Το 61% εκφράζει έντονη αντίθεση, ενώ μόλις το 20% πιστεύει ότι η σύγκρουση αποδίδει.
Σοκ και δέος προκαλούν τα ευρήματα νέας δημοσκόπησης που φέρνει στο φως η Washington Post, σε συνεργασία με τα ABC News και Ipsos: μια Αμερική βαθιά διχασμένη, με την κοινωνική δυσφορία να φτάνει σε οριακό σημείο, τόσο για τον πόλεμο όσο και για τις επιλογές της εξουσίας στο εσωτερικό.
Η οργή των πολιτών κορυφώνεται για τον πόλεμο στο Ιράν.
Το 61% εκφράζει έντονη αντίθεση, ενώ μόλις το 20% πιστεύει ότι η σύγκρουση αποδίδει.
Ακόμη πιο ανησυχητικό: το 40% θεωρεί ήδη τον πόλεμο αποτυχημένο, ενώ ένα ελάχιστο 8% εκτιμά ότι μπορεί να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Οι αριθμοί αυτοί θυμίζουν σκοτεινές εποχές, όπως τον πόλεμο στο Ιράκ το 2006 και το Βιετνάμ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 — περιόδους που σημάδεψαν ανεξίτηλα την αμερικανική κοινωνία.
Η οικονομική πίεση εντείνει το κλίμα ασφυξίας: η τιμή της βενζίνης εκτοξεύεται στα 4,30 δολάρια το γαλόνι, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022, τροφοδοτώντας την αγανάκτηση των πολιτών που βλέπουν το κόστος ζωής να εκτοξεύεται εν μέσω πολεμικών επιλογών.
Ωστόσο, το χάσμα παραμένει βαθύ.
Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, το 79% εξακολουθεί να στηρίζει τον πόλεμο, αποκαλύπτοντας μια κοινωνία δύο ταχυτήτων.
Παρά τον σκεπτικισμό, η καχυποψία απέναντι στο Ιράν παραμένει έντονη, με την κοινή γνώμη να διχάζεται σχεδόν απόλυτα: το 48% επιθυμεί άμεση ειρηνευτική συμφωνία, ακόμη και με κόστος για τις ΗΠΑ, ενώ το 46% ζητά σκληρότερη στάση, ακόμη και αν αυτό σημαίνει νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Η ανακαίνιση του Λευκού Οίκου
Στο εσωτερικό μέτωπο, η υπόθεση της ανακαίνισης του Λευκού Οίκου αποκτά διαστάσεις σκανδάλου.
Παρά τις αρχικές δεσμεύσεις του Trump για χρηματοδότηση μέσω ιδιωτικών δωρεών ύψους 300 εκατ. δολαρίων, το αφήγημα καταρρέει: ομάδα Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών κατέθεσε νομοσχέδιο για 400 εκατ. δολάρια από δημόσια ταμεία, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ένα σοβαρό περιστατικό ασφαλείας στο ξενοδοχείο Hilton, όπου πραγματοποιήθηκε δείπνο του προέδρου με δημοσιογράφους, έριξε λάδι στη φωτιά.
Ο εισβολέας Cole Allen κατάφερε να πλησιάσει επικίνδυνα την ηγεσία, πυροδοτώντας νέα επιχειρήματα υπέρ της κατασκευής ειδικής αίθουσας εντός του Λευκού Οίκου — αυτήν τη φορά στο όνομα της ασφάλειας.
Ο ίδιος ο Trump έσπευσε να εκμεταλλευτεί το γεγονός, με δραματικούς τόνους: υποστήριξε ότι ένα τέτοιο περιστατικό «δεν θα είχε συμβεί ποτέ» αν η «άκρως απόρρητη αίθουσα» είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Στα σχέδια περιλαμβάνονται ακόμη και υπόγειες εγκαταστάσεις εθνικής ασφάλειας, ενισχύοντας το αίσθημα ότι το έργο υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή ανακαίνιση.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πολιτικό, είναι υπαρξιακό: πόσο μπορεί να αντέξει μια κοινωνία που βλέπει τον πόλεμο να αποτυγχάνει, την οικονομία να πιέζει και την εξουσία να επενδύει σε έργα πολυτέλειας εν μέσω κρίσης;
www.bankingnews.gr
Η οργή των πολιτών κορυφώνεται για τον πόλεμο στο Ιράν.
Το 61% εκφράζει έντονη αντίθεση, ενώ μόλις το 20% πιστεύει ότι η σύγκρουση αποδίδει.
Ακόμη πιο ανησυχητικό: το 40% θεωρεί ήδη τον πόλεμο αποτυχημένο, ενώ ένα ελάχιστο 8% εκτιμά ότι μπορεί να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Οι αριθμοί αυτοί θυμίζουν σκοτεινές εποχές, όπως τον πόλεμο στο Ιράκ το 2006 και το Βιετνάμ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 — περιόδους που σημάδεψαν ανεξίτηλα την αμερικανική κοινωνία.
Η οικονομική πίεση εντείνει το κλίμα ασφυξίας: η τιμή της βενζίνης εκτοξεύεται στα 4,30 δολάρια το γαλόνι, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022, τροφοδοτώντας την αγανάκτηση των πολιτών που βλέπουν το κόστος ζωής να εκτοξεύεται εν μέσω πολεμικών επιλογών.
Ωστόσο, το χάσμα παραμένει βαθύ.
Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, το 79% εξακολουθεί να στηρίζει τον πόλεμο, αποκαλύπτοντας μια κοινωνία δύο ταχυτήτων.
Παρά τον σκεπτικισμό, η καχυποψία απέναντι στο Ιράν παραμένει έντονη, με την κοινή γνώμη να διχάζεται σχεδόν απόλυτα: το 48% επιθυμεί άμεση ειρηνευτική συμφωνία, ακόμη και με κόστος για τις ΗΠΑ, ενώ το 46% ζητά σκληρότερη στάση, ακόμη και αν αυτό σημαίνει νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Η ανακαίνιση του Λευκού Οίκου
Στο εσωτερικό μέτωπο, η υπόθεση της ανακαίνισης του Λευκού Οίκου αποκτά διαστάσεις σκανδάλου.
Παρά τις αρχικές δεσμεύσεις του Trump για χρηματοδότηση μέσω ιδιωτικών δωρεών ύψους 300 εκατ. δολαρίων, το αφήγημα καταρρέει: ομάδα Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών κατέθεσε νομοσχέδιο για 400 εκατ. δολάρια από δημόσια ταμεία, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ένα σοβαρό περιστατικό ασφαλείας στο ξενοδοχείο Hilton, όπου πραγματοποιήθηκε δείπνο του προέδρου με δημοσιογράφους, έριξε λάδι στη φωτιά.
Ο εισβολέας Cole Allen κατάφερε να πλησιάσει επικίνδυνα την ηγεσία, πυροδοτώντας νέα επιχειρήματα υπέρ της κατασκευής ειδικής αίθουσας εντός του Λευκού Οίκου — αυτήν τη φορά στο όνομα της ασφάλειας.
Ο ίδιος ο Trump έσπευσε να εκμεταλλευτεί το γεγονός, με δραματικούς τόνους: υποστήριξε ότι ένα τέτοιο περιστατικό «δεν θα είχε συμβεί ποτέ» αν η «άκρως απόρρητη αίθουσα» είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Στα σχέδια περιλαμβάνονται ακόμη και υπόγειες εγκαταστάσεις εθνικής ασφάλειας, ενισχύοντας το αίσθημα ότι το έργο υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή ανακαίνιση.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πολιτικό, είναι υπαρξιακό: πόσο μπορεί να αντέξει μια κοινωνία που βλέπει τον πόλεμο να αποτυγχάνει, την οικονομία να πιέζει και την εξουσία να επενδύει σε έργα πολυτέλειας εν μέσω κρίσης;
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών