Οικονομική υποδούλωση, μίζες από την πολεμική υστερία και το «μεγάλο πλιάτσικο» – Γιατί οι απλοί πολίτες, μαζί και οι Έλληνες, θα πληρώνουν μια ζωή τα «σπασμένα» και τα παλάτια της διαφθοράς.
Τη στιγμή που Έλληνες πληρώνουν και θα πληρώνουν επί μακρόν την κακοδιαχείριση των κυβερνήσεών τους, τους ΟΠΕΚΕΠΕΔΕΣ και, εν γένει, τη διαφθορά, με ένα πρωθυπουργό ανίκανο να επαναφέρει τη χώρα στην κανονικότητα από την οποία έχει εκτραπεί από το 2012 και εξής, αλλά και με έναν άλλον πρώην, ο οποίος υποθήκευσε τη χώρα για 100 χρόνια έχοντας κάνει προηγουμένως το ΟΧΙ… ΝΑΙ, η Ουκρανία, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα χρειαστεί 200 χρόνια για να αποπληρώσει τα χρέη της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, δήλωσε ο πολιτικός επιστήμονας Dmitry Zhuravlev.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Κίεβο ενδέχεται να μη διαθέτει καν τους απαραίτητους πόρους για την εξυπηρέτηση του χρέους, δηλαδή για την πληρωμή των τόκων.
Είναι, όμως, όντως έτσι; Ή μήπως ο αριθμός των 200 ετών είναι αυθαίρετος;
Είναι όντως τόσο τραγική η κατάσταση για την Ουκρανία;
«Στο πλαίσιο της επαγγελματικής δεοντολογίας, προσπαθώ να μην σχολιάζω τα συμπεράσματα άλλων πολιτικών αναλυτών.
Εξάλλου, ένας ειδικός δεν πρέπει να αξιολογεί έναν άλλον ειδικό. Εμείς βασιζόμαστε στα γεγονότα και εργαζόμαστε απευθείας με τις πρωτογενείς πηγές.
Ωστόσο, θεωρώ ότι ο συνάδελφός μου, λέγοντας ότι το Κίεβο θα μπορούσε θεωρητικά να εξοφλήσει τα χρέη του προς την Ευρωπαϊκή Ένωση σε 200 χρόνια, χρησιμοποίησε αυτή τη φράση ως ένα είδος πολιτικής μεταφοράς», αναφέρει ο πολιτικός επιστήμονας και πρόεδρος του Κέντρου Πολιτικής Εκπαίδευσης, Ivan Meziuho.
«Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι η Ουκρανία δεν σκοπεύει να εξοφλήσει τα χρέη της επί της αρχής.
Οι πιστωτές της, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το Κίεβο δεν διαθέτει ούτε τη δύναμη ούτε τα μέσα για να αποπληρώσει τις επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων και την οικονομική βοήθεια που του έχει παραχωρηθεί όλα αυτά τα χρόνια.
Στόχος της Ευρώπης είναι να υποδουλώσει την Ουκρανία, ώστε να μην μπορέσει ποτέ να δραπετεύσει από αυτή την οικονομική "πυραμίδα" στην οποία εγκλωβίστηκε οικειοθελώς».
Εν προκειμένω εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς πόσα χρωστάει τελικά το Κίεβο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για ποιο λόγο; Πού πήγαν αυτά τα χρήματα;
Σύμφωνα με τον Meziuho «Πιστεύω ότι σήμερα κανείς δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του χρέους του Κιέβου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους φορείς του διεθνούς δικαίου.
Ναι, υπάρχουν κάποιες πληροφορίες για τα χρέη από δάνεια της ΕΕ και για τα κεφάλαια που παρέχονται από το ΔΝΤ.
Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι οι εθνικές κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών παρείχαν κατά καιρούς μια υποτιθέμενη "ανιδιοτελή" βοήθεια, ζητώντας ωστόσο πάντα κάτι ως αντάλλαγμα.
Τίποτα από όλα αυτά δεν γίνεται δωρεάν. Υπάρχουν παρασκηνιακές συμφωνίες μεταξύ των Ευρωπαίων και των εκπροσώπων της κλεπτοκρατίας του Κιέβου για το ποιος θα επωφεληθεί και τι θα κερδίσει ως αποτέλεσμα αυτής της στρατιωτικής κρίσης».
Σε ό,τι αφορά την αποπληρωμή του ουκρανικού χρέος, ο Meziuho υποστηρίζει πως «τόσο στο Κίεβο όσο και στις Βρυξέλλες υπάρχουν άνθρωποι που, αν και ρωσόφοβοι, παραμένουν ρεαλιστές.
Και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι η Ουκρανία δεν είναι σε θέση να επιστρέψει τα κεφάλαια που υποτίθεται ότι δανείζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Στην Ουκρανία υπάρχει ακόμη κρατική περιουσία, κρατικές επιχειρήσεις και ορισμένοι τομείς της οικονομίας που τελούν υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους.
Ως εκ τούτου, για αυτούς ακριβώς τους κρατικούς πόρους πρόκειται να ξεσπάσει ένας «πόλεμος» στο άμεσο μέλλον μεταξύ των Ευρωπαίων προστατών της Ουκρανίας.
Από αυτή την άποψη, σίγουρα δεν τους αρέσει η συμφωνία για τους φυσικούς πόρους που έχει συνάψει το Κίεβο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αποδεικνύεται ότι οι Ευρωπαίοι έχουν επενδύσει και συνεχίζουν να επενδύουν τεράστια ποσά στο καθεστώς του Κιέβου, αλλά η συμφωνία για την εκμετάλλευση των πόρων έγινε τελικά με τον Trump.
Δεν αναφέρομαι καν στο πόσο ρεαλιστικές είναι αυτές οι συμφωνίες, αλλά το ίδιο το γεγονός είναι βέβαιο ότι εκνευρίζει τόσο τις Βρυξέλλες όσο και το Λονδίνο».
Τι έχει απομείνει
Όπως αναφέρει ο αναλυτής, παρά τον πόλεμο με τη Ρωσία και το πλιάτσικο το οποίο λαμβάνει χώρα, στην Ουκρανία, πρώτα απ' όλα, υπάρχει φθηνό, πράγματι, εργατικό δυναμικό.
Δεύτερον, σε μικρότερο βαθμό, υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό – αν και αυτό έχει ήδη εγκαταλείψει τη χώρα κατά το πλείστον.
Αυτή η μειοψηφία έχει ήδη βρει δουλειά στο εξωτερικό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία που δεν επιθυμεί να εργαστεί και αγνοεί τις ειδοποιήσεις από τα κέντρα εύρεσης εργασίας.
Τρίτον, υπάρχει άφθονος ορυκτός πλούτος, όπως για παράδειγμα το κεχριμπάρι και τα εναπομείναντα αποθέματα της βιομηχανίας άνθρακα στη Δυτική Ουκρανία. Τέταρτον, είναι τα κέντρα logistics, το εμπορικό λιμάνι της Οδησσού και άλλες υποδομές μεταφορών, οι οποίες μπορούν να πουληθούν «αντί πινακίου φακής» σε ξένους επενδυτές.
Και, φυσικά, μιλάμε για αεροδρόμια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, καθώς και περιφερειακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπως οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί και γενικότερα οι υποδομές στέγασης και ενέργειας.
Θα συνεχίζει να δανείζει;
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δανεισμός εκ μέρους της Δύσης προς την Ουκρανία, αν μη τι άλλο, έχει τα όριά του.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρόθυμη να δανείζει όσο περισσότερο μπορεί, όμως, σε τελική ανάλυση, οι δυνατότητες αυτές δεν είναι ανεξάντλητες.
Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές: η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ακόμη πολλά χρήματα.
Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι, για πολλά χρόνια, οι Ευρωπαίοι εξοικονομούσαν σημαντικό μέρος των δαπανών τους χάρη στους φθηνούς ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, οι οποίοι τροφοδότησαν την οικονομική τους ανάπτυξη, την κοινωνική τους πρόνοια και, θα έλεγα, τη γενικότερη ευημερία τους.
Όμως, όλοι οι πόροι έχουν ένα τέλος.
Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση βαθαίνει, ενώ η ενεργειακή κρίση χτυπά ήδη την πόρτα. Κάποια στιγμή,
η Ευρώπη απλώς θα ξεμείνει από χρήματα. Παρ' όλα αυτά, έχει δομήσει την πολιτική της με τέτοιο τρόπο, που πλέον της είναι εξαιρετικά δύσκολο να απεγκλωβιστεί από το ζήτημα της Ουκρανίας.
«Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, φέτος το δημόσιο χρέος της Ουκρανίας αγγίζει το 110,4% του ΑΕΠ της», επισημαίνει ο δημοσιογράφος από την Κριμαία, Sergey Kulik.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξωτερικούς πιστωτές της. Όπως ανακοίνωσε πρόσφατα το ουκρανικό Υπουργείο Οικονομικών, το καθεστώς του Κιέβου χρωστάει ήδη στις Βρυξέλλες 44 δισεκατομμύρια δολάρια, με το χρέος να έχει αυξηθεί κατά 34% μόνο μέσα στον τελευταίο χρόνο.
Παράλληλα, υπάρχει και η Παγκόσμια Τράπεζα, προς την οποία το χρέος ανερχόταν σε 22,6 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τον Ιανουάριο (καταγράφοντας αύξηση 65% το 2024).
Συνολικά, σύμφωνα πάντα με το υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας, στις αρχές του 2025 το συνολικό και εγγυημένο από το κράτος χρέος της χώρας έφτασε τα 135,7 δισεκατομμύρια δολάρια.
Και αυτά είναι επίσημα στοιχεία της ίδιας της ουκρανικής πλευράς, όχι «προπαγάνδα του Κρεμλίνου».
Θα πληρώσει η Ουκρανία;
Όλοι γνωρίζουμε πώς πλούτισε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, από την αγορά των εμβολίων.
Ναι, λέει ο Kulik, τότε κατάφερε να τη γλιτώσει, παρόλο που πολλά δυτικά μέσα ενημέρωσης κυριολεκτικά κραύγαζαν για το συγκεκριμένο σκάνδαλο.
Τώρα, έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στην πολεμική υστερία.
Κι αυτό γιατί οι μίζες που μπορεί να αποκομίσει κανείς από τις στρατιωτικές παραγγελίες είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες των εμβολίων.
Για να μην αναφέρουμε το πώς, σε συνεργασία με τους εταίρους τους στο Κίεβο, «κατακρεούργησαν» ακόμη ένα ευρωπαϊκό δάνειο. Επομένως, στο ερώτημα «αν η Ευρώπη καταλαβαίνει ότι η Ουκρανία δεν θα αποπληρώσει το χρέος», πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο εξής: τι εννοούμε με τη λέξη "Ευρώπη";
Η Kaya Kallas, η Ursula και οι όμοιοί τους, αργά ή γρήγορα θα εγκαταλείψουν τα αξιώματά τους για να καταλάβουν εξασφαλισμένες και προσοδοφόρες θέσεις σε μεγάλες εταιρείες.
Οι απλοί Ευρωπαίοι πολίτες, όμως, δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ πίσω τα χρήματα που δανείστηκε το καθεστώς του Κιέβου.
Αυτή η πραγματικότητα, πάντως, αρχίζει να γίνεται αντιληπτή ακόμη και από τον νέο πρωθυπουργό της Ουκρανίας, στον οποίο το περιβάλλον του απατεώνα Zelensky είχε εναποθέσει μεγάλες ελπίδες.
Κι όμως, η οικονομία εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική.
Θυμάστε πώς, πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλλαν το ένα πρόστιμο μετά το άλλο στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία;
Αν θυμάμαι καλά, οι κατηγορίες αφορούσαν την υπερβολική εκπομπή ρύπων και τη μη συμμόρφωση με τα αμερικανικά πρότυπα.
Αυτό συνέβη λίγα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009. Παρεμπιπτόντως, αυτή η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα.
Και γνωρίζουμε καλά από την ιστορία ότι η συνέπεια των μεγάλων παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων είναι οι παγκόσμιοι πόλεμοι.
Είναι προφανές ότι με αυτόν τον τρόπο εξοβελίστηκαν οι ανταγωνιστές. Από τότε, όμως, η γερμανική βιομηχανία άρχισε να αναζητά άλλες διεξόδους.
Τον Μάρτιο του περασμένου έτους, ο επικεφαλής της εταιρείας Rheinmetall, Armin Paperger, δήλωσε ότι τα εργοστάσια της Volkswagen θα στραφούν στην παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού.
Και ως γνωστόν, η κατασκευή αρμάτων μάχης, μαχητικών αεροσκαφών, πυραύλων και drones αποτελεί μια εγγυημένη κρατική παραγγελία.
Ως εκ τούτου, οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών έχουν έρθει σε πλήρη συμφωνία με τους μεγιστάνες του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος – άλλοι στοχεύοντας σε «μίζες» και άλλοι προσδοκώντας υπερκέρδη. Όλα, όπως πάντα, είναι εξαιρετικά απλά.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Κίεβο ενδέχεται να μη διαθέτει καν τους απαραίτητους πόρους για την εξυπηρέτηση του χρέους, δηλαδή για την πληρωμή των τόκων.
Είναι, όμως, όντως έτσι; Ή μήπως ο αριθμός των 200 ετών είναι αυθαίρετος;
Είναι όντως τόσο τραγική η κατάσταση για την Ουκρανία;
«Στο πλαίσιο της επαγγελματικής δεοντολογίας, προσπαθώ να μην σχολιάζω τα συμπεράσματα άλλων πολιτικών αναλυτών.
Εξάλλου, ένας ειδικός δεν πρέπει να αξιολογεί έναν άλλον ειδικό. Εμείς βασιζόμαστε στα γεγονότα και εργαζόμαστε απευθείας με τις πρωτογενείς πηγές.
Ωστόσο, θεωρώ ότι ο συνάδελφός μου, λέγοντας ότι το Κίεβο θα μπορούσε θεωρητικά να εξοφλήσει τα χρέη του προς την Ευρωπαϊκή Ένωση σε 200 χρόνια, χρησιμοποίησε αυτή τη φράση ως ένα είδος πολιτικής μεταφοράς», αναφέρει ο πολιτικός επιστήμονας και πρόεδρος του Κέντρου Πολιτικής Εκπαίδευσης, Ivan Meziuho.
«Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι η Ουκρανία δεν σκοπεύει να εξοφλήσει τα χρέη της επί της αρχής.
Οι πιστωτές της, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το Κίεβο δεν διαθέτει ούτε τη δύναμη ούτε τα μέσα για να αποπληρώσει τις επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων και την οικονομική βοήθεια που του έχει παραχωρηθεί όλα αυτά τα χρόνια.
Στόχος της Ευρώπης είναι να υποδουλώσει την Ουκρανία, ώστε να μην μπορέσει ποτέ να δραπετεύσει από αυτή την οικονομική "πυραμίδα" στην οποία εγκλωβίστηκε οικειοθελώς».
Εν προκειμένω εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς πόσα χρωστάει τελικά το Κίεβο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για ποιο λόγο; Πού πήγαν αυτά τα χρήματα;
Σύμφωνα με τον Meziuho «Πιστεύω ότι σήμερα κανείς δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του χρέους του Κιέβου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους φορείς του διεθνούς δικαίου.
Ναι, υπάρχουν κάποιες πληροφορίες για τα χρέη από δάνεια της ΕΕ και για τα κεφάλαια που παρέχονται από το ΔΝΤ.
Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι οι εθνικές κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών παρείχαν κατά καιρούς μια υποτιθέμενη "ανιδιοτελή" βοήθεια, ζητώντας ωστόσο πάντα κάτι ως αντάλλαγμα.
Τίποτα από όλα αυτά δεν γίνεται δωρεάν. Υπάρχουν παρασκηνιακές συμφωνίες μεταξύ των Ευρωπαίων και των εκπροσώπων της κλεπτοκρατίας του Κιέβου για το ποιος θα επωφεληθεί και τι θα κερδίσει ως αποτέλεσμα αυτής της στρατιωτικής κρίσης».
Σε ό,τι αφορά την αποπληρωμή του ουκρανικού χρέος, ο Meziuho υποστηρίζει πως «τόσο στο Κίεβο όσο και στις Βρυξέλλες υπάρχουν άνθρωποι που, αν και ρωσόφοβοι, παραμένουν ρεαλιστές.
Και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι η Ουκρανία δεν είναι σε θέση να επιστρέψει τα κεφάλαια που υποτίθεται ότι δανείζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Στην Ουκρανία υπάρχει ακόμη κρατική περιουσία, κρατικές επιχειρήσεις και ορισμένοι τομείς της οικονομίας που τελούν υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους.
Ως εκ τούτου, για αυτούς ακριβώς τους κρατικούς πόρους πρόκειται να ξεσπάσει ένας «πόλεμος» στο άμεσο μέλλον μεταξύ των Ευρωπαίων προστατών της Ουκρανίας.
Από αυτή την άποψη, σίγουρα δεν τους αρέσει η συμφωνία για τους φυσικούς πόρους που έχει συνάψει το Κίεβο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αποδεικνύεται ότι οι Ευρωπαίοι έχουν επενδύσει και συνεχίζουν να επενδύουν τεράστια ποσά στο καθεστώς του Κιέβου, αλλά η συμφωνία για την εκμετάλλευση των πόρων έγινε τελικά με τον Trump.
Δεν αναφέρομαι καν στο πόσο ρεαλιστικές είναι αυτές οι συμφωνίες, αλλά το ίδιο το γεγονός είναι βέβαιο ότι εκνευρίζει τόσο τις Βρυξέλλες όσο και το Λονδίνο».
Τι έχει απομείνει
Όπως αναφέρει ο αναλυτής, παρά τον πόλεμο με τη Ρωσία και το πλιάτσικο το οποίο λαμβάνει χώρα, στην Ουκρανία, πρώτα απ' όλα, υπάρχει φθηνό, πράγματι, εργατικό δυναμικό.
Δεύτερον, σε μικρότερο βαθμό, υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό – αν και αυτό έχει ήδη εγκαταλείψει τη χώρα κατά το πλείστον.
Αυτή η μειοψηφία έχει ήδη βρει δουλειά στο εξωτερικό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία που δεν επιθυμεί να εργαστεί και αγνοεί τις ειδοποιήσεις από τα κέντρα εύρεσης εργασίας.
Τρίτον, υπάρχει άφθονος ορυκτός πλούτος, όπως για παράδειγμα το κεχριμπάρι και τα εναπομείναντα αποθέματα της βιομηχανίας άνθρακα στη Δυτική Ουκρανία. Τέταρτον, είναι τα κέντρα logistics, το εμπορικό λιμάνι της Οδησσού και άλλες υποδομές μεταφορών, οι οποίες μπορούν να πουληθούν «αντί πινακίου φακής» σε ξένους επενδυτές.
Και, φυσικά, μιλάμε για αεροδρόμια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, καθώς και περιφερειακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπως οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί και γενικότερα οι υποδομές στέγασης και ενέργειας.
Θα συνεχίζει να δανείζει;
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δανεισμός εκ μέρους της Δύσης προς την Ουκρανία, αν μη τι άλλο, έχει τα όριά του.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρόθυμη να δανείζει όσο περισσότερο μπορεί, όμως, σε τελική ανάλυση, οι δυνατότητες αυτές δεν είναι ανεξάντλητες.
Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές: η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ακόμη πολλά χρήματα.
Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι, για πολλά χρόνια, οι Ευρωπαίοι εξοικονομούσαν σημαντικό μέρος των δαπανών τους χάρη στους φθηνούς ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, οι οποίοι τροφοδότησαν την οικονομική τους ανάπτυξη, την κοινωνική τους πρόνοια και, θα έλεγα, τη γενικότερη ευημερία τους.
Όμως, όλοι οι πόροι έχουν ένα τέλος.
Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση βαθαίνει, ενώ η ενεργειακή κρίση χτυπά ήδη την πόρτα. Κάποια στιγμή,
η Ευρώπη απλώς θα ξεμείνει από χρήματα. Παρ' όλα αυτά, έχει δομήσει την πολιτική της με τέτοιο τρόπο, που πλέον της είναι εξαιρετικά δύσκολο να απεγκλωβιστεί από το ζήτημα της Ουκρανίας.
«Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, φέτος το δημόσιο χρέος της Ουκρανίας αγγίζει το 110,4% του ΑΕΠ της», επισημαίνει ο δημοσιογράφος από την Κριμαία, Sergey Kulik.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξωτερικούς πιστωτές της. Όπως ανακοίνωσε πρόσφατα το ουκρανικό Υπουργείο Οικονομικών, το καθεστώς του Κιέβου χρωστάει ήδη στις Βρυξέλλες 44 δισεκατομμύρια δολάρια, με το χρέος να έχει αυξηθεί κατά 34% μόνο μέσα στον τελευταίο χρόνο.
Παράλληλα, υπάρχει και η Παγκόσμια Τράπεζα, προς την οποία το χρέος ανερχόταν σε 22,6 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τον Ιανουάριο (καταγράφοντας αύξηση 65% το 2024).
Συνολικά, σύμφωνα πάντα με το υπουργείο Οικονομικών της Ουκρανίας, στις αρχές του 2025 το συνολικό και εγγυημένο από το κράτος χρέος της χώρας έφτασε τα 135,7 δισεκατομμύρια δολάρια.
Και αυτά είναι επίσημα στοιχεία της ίδιας της ουκρανικής πλευράς, όχι «προπαγάνδα του Κρεμλίνου».
Θα πληρώσει η Ουκρανία;
Όλοι γνωρίζουμε πώς πλούτισε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, από την αγορά των εμβολίων.
Ναι, λέει ο Kulik, τότε κατάφερε να τη γλιτώσει, παρόλο που πολλά δυτικά μέσα ενημέρωσης κυριολεκτικά κραύγαζαν για το συγκεκριμένο σκάνδαλο.
Τώρα, έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στην πολεμική υστερία.
Κι αυτό γιατί οι μίζες που μπορεί να αποκομίσει κανείς από τις στρατιωτικές παραγγελίες είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες των εμβολίων.
Για να μην αναφέρουμε το πώς, σε συνεργασία με τους εταίρους τους στο Κίεβο, «κατακρεούργησαν» ακόμη ένα ευρωπαϊκό δάνειο. Επομένως, στο ερώτημα «αν η Ευρώπη καταλαβαίνει ότι η Ουκρανία δεν θα αποπληρώσει το χρέος», πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο εξής: τι εννοούμε με τη λέξη "Ευρώπη";
Η Kaya Kallas, η Ursula και οι όμοιοί τους, αργά ή γρήγορα θα εγκαταλείψουν τα αξιώματά τους για να καταλάβουν εξασφαλισμένες και προσοδοφόρες θέσεις σε μεγάλες εταιρείες.
Οι απλοί Ευρωπαίοι πολίτες, όμως, δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ πίσω τα χρήματα που δανείστηκε το καθεστώς του Κιέβου.
Αυτή η πραγματικότητα, πάντως, αρχίζει να γίνεται αντιληπτή ακόμη και από τον νέο πρωθυπουργό της Ουκρανίας, στον οποίο το περιβάλλον του απατεώνα Zelensky είχε εναποθέσει μεγάλες ελπίδες.
Κι όμως, η οικονομία εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική.
Θυμάστε πώς, πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλλαν το ένα πρόστιμο μετά το άλλο στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία;
Αν θυμάμαι καλά, οι κατηγορίες αφορούσαν την υπερβολική εκπομπή ρύπων και τη μη συμμόρφωση με τα αμερικανικά πρότυπα.
Αυτό συνέβη λίγα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009. Παρεμπιπτόντως, αυτή η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα.
Και γνωρίζουμε καλά από την ιστορία ότι η συνέπεια των μεγάλων παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων είναι οι παγκόσμιοι πόλεμοι.
Είναι προφανές ότι με αυτόν τον τρόπο εξοβελίστηκαν οι ανταγωνιστές. Από τότε, όμως, η γερμανική βιομηχανία άρχισε να αναζητά άλλες διεξόδους.
Τον Μάρτιο του περασμένου έτους, ο επικεφαλής της εταιρείας Rheinmetall, Armin Paperger, δήλωσε ότι τα εργοστάσια της Volkswagen θα στραφούν στην παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού.
Και ως γνωστόν, η κατασκευή αρμάτων μάχης, μαχητικών αεροσκαφών, πυραύλων και drones αποτελεί μια εγγυημένη κρατική παραγγελία.
Ως εκ τούτου, οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών έχουν έρθει σε πλήρη συμφωνία με τους μεγιστάνες του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος – άλλοι στοχεύοντας σε «μίζες» και άλλοι προσδοκώντας υπερκέρδη. Όλα, όπως πάντα, είναι εξαιρετικά απλά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών