Τελευταία Νέα
Διεθνή

Μετά τη Ρωσία, νέα οικονομική αυτοκτονία στην ΕΕ: Επίθεση στην Κίνα ενώ ζούμε από τα προϊόντα της

Μετά τη Ρωσία, νέα οικονομική αυτοκτονία στην ΕΕ: Επίθεση στην Κίνα ενώ ζούμε από τα προϊόντα της
Η παρέμβαση αυτή έρχεται να ενισχύσει το αφήγημα περί «κινεζικού σοκ», ένα αφήγημα που κερδίζει έδαφος σε ευρωπαϊκούς κύκλους, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα…
Ένα νέο κύμα ανησυχίας διαπερνά τα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας, μετά την αποκαλυπτική επιστολή του Βέλγου πρωθυπουργού Bart De Wever προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen.
Με δραματικούς τόνους, ο De Wever προειδοποιεί ότι η Κίνα «καταστρέφει την οικονομία μας», ανοίγοντας τη συζήτηση για μια πιο επιθετική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – σε μια συγκυρία που πολλοί χαρακτηρίζουν ήδη οριακή.
Η παρέμβαση αυτή έρχεται να ενισχύσει το αφήγημα περί «κινεζικού σοκ», ένα αφήγημα που κερδίζει έδαφος σε ευρωπαϊκούς κύκλους, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.
Ωστόσο, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: η Ευρώπη αισθάνεται ότι χάνει έδαφος και αναζητά επειγόντως «ενόχους».
Στην επιστολή του, ο De Wever περιγράφει μια Κίνα που επιταχύνει επιθετικά την εξαγωγική της στρατηγική, με άνοδο 20% σε κρίσιμους τομείς όπως τα χημικά, τα φαρμακευτικά και η πράσινη ενέργεια.
«Έχουμε φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή», προειδοποιεί, δίνοντας τον τόνο μιας επικείμενης σύγκρουσης.
Κι όμως, πίσω από τη ρητορική του φόβου, κρύβεται μια πραγματικότητα που προκαλεί αμηχανία: το 50% του εμπορίου ΕΕ–Κίνας αφορά ενδιάμεσα προϊόντα, που μειώνουν το κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και αυξάνουν την κερδοφορία τους.
Με απλά λόγια, η Ευρώπη συνεχίζει να επωφελείται από την ίδια τη σχέση που καταγγέλλει.
Το παράδειγμα του Βελγίου είναι αποκαλυπτικό. Το λιμάνι της Αμβέρσας λειτουργεί ως βασική πύλη εισόδου κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη, τα οποία στη συνέχεια επανεξάγονται.
Νέες απευθείας γραμμές από την Κίνα φέρνουν φθηνά και ανταγωνιστικά προϊόντα στη Δυτική Ευρώπη, ενισχύοντας –και όχι υπονομεύοντας– την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, ευρωπαϊκοί κολοσσοί όπως η Solvay, η Bekaert, η Barco και η Janssen Pharmaceuticals έχουν επενδύσει βαθιά στην κινεζική αγορά, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.
Την ίδια στιγμή, έργα όπως οι επενδύσεις της Volvo στη Γάνδη, της COSCO στο Zeebrugge και της Cainiao στη Λιέγη δημιουργούν θέσεις εργασίας και ενισχύουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Aλλάζει ρητορική

Και όμως, μέσα σε λίγους μήνες, ο ίδιος ο De Wever φαίνεται να αλλάζει ρητορική.
Από υποστηρικτής της συνεργασίας με την Κίνα, μετατρέπεται σε έναν από τους πιο έντονους επικριτές της.
Η στροφή αυτή, σύμφωνα με αναλυτές, δεν είναι τυχαία: εσωτερικές πιέσεις και πολιτικές ισορροπίες φαίνεται να ωθούν τον Βέλγο πρωθυπουργό σε μια στρατηγική εξωτερικής «σύγκρουσης» για να καλύψει εσωτερικά αδιέξοδα.
Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε έναν πραγματικό εξωτερικό κίνδυνο – ή αν απλώς αρνείται να δει τις δικές της αδυναμίες.
Αδύναμη ανάπτυξη, ενεργειακή κρίση, επενδυτική στασιμότητα, τεχνολογική υστέρηση και εσωτερικές δυσλειτουργίες συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί τη συνοχή της Ένωσης.
Η εύκολη λύση είναι να κατηγορηθεί η Κίνα.
Η δύσκολη αλλά αναγκαία είναι η αυτοκριτική.
Καθώς το 2025 το διμερές εμπόριο Κίνας–Βελγίου άγγιξε τα 40,37 δισ. δολάρια, αυξημένο κατά 3%, γίνεται σαφές ότι οι οικονομικοί δεσμοί όχι μόνο δεν αποδυναμώνονται, αλλά ενισχύονται.
Την ίδια ώρα, τα κινεζικά προϊόντα συνεχίζουν να κατακλύζουν την Ευρώπη μέσω αεροπορικών και θαλάσσιων οδών, ενώ η Αμβέρσα μετατρέπεται σε κομβικό σημείο του παγκόσμιου εμπορίου.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Κίνα «απειλεί» την Ευρώπη.
Είναι αν η ίδια η Ευρώπη μπορεί να αντέξει τις δικές της αντιφάσεις.
Και αν όχι, τότε ίσως η «επιστολή-προειδοποίηση» του De Wever να μην είναι απλώς μια πολιτική παρέμβαση, αλλά προάγγελος μιας βαθύτερης κρίσης που μόλις ξεκινά.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης