Χορός εκατομμυρίων, ύποπτες deals και κρίση εμπιστοσύνης χωρίς επιστροφή
Πρωτοφανής ανταρσία των επενδυτών στην T-Mobile φέρνει στο προσκήνιο σοβαρά ερωτήματα εταιρικής διακυβέρνησης, συγκρούσεων συμφερόντων και υπέρογκων αμοιβών.
Πίσω από τη βιτρίνα της μεγαλύτερης τηλεπικοινωνιακής εταιρείας των ΗΠΑ, οι μέτοχοι καταγγέλλουν ένα σύστημα που, όπως υποστηρίζουν, λειτουργεί υπέρ των κορυφαίων στελεχών και εις βάρος των επενδυτών, την ώρα που η Deutsche Telekom φαίνεται να διατηρεί απόλυτο έλεγχο στις αποφάσεις.
Η εικόνα της πανίσχυρης μητρικής εταιρείας δέχθηκε ισχυρό πλήγμα στην τελευταία γενική συνέλευση της T-Mobile US, καθώς οι μέτοχοι έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική αμοιβών της διοίκησης.
Επισήμως, το πακέτο αποδοχών εγκρίθηκε με ποσοστό 73,3%, το χαμηλότερο από το 2014, όταν καθιερώθηκε η σχετική συμβουλευτική ψηφοφορία.
Ωστόσο, πίσω από αυτό το αποτέλεσμα κρύβεται μια πολύ πιο εκρηκτική πραγματικότητα.
Η Deutsche Telekom, η οποία ελέγχει το 54,5% των δικαιωμάτων ψήφου, θεωρείται ότι στήριξε ομόφωνα το πακέτο.
Αυτό σημαίνει ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας το καταψήφισαν με αναλογία περίπου δύο προς ένα, μετατρέποντας την τυπική έγκριση σε μια άνευ προηγουμένου ψήφο δυσπιστίας.
Το επίκεντρο της οργής είναι ο νέος διευθύνων σύμβουλος Srini Gopalan, ο οποίος μετακινήθηκε από τη Deutsche Telekom στην αμερικανική θυγατρική.
Ο πρώτος χρόνος της θητείας του συνοδεύεται από αποδοχές ύψους 35,4 εκατ. δολαρίων, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Handelsblatt, εφόσον ενεργοποιηθούν όλα τα μπόνους και τα προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης, οι συνολικές απολαβές του έως τη λήξη του συμβολαίου του το 2030 ενδέχεται να εκτοξευθούν μεταξύ 150 και 170 εκατ. δολαρίων.
Το συμβόλαιό του περιλαμβάνει βασικό μισθό 862.000 δολαρίων, bonus υπογραφής 2 εκατ. δολαρίων, ετήσιο bonus 3,6 εκατ. δολαρίων, stock options αξίας άνω των 27 εκατ. δολαρίων, ειδικό «Transformation Award» ύψους 10 εκατ. δολαρίων, καθώς και σειρά προνομίων όπως κάλυψη εξόδων μετακόμισης, υπηρεσίες ασφαλείας, χρήση εταιρικού αεροσκάφους και δεκάδες πτήσεις πρώτης θέσης με πλήρη φορολογική αποζημίωση.
Η αντίδραση των επενδυτών δεν περιορίστηκε σε μεμονωμένους μετόχους.
Μεγάλα θεσμικά χαρτοφυλάκια, όπως τα CPP Investments, Ontario Teachers', το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, το CalSTRS και τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Νέας Υόρκης, καταψήφισαν το πακέτο αποδοχών, παρότι είχαν εγκρίνει αντίστοιχες προτάσεις τα προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη και το συνταξιοδοτικό ταμείο της Φλόριντα, το οποίο συνήθως στηρίζει τη διοίκηση, επέλεξε να διαφωνήσει αποκλειστικά στο θέμα των αμοιβών, επικαλούμενο έλλειψη διαφάνειας ως προς τη σύνδεση των πληρωμών με τις πραγματικές επιδόσεις.
Ασυνήθιστος μηχανισμός
Η ειδικός σε θέματα αποζημιώσεων Rosanna Landis Weaver χαρακτήρισε ουσιαστικά το αποτέλεσμα ως αποτυχία της διοίκησης, επισημαίνοντας ότι στις περισσότερες αντίστοιχες ψηφοφορίες οι εγκρίσεις υπερβαίνουν το 90%, ενώ ποσοστά κοντά στο 70% θεωρούνται εξαιρετικά ανησυχητικά.
Στην περίπτωση της T-Mobile, μάλιστα, το αποτέλεσμα θεωρείται ακόμη πιο βαρύ, καθώς η ψήφος της Deutsche Telekom ήταν δεδομένη.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και ένας ασυνήθιστος μηχανισμός αποζημίωσης του Srini Gopalan.
Με τη μετακίνησή του από τη Βόννη στα κεντρικά γραφεία της T-Mobile, έχασε δικαιώματα από πρόγραμμα μετοχών της Deutsche Telekom.
Αντί όμως να απορροφήσει ο ίδιος αυτή την απώλεια, η αμερικανική θυγατρική ανέλαβε να τον αποζημιώσει με ειδικές πληρωμές, οι οποίες συνδέονται μάλιστα με την τιμή της μετοχής της T-Mobile.
Ο ειδικός στην εταιρική διακυβέρνηση Charles Elson χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη δομή «περίεργη», τονίζοντας ότι συμφωνίες στις οποίες ουσιαστικά η ίδια πλευρά βρίσκεται και στις δύο πλευρές του τραπεζιού δημιουργούν εύλογες υποψίες σύγκρουσης συμφερόντων.
Τις ανησυχίες ενισχύει και η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της T-Mobile, στο οποίο συμμετέχουν κορυφαία στελέχη της Deutsche Telekom, μεταξύ των οποίων οι Thomas Dannenfeldt, Christian Illek, Raphael Kübler και Dominique Leroy. Παρότι η γερμανική εταιρεία υποστηρίζει ότι οι εκπρόσωποί της ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της αμερικανικής θυγατρικής και όλων των μετόχων της, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η συγκεκριμένη δομή ενισχύει τις υποψίες πως οι αποφάσεις λαμβάνονται πρωτίστως με γνώμονα τα συμφέροντα της μητρικής εταιρείας.
Νομικά, η πρακτική αυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς η T-Mobile US είναι εισηγμένη στο Nasdaq ως «controlled company», γεγονός που της επιτρέπει να εξαιρείται από σημαντικούς κανόνες ανεξαρτησίας των διοικητικών συμβουλίων.
Όπως σημειώνει ο Charles Elson, όταν υπάρχει ελέγχων μέτοχος, τα συμφέροντα της μητρικής εταιρείας προηγούνται και αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν οι επενδυτές μειοψηφίας.
Η χρονική συγκυρία καθιστά την κρίση ακόμη πιο επικίνδυνη.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Handelsblatt, η Deutsche Telekom εξετάζει σχέδιο συγχώνευσης με την T-Mobile US μέσω μιας νέας εταιρείας συμμετοχών, εξέλιξη που θα ενίσχυε περαιτέρω την επιρροή του ομίλου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Ωστόσο, η ανοιχτή πλέον σύγκρουση με τους μετόχους μειοψηφίας δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την αποδοχή ενός τόσο φιλόδοξου σχεδίου.
Η ψηφοφορία μπορεί να μην είναι νομικά δεσμευτική, όμως το μήνυμα ήταν εκκωφαντικό.
Οι μέτοχοι προειδοποιούν ότι η ανοχή στις υπέρογκες αμοιβές, στις αμφιλεγόμενες συμβάσεις και στις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων εξαντλείται.
Και όσο η διοίκηση επιμένει να αγνοεί αυτό το προειδοποιητικό καμπανάκι, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η κρίση εμπιστοσύνης να εξελιχθεί σε σοβαρό πλήγμα για τον μεγαλύτερο τηλεπικοινωνιακό όμιλο της Δύσης.
www.bankingnews.gr
Πίσω από τη βιτρίνα της μεγαλύτερης τηλεπικοινωνιακής εταιρείας των ΗΠΑ, οι μέτοχοι καταγγέλλουν ένα σύστημα που, όπως υποστηρίζουν, λειτουργεί υπέρ των κορυφαίων στελεχών και εις βάρος των επενδυτών, την ώρα που η Deutsche Telekom φαίνεται να διατηρεί απόλυτο έλεγχο στις αποφάσεις.
Η εικόνα της πανίσχυρης μητρικής εταιρείας δέχθηκε ισχυρό πλήγμα στην τελευταία γενική συνέλευση της T-Mobile US, καθώς οι μέτοχοι έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική αμοιβών της διοίκησης.
Επισήμως, το πακέτο αποδοχών εγκρίθηκε με ποσοστό 73,3%, το χαμηλότερο από το 2014, όταν καθιερώθηκε η σχετική συμβουλευτική ψηφοφορία.
Ωστόσο, πίσω από αυτό το αποτέλεσμα κρύβεται μια πολύ πιο εκρηκτική πραγματικότητα.
Η Deutsche Telekom, η οποία ελέγχει το 54,5% των δικαιωμάτων ψήφου, θεωρείται ότι στήριξε ομόφωνα το πακέτο.
Αυτό σημαίνει ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας το καταψήφισαν με αναλογία περίπου δύο προς ένα, μετατρέποντας την τυπική έγκριση σε μια άνευ προηγουμένου ψήφο δυσπιστίας.
Το επίκεντρο της οργής είναι ο νέος διευθύνων σύμβουλος Srini Gopalan, ο οποίος μετακινήθηκε από τη Deutsche Telekom στην αμερικανική θυγατρική.
Ο πρώτος χρόνος της θητείας του συνοδεύεται από αποδοχές ύψους 35,4 εκατ. δολαρίων, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Handelsblatt, εφόσον ενεργοποιηθούν όλα τα μπόνους και τα προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης, οι συνολικές απολαβές του έως τη λήξη του συμβολαίου του το 2030 ενδέχεται να εκτοξευθούν μεταξύ 150 και 170 εκατ. δολαρίων.
Το συμβόλαιό του περιλαμβάνει βασικό μισθό 862.000 δολαρίων, bonus υπογραφής 2 εκατ. δολαρίων, ετήσιο bonus 3,6 εκατ. δολαρίων, stock options αξίας άνω των 27 εκατ. δολαρίων, ειδικό «Transformation Award» ύψους 10 εκατ. δολαρίων, καθώς και σειρά προνομίων όπως κάλυψη εξόδων μετακόμισης, υπηρεσίες ασφαλείας, χρήση εταιρικού αεροσκάφους και δεκάδες πτήσεις πρώτης θέσης με πλήρη φορολογική αποζημίωση.
Η αντίδραση των επενδυτών δεν περιορίστηκε σε μεμονωμένους μετόχους.
Μεγάλα θεσμικά χαρτοφυλάκια, όπως τα CPP Investments, Ontario Teachers', το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, το CalSTRS και τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Νέας Υόρκης, καταψήφισαν το πακέτο αποδοχών, παρότι είχαν εγκρίνει αντίστοιχες προτάσεις τα προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη και το συνταξιοδοτικό ταμείο της Φλόριντα, το οποίο συνήθως στηρίζει τη διοίκηση, επέλεξε να διαφωνήσει αποκλειστικά στο θέμα των αμοιβών, επικαλούμενο έλλειψη διαφάνειας ως προς τη σύνδεση των πληρωμών με τις πραγματικές επιδόσεις.
Ασυνήθιστος μηχανισμός
Η ειδικός σε θέματα αποζημιώσεων Rosanna Landis Weaver χαρακτήρισε ουσιαστικά το αποτέλεσμα ως αποτυχία της διοίκησης, επισημαίνοντας ότι στις περισσότερες αντίστοιχες ψηφοφορίες οι εγκρίσεις υπερβαίνουν το 90%, ενώ ποσοστά κοντά στο 70% θεωρούνται εξαιρετικά ανησυχητικά.
Στην περίπτωση της T-Mobile, μάλιστα, το αποτέλεσμα θεωρείται ακόμη πιο βαρύ, καθώς η ψήφος της Deutsche Telekom ήταν δεδομένη.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και ένας ασυνήθιστος μηχανισμός αποζημίωσης του Srini Gopalan.
Με τη μετακίνησή του από τη Βόννη στα κεντρικά γραφεία της T-Mobile, έχασε δικαιώματα από πρόγραμμα μετοχών της Deutsche Telekom.
Αντί όμως να απορροφήσει ο ίδιος αυτή την απώλεια, η αμερικανική θυγατρική ανέλαβε να τον αποζημιώσει με ειδικές πληρωμές, οι οποίες συνδέονται μάλιστα με την τιμή της μετοχής της T-Mobile.
Ο ειδικός στην εταιρική διακυβέρνηση Charles Elson χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη δομή «περίεργη», τονίζοντας ότι συμφωνίες στις οποίες ουσιαστικά η ίδια πλευρά βρίσκεται και στις δύο πλευρές του τραπεζιού δημιουργούν εύλογες υποψίες σύγκρουσης συμφερόντων.
Τις ανησυχίες ενισχύει και η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της T-Mobile, στο οποίο συμμετέχουν κορυφαία στελέχη της Deutsche Telekom, μεταξύ των οποίων οι Thomas Dannenfeldt, Christian Illek, Raphael Kübler και Dominique Leroy. Παρότι η γερμανική εταιρεία υποστηρίζει ότι οι εκπρόσωποί της ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της αμερικανικής θυγατρικής και όλων των μετόχων της, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η συγκεκριμένη δομή ενισχύει τις υποψίες πως οι αποφάσεις λαμβάνονται πρωτίστως με γνώμονα τα συμφέροντα της μητρικής εταιρείας.
Νομικά, η πρακτική αυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς η T-Mobile US είναι εισηγμένη στο Nasdaq ως «controlled company», γεγονός που της επιτρέπει να εξαιρείται από σημαντικούς κανόνες ανεξαρτησίας των διοικητικών συμβουλίων.
Όπως σημειώνει ο Charles Elson, όταν υπάρχει ελέγχων μέτοχος, τα συμφέροντα της μητρικής εταιρείας προηγούνται και αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν οι επενδυτές μειοψηφίας.
Η χρονική συγκυρία καθιστά την κρίση ακόμη πιο επικίνδυνη.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Handelsblatt, η Deutsche Telekom εξετάζει σχέδιο συγχώνευσης με την T-Mobile US μέσω μιας νέας εταιρείας συμμετοχών, εξέλιξη που θα ενίσχυε περαιτέρω την επιρροή του ομίλου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Ωστόσο, η ανοιχτή πλέον σύγκρουση με τους μετόχους μειοψηφίας δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την αποδοχή ενός τόσο φιλόδοξου σχεδίου.
Η ψηφοφορία μπορεί να μην είναι νομικά δεσμευτική, όμως το μήνυμα ήταν εκκωφαντικό.
Οι μέτοχοι προειδοποιούν ότι η ανοχή στις υπέρογκες αμοιβές, στις αμφιλεγόμενες συμβάσεις και στις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων εξαντλείται.
Και όσο η διοίκηση επιμένει να αγνοεί αυτό το προειδοποιητικό καμπανάκι, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η κρίση εμπιστοσύνης να εξελιχθεί σε σοβαρό πλήγμα για τον μεγαλύτερο τηλεπικοινωνιακό όμιλο της Δύσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών