Τελευταία Νέα
Διεθνή

«Δεν έχουμε με τι να πολεμήσουμε» - Σε σοκ η Ευρώπη: Ψάχνει στρατό, τέλος η «ομπρέλα» των ΗΠΑ, στον αέρα εξοπλιστικά 200 δισ

«Δεν έχουμε με τι να πολεμήσουμε» - Σε σοκ η Ευρώπη: Ψάχνει στρατό, τέλος η «ομπρέλα» των ΗΠΑ, στον αέρα εξοπλιστικά 200 δισ
H αμυντική ικανότητα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί όχι τόσο από την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών όσο από την ετοιμότητα των ευρωπαϊκών στρατών να ενεργούν ως ενιαία δύναμη.
(upd3) Η Ευρώπη προετοιμάζεται για ένα σενάριο που απειλεί να ανατρέψει τα θεμέλια της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας της: μια σταδιακή αμερικανική αποχώρηση από τον ρόλο του εγγυητή της ευρωπαϊκής άμυνας.
Νέα μελέτη του European Union Institute for Security Studies (EUISS) καλεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να πάψουν να θεωρούν δεδομένη την αμερικανική στρατιωτική «ομπρέλα» και να προχωρήσουν σε βαθύτερη στρατιωτική ενοποίηση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή με ίδιες δυνάμεις.
Ωστόσο, πίσω από τις φιλόδοξες εξαγγελίες για στρατηγική αυτονομία, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή: η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία δυσκολεύεται να υλοποιήσει ακόμη και τα πλέον εμβληματικά εξοπλιστικά της προγράμματα, ενώ τα σχέδια για το νέο άρμα μάχης MGCS και το μαχητικό έκτης γενιάς FCAS κινδυνεύουν να μετατραπούν σε σύμβολα των αδυναμιών, των ανταγωνισμών και της τεχνολογικής υστέρησης της Ευρώπης.
Την ώρα που οι Βρυξέλλες μιλούν για στρατιωτική ανεξαρτησία, η Ευρώπη εξακολουθεί να αναζητά τα μέσα για να την καταστήσει πραγματικότητα.

H μελέτη

Η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για ένα ενδεχόμενο κατά το οποίο οι ΗΠΑ θα πάψουν να διαδραματίζουν τον σημερινό καθοριστικό ρόλο στην εξασφάλιση της συλλογικής άμυνας μέσω του ΝΑΤΟ, αναφέρεται στη μελέτη με τίτλο «Η άμυνα της Ευρώπης και η αποτροπή της Ρωσίας: πόροι, ετοιμότητα και αποφασιστικότητα», η οποία δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του European Union Institute for Security Studies (EUISS).
«Ο τελικός στόχος θα πρέπει να είναι μια συμμαχία στην οποία οι Ευρωπαίοι θα αποτελούν τη βάση του συστήματος, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα λειτουργούν πλέον ως το αναντικατάστατο κράτος-πυλώνας», αναφέρεται στο έγγραφο.
1_1282.jpg
Ενιαία δύναμη

Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν ότι η αμυντική ικανότητα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί όχι τόσο από την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, παρά τις αδιάκοπες εκκλήσεις για ενίσχυση της αμυντικής χρηματοδότησης από τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Mark Rutte και τον Επίτροπο Άμυνας της ΕΕ Andrius Kubilius, όσο από την ετοιμότητα των ευρωπαϊκών στρατών να ενεργούν ως ενιαία δύναμη.
«Η ικανότητα αποτροπής της Ευρώπης δεν θα αξιολογείται με βάση το πόσα δαπανά για την άμυνα, αλλά με βάση το κατά πόσο οι ένοπλες δυνάμεις της μπορούν πραγματικά να ενεργούν από κοινού σε συνθήκες κρίσης», αναφέρεται στην έκθεση.
Οι ειδικοί του EUISS θεωρούν ότι ο υφιστάμενος συντονισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών δεν επαρκεί πλέον.
«Ο σταδιακός συντονισμός δεν είναι πλέον αρκετός», σημειώνουν οι συντάκτες, καλώντας σε μετάβαση από «παράλληλα υφιστάμενους εθνικούς στρατούς» σε «πραγματικά ολοκληρωμένα επιχειρησιακά συστήματα».

Η πρόταση

Στο έγγραφο προτείνεται ουσιαστικά η περαιτέρω εμβάθυνση της στρατιωτικής ολοκλήρωσης των ευρωπαϊκών κρατών, συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης οπλικών συστημάτων, της εφοδιαστικής υποστήριξης, των συστημάτων διοίκησης και επιμέρους στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Οι συντάκτες τάσσονται επίσης υπέρ της δημιουργίας πιο ανθεκτικών ευρωπαϊκών μηχανισμών διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι θα μπορούν να λειτουργούν με σημαντικά μειωμένη υποστήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
777_5.jpg
Τι λένε για Ρωσία

Στη μελέτη, η αναγκαιότητα αυτών των μέτρων αποδίδεται στο γεγονός ότι η Ρωσία έχει ήδη καταφέρει να προσαρμόσει τις ένοπλες δυνάμεις της στις σύγχρονες συνθήκες, να αυξήσει την αμυντική της παραγωγή και να αναπτύξει νέες μεθόδους διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η κύρια έμφαση του εγγράφου δεν δίνεται στο ρωσικό στρατιωτικό δυναμικό, αλλά στα προβλήματα της ίδιας της Ευρώπης, η οποία, σύμφωνα με την εκτίμηση των συντακτών, παραμένει υπερβολικά εξαρτημένη από την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη.

Πιο ευρωπαϊκό... ΝΑΤΟ

Ως ένα από τα πλέον ρεαλιστικά σενάρια, οι ερευνητές αναφέρουν τη σταδιακή διαμόρφωση ενός «πιο εξευρωπαϊσμένου ΝΑΤΟ», στο οποίο το κύριο βάρος για τη διασφάλιση της ασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο θα αναλάβουν οι ευρωπαϊκές χώρες.
Τα τελευταία χρόνια, η Ρωσία επισημαίνει την άνευ προηγουμένου δραστηριότητα του ΝΑΤΟ κοντά στα δυτικά της σύνορα.
Η Συμμαχία διευρύνει τις πρωτοβουλίες της και χαρακτηρίζει αυτή την πολιτική ως «αποτροπή της ρωσικής επιθετικότητας».
Οι ρωσικές αρχές έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχία για την ενίσχυση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η Ρωσία παραμένει ανοικτή σε διάλογο με το ΝΑΤΟ, αλλά σε ισότιμη βάση, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η Δύση θα πρέπει να εγκαταλείψει την πορεία στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου.
55555_2.png
«Δεν έχουμε με τι να πολεμήσουμε»

Την ίδια στιγμή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπονται φιλόδοξα στρατιωτικά προγράμματα.
Όπως αναφέρεται, υπό απειλή βρίσκονται δύο γαλλογερμανικά σχέδια: η ανάπτυξη ενός νέου άρματος μάχης και ενός μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς.
Οι λόγοι είναι τόσο οικονομικοί και τεχνολογικοί όσο και εταιρικοί. 

Το άρμα του μέλλοντος

Το γαλλογερμανικό πρόγραμμα MGCS (Main Ground Combat System – «Κύριο Χερσαίο Σύστημα Μάχης») προορίζεται να αντικαταστήσει τα κύρια άρματα μάχης της Γερμανίας (Leopard 2) και της Γαλλίας (Leclerc) περίπου έως το 2040.
Ξεκίνησε το 2017.
Το Παρίσι και το Βερολίνο είχαν ιδιαίτερα φιλόδοξα σχέδια.
Δεν επρόκειτο απλώς για την ανάπτυξη ενός νέου άρματος μάχης, αλλά για τη δημιουργία μιας ολόκληρης οικογένειας ερπυστριοφόρων τεθωρακισμένων οχημάτων πάνω σε κοινό σασί.
Επιπλέον, όλος αυτός ο εξοπλισμός θα εντασσόταν σε ένα ενιαίο δίκτυο, αλληλεπιδρώντας στενά με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλα μέσα αναγνώρισης.
11_284.jpg
Τεχνολογική επανάσταση σε χερσαίες επιχειρήσεις

Η βασική ιδέα ήταν μια τεχνολογική επανάσταση στη διεξαγωγή χερσαίων επιχειρήσεων.
Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί δεν ήθελαν να περιοριστούν στον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων οχημάτων.
Γινόταν λόγος για μια θεμελιωδώς νέα χερσαία πλατφόρμα, εξοπλισμένη με όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές τεχνολογικές καινοτομίες, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης.
Χάρη στον υψηλό βαθμό αυτοματοποίησης, προβλεπόταν η μείωση του πληρώματος σε δύο άτομα.
Παράλληλα, σχεδιαζόταν η αύξηση του διαμετρήματος του πυροβόλου στα 130-140 χιλιοστά.
Την υλοποίηση του έργου ανέλαβαν ο γαλλογερμανικός αμυντικός όμιλος KNDS (KNDS Deutschland και KNDS France), ο γερμανικός κολοσσός Rheinmetall και η γαλλική εταιρεία Thales.
Τον Απρίλιο του 2024, οι υπουργοί Άμυνας της Γερμανίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Παρίσι μνημόνιο κατανόησης που προέβλεπε ισότιμη κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αμυντικών βιομηχανιών των δύο χωρών.
Το αναμενόμενο κόστος του προγράμματος ανέρχεται σε περίπου 100 δισ. ευρώ.
22222_12.jpg
Τον Μάρτιο του 2024, οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν σημαντική πρόοδο στις διαπραγματεύσεις και συμφωνία για τους όρους κοινής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας παραρτήματος της KNDS στην Ουκρανία.
Στα χαρτιά όλα έμοιαζαν ομαλά, όμως το πρόγραμμα αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες.
Σήμερα, η Γαλλία προειδοποιεί για μείωση της χρηματοδότησης του MGCS κατά περισσότερο από το ήμισυ, γεγονός που θέτει ολόκληρο το πρόγραμμα σε κίνδυνο.
Ο επικεφαλής της Rheinmetall, Armin Papperger, παραδέχθηκε ότι δεν είναι βέβαιος για τις προοπτικές του έργου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόγραμμα τουλάχιστον θα αναβληθεί επ’ αόριστον, ενώ οι δυνατότητες του μελλοντικού οχήματος θα πρέπει να περιοριστούν σημαντικά.
Τέτοιες εξελίξεις δεν είναι ασυνήθιστες όταν, στο στάδιο των τεχνικών προδιαγραφών, ο πελάτης θέτει υπερβολικά φιλόδοξους στόχους στη βιομηχανία και την οικονομία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, έχουν ακυρώσει δεκάδες στρατιωτικά προγράμματα για παρόμοιους λόγους.
444444_7.jpg
Το μαχητικό του μέλλοντος

Το FCAS (Future Combat Air Systems – «Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης») είναι ένα γαλλογερμανικό πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς.
Ξεκίνησε επίσης το 2017, κυρίως με πρωτοβουλία της τότε καγκελαρίου της Γερμανίας Angela Merkel.
Και εδώ, ο στόχος δεν ήταν απλώς η κατασκευή ενός νέου αεροσκάφους, αλλά η δημιουργία ενός «συστήματος συστημάτων»: ενός ολοκληρωμένου πλέγματος που θα περιλάμβανε επανδρωμένο μαχητικό, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ασφαλή δίκτυα μεταφοράς δεδομένων για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των στοιχείων του.
Το FCAS προοριζόταν να αντικαταστήσει τα μαχητικά Dassault Rafale και Eurofighter Typhoon που υπηρετούν στις αεροπορίες της Γαλλίας και της Γερμανίας, επίσης περίπου έως το 2040.
Κύριοι ανάδοχοι ήταν οι εταιρείες Dassault Aviation και Airbus Defence and Space.
Περιορισμένη συμμετοχή στο πρόγραμμα είχε και η Ισπανία.
Ο συνολικός προϋπολογισμός έφθανε επίσης τα 100 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, οι εργασίες για το FCAS έχουν πλέον διακοπεί πλήρως και το σχέδιο του μαχητικού θεωρείται οριστικά ακυρωμένο.
3323.jpg
Πολυετείς διαφωνίες

Αυτό αποτελεί αποτέλεσμα πολυετών διαφωνιών μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.
Οι όμιλοι Airbus και Dassault δεν κατάφεραν ποτέ να συμφωνήσουν για το ποιος θα είχε τον ηγετικό ρόλο στο πρόγραμμα.
Ο καγκελάριος Friedrich Merz και ο πρόεδρος Emmanuel Macron κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ανάδοχοι δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν το έργο.
Και πλέον δεν υπάρχει άμεση ευρωπαϊκή λύση για την αντικατάσταση των αεροσκαφών τέταρτης γενιάς.
Η μοναδική εναλλακτική λύση για τα Rafale και Typhoon είναι σήμερα τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 Lightning II, τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες πωλούν πρόθυμα σε πολλές χώρες.
Για το Παρίσι και το Βερολίνο, που βασίζονται κυρίως σε ευρωπαϊκά οπλικά συστήματα, η αγορά αμερικανικών αεροσκαφών θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στο κύρος των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών τους.
Ωστόσο, οι επιλογές είναι περιορισμένες.
4333_1.jpg
Περιττά έξοδα

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία ευημερούσε χάρη στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.
Η εγκατάλειψη των ενεργειακών πόρων από την Ανατολή αύξησε απότομα το κόστος παραγωγής σύνθετων στρατιωτικών συστημάτων.
Η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας εις βάρος του πολιτικού τομέα ενδέχεται να προκαλέσει δυσαρέσκεια στο εκλογικό σώμα.
Για τους ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας, οι οποίοι ήδη δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερα υψηλή δημοτικότητα, αυτό θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της πολιτικής τους σταδιοδρομίας.
Από την άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι βασίζονταν επί δεκαετίες στην αμερικανική «ομπρέλα ασφαλείας».
Ο αμυντικός τομέας λειτουργούσε επί χρόνια με ελάχιστους ρυθμούς ανάπτυξης.
22221111_3.jpg
Τώρα, καθώς η Ουάσιγκτον μειώνει επιδεικτικά τη στρατιωτική της παρουσία στην ήπειρο, η Ευρώπη αναγκάζεται να καλύψει γρήγορα το χαμένο έδαφος και να αναζωογονήσει τη δική της αμυντική βιομηχανία.
Και πάλι όμως, υπό συνθήκες εμπάργκο στα φθηνά ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί γρήγορα.
Τέλος, η Γαλλία και η Γερμανία δεν έχουν αναπτύξει εδώ και πολύ καιρό πραγματικά νέα άρματα μάχης ή αεροσκάφη.
Από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, το Παρίσι και το Βερολίνο περιορίζονταν κυρίως στον εκσυγχρονισμό πλατφορμών που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1970 και του 1980.
Σε συνθήκες στασιμότητας της σχεδιαστικής σκέψης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προκύψει κάτι πραγματικά καινοτόμο.
Υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας.
Πριν από έναν μεγάλο πόλεμο, τον οποίο η Ευρώπη προβλέπει για τα τέλη της δεκαετίας του 2020, συνήθως περικόπτονται οι δευτερεύουσες δαπάνες.
Οι πόροι κατευθύνονται σε ό,τι μπορεί ήδη να παραχθεί μαζικά, ώστε να αυξηθούν γρήγορα τα αποθέματα.
Όπως έδειξε η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία και των συγκρούσεων με τη συμμετοχή του Ιράν, σήμερα προτεραιότητα δίνεται κυρίως στα βαλλιστικά συστήματα, στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στους πυραύλους cruise, και όχι στα «υπεράρματα» ή στα «θαυματουργά» μαχητικά αεροσκάφη.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης