο γνώριμη στρατηγική του: να κηρύξει τη νίκη — και να αποχωρήσει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών