Ο Quatremer απορρίπτει τις κατηγορίες περί ισλαμοφοβίας και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να υποταχθεί σε ιδεολογική πειθαρχία.
Την αποχώρησή του από τη γαλλική εφημερίδα Libération, όπου εργαζόταν από το 1984, ανακοίνωσε ο Jean Quatremer, μία από τις πιο γνωστές δημοσιογραφικές φωνές της Γαλλίας στα ευρωπαϊκά ζητήματα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Le Point (29/07/2026), ο Quatremer εγκαταλείπει την εφημερίδα έπειτα από μακρά περίοδο έντασης με τμήμα της σύνταξης, με βασικό σημείο τριβής τις δημόσιες παρεμβάσεις του για το Ισραήλ, τον πόλεμο στη Γάζα, τον αντισημιτισμό και τη σχέση μέρους της γαλλικής Αριστεράς με το πολιτικό Ισλάμ.
«Ο ισλαμοαριστερισμός και το woke κέρδισαν», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Le Point.
Η 7η Οκτωβρίου ως σημείο καμπής
Ο ίδιος συνδέει την όξυνση της εσωτερικής αντιπαράθεσης με την επίθεση της Hamas στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Όπως αναφέρει, οι θέσεις που εξέφραζε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην τηλεόραση προκαλούσαν ήδη αντιδράσεις, όμως μετά την 7η Οκτωβρίου η σύγκρουση απέκτησε πολύ μεγαλύτερη ένταση.
Το Le Point εντάσσει την υπόθεση στον ευρύτερο «πόλεμο των δύο Αριστερών» στη Γαλλία: από τη μία τη σοσιαλδημοκρατική και κοσμική Αριστερά, την οποία θεωρεί ότι εκφράζει ο Quatremer, και από την άλλη ένα τμήμα της γαλλικής Αριστεράς που βρίσκεται πολιτικά κοντά στη La France Insoumise του Jean-Luc Mélenchon.
Ο Quatremer υποστηρίζει ότι στο σημερινό περιβάλλον της Libération δεν υπάρχει πλέον ουσιαστικός χώρος για αντιπαράθεση απόψεων.
«Υπερασπίζομαι την ιδέα ότι το Ισραήλ είναι δημοκρατία. Διαπιστώνω ότι οι αποδείξεις μιας γενοκτονίας στη Γάζα παραμένουν άφαντες. Πιστεύω ότι μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές για έναν μουσουλμανικό αντισημιτισμό. Αν κάνω λάθος, οποιοσδήποτε στη Libération μπορούσε να ζητήσει χώρο για να το αποδείξει. Κανείς δεν το έκανε», δηλώνει.
Σκληρή επίθεση στη «νέα Αριστερά»
Η αποχώρησή του συνοδεύτηκε από εκτενή επιστολή προς συναδέλφους και αναγνώστες, στην οποία εξαπολύει σφοδρή κριτική σε αυτό που αποκαλεί «νέα Αριστερά», κατηγορώντας την για ιδεολογική αστυνόμευση, cancel culture και ανοχή απέναντι στον αντισημιτισμό.
Ο γάλλος δημοσιογράφος περιγράφει τη Libération των πρώτων δεκαετιών ως μια χαοτική αλλά βαθιά ελεύθερη εφημερίδα, όπου οι δημοσιογράφοι συγκρούονταν δημόσια χωρίς φόβο λογοκρισίας.
«Απαγορευόταν το απαγορεύειν», γράφει χαρακτηριστικά, παραπέμποντας στην κληρονομιά του Μάη του ’68.
Στην επιστολή του υποστηρίζει ότι ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά που μάχεται τον θρησκευτικό σκοταδισμό, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τις διακρίσεις και κάθε μορφή αυταρχισμού, ενώ θεωρεί θεμελιώδεις αξίες την ελευθερία της έκφρασης, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία.
Κατά τον ίδιο, η Αριστερά αυτή έχει πλέον καταστεί μειοψηφική, ενώ τμήμα της πολιτικής και μιντιακής Αριστεράς ανέχεται αντισημιτικές, αντι-κοσμικές και εχθρικές προς την ελευθερία της έκφρασης αντιλήψεις.
«Παίρνω πίσω την ελευθερία μου»
Ο Quatremer απορρίπτει τις κατηγορίες περί ισλαμοφοβίας και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να υποταχθεί σε ιδεολογική πειθαρχία.
«Παίρνω πίσω την ελευθερία μου, γιατί είναι το πολυτιμότερο αγαθό μου», γράφει, προσθέτοντας ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη δημόσια παρουσία του και ότι θα συνεχίσει να παρεμβαίνει μέσω άλλων μέσων και πλατφορμών.
Κλείνοντας την επιστολή του, επικαλείται μια φράση του Jean-Paul Sartre για τη Libération ως «μια εφημερίδα που δεν είναι εφημερίδα κόμματος και όπου οι δημοσιογράφοι, όλοι αριστεροί, δεν έχουν κατ’ ανάγκην την ίδια άποψη», και απευθύνεται στους αναγνώστες που θεωρούν τη διαφορετικότητα των απόψεων μέσα στην Αριστερά πολύτιμο στοιχείο της δημοκρατικής συζήτησης.
«Μην ξεχνάτε ότι την ελευθερία την αναγνωρίζεις από τον θόρυβο που κάνει όταν φεύγει», καταλήγει ο Jean Quatremer.
H επιστολή του Jean Quatremer
«Αντίο Libé!
Αγαπητοί φίλοι της Libération,
Το ομολογώ, είμαι ελευθεριακός και, όπως κάθε ελευθεριακός, προβοκάτορας. Ούτε Θεός ούτε αφέντης. Γι' αυτό ακριβώς επέλεξα τη Libé το 1984. Μια ελεύθερη εφημερίδα, χαοτική, αντισυμβατική, διαφωνούσα, αυτή που ο Serge July είχε αναδημιουργήσει τον Μάιο του 1981, τη Libé II.
«Στην αρχή της Libération υπήρχε το χάος», όπως πολύ σωστά έγραψε, ένα αρχέγονο χάος που για πολύ καιρό σημάδεψε αυτή την εφημερίδα.
Απίθανοι και παθιασμένοι άνθρωποι συνυπήρχαν εκεί, άνθρωποι που περνούσαν τον χρόνο τους τσακώνοντας δημόσια, κάτι που θα ήταν αδύνατο στους άλλους καθωσπρέπει και θεσμικούς τίτλους, και στη συνέχεια συμφιλιώνονταν γύρω από ένα ποτήρι ή ένα γεύμα. Δεν φοβόμασταν τίποτα και κυρίως όχι εκείνους που δεν σκέφτονταν όπως εμείς, με τους οποίους, αντίθετα, επιδιώκαμε την αντιπαράθεση. Ποτέ δεν θα λογοκρίναμε κανέναν ή τίποτα – με ορισμένες εξαιρέσεις, πρέπει να το παραδεχτούμε. Απαγορευόταν το απαγορεύειν, μια κληρονομιά του Μάη του '68 για την οποία μπορούσαμε να είμαστε υπερήφανοι, ακόμη κι αν υπήρξαν κάποιες παρεκτροπές που η Libé είχε το θάρρος να αναγνωρίσει, σε αντίθεση με πολλές άλλες εφημερίδες. Και ήταν απολύτως αποδεκτό να σπάσεις τα πιάτα και να βάλεις τα πόδια πάνω στο τραπέζι.
Όμως και τα καλύτερα πράγματα κάποτε τελειώνουν. Υποκλίνομαι και αποχωρώ.
Ευχαριστώ τις διαδοχικές διευθύνσεις της σύνταξης που για μεγάλο χρονικό διάστημα μου επέτρεψαν να ασκώ με πλήρη ανεξαρτησία το επάγγελμά μου μέσα στην εφημερίδα, αλλά και σε άλλες πλατφόρμες, την πλειονότητα των συναδέλφων μου με τους οποίους είχα πάντοτε εγκάρδιες σχέσεις με το πέρασμα του χρόνου, καθώς και τους διάφορους μετόχους που μας χρηματοδότησαν περισσότερο από γενναιόδωρα χωρίς ποτέ να παρεμβαίνουν στη σύνταξη, κάτι για το οποίο μπορώ να καταθέσω προσωπικά.
Αν φεύγω, δεν είναι εξαιτίας της Ευρώπης, του θέματος στο οποίο αφιέρωσα με πάθος ένα πολύ μεγάλο μέρος της επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Ανήκω σε εκείνη τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά που πολεμά τον θρησκευτικό σκοταδισμό, όποιος κι αν είναι αυτός, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τις διακρίσεις, το μίσος κατά των μουσουλμάνων, τον σεξισμό, την ομοφοβία, την κοινωνική αδικία, τα αυταρχικά καθεστώτα κ.λπ. Εκείνη που θεωρεί ιερές τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, και ειδικότερα την ελευθερία της έκφρασης, εκείνη που δεν συμβιβάζεται όσον αφορά το κράτος δικαίου και τη Δημοκρατία.
Δυστυχώς, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι αυτή η Αριστερά είναι πλέον μειοψηφική, ίσως ακόμη και υπό εξαφάνιση. Από φόβο μήπως κατηγορηθεί για «ισλαμοφοβία» ή νεοαποικιοκρατία ή, πιο κυνικά, προκειμένου να προσελκύσει μια κοινοτική ψήφο, ένα μέρος της πολιτικής και μιντιακής Αριστεράς ανέχεται στους κόλπους του ομοφοβικούς, μισογυνικούς, τρανσφοβικούς, αντι-κοσμικούς και εχθρικούς προς την ελευθερία της έκφρασης λόγους, καθώς και τον κληρικαλισμό με τον οποίο συμμαχεί.
Μετά το πογκρόμ της 7ης Οκτωβρίου, μετέτρεψε την εχθρότητα απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου –την οποία συμμερίζομαι πλήρως– και τη θεμιτή υποστήριξη προς την παλαιστινιακή υπόθεση σε έναν σφοδρό αντισιωνισμό, το προσωπείο ενός ανεξέλεγκτου αντισημιτισμού, όπως είχε πολύ καλά αντιληφθεί ο Vladimir Jankélévitch, ο οποίος αποτελεί άρνηση όχι μόνο των αξιών της Αριστεράς αλλά και της Δημοκρατίας.
Διαδηλώνουν μπροστά από συναγωγές, επιτίθενται σε Εβραίους, ουρλιάζουν «Heil Hitler» σε διαδηλώσεις, απαγορεύουν να μιλήσουν διανοούμενοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες και δημοσιογράφοι επειδή είναι Εβραίοι και άρα σιωνιστές και άρα «γενοκτόνοι». Χαρακτηρίζουν φασίστα οποιονδήποτε, Εβραίο ή μη, δεν ευθυγραμμίζεται με αυτή τη γραμμή, στο όνομα ενός αντιφασισμού νέου τύπου, ο οποίος, με τη βία του –ενίοτε θανατηφόρα– μοιάζει σαν δίδυμος αδελφός με αυτό που ισχυρίζεται ότι πολεμά.
Αυτή η νέα Αριστερά, που κυλιέται στον αντισημιτισμό, υπερασπίζεται την ελευθερία να εκφράζεις… την ίδια άποψη με εκείνη.
Όπως στις καλύτερες εποχές της ΕΣΣΔ και της Κομιντέρν, η αστυνομία της σκέψης επιβάλλει μια ιδεολογική τρομοκρατία με αναθέματα, συκοφαντικές καταγγελίες και κουλτούρα ακύρωσης.
Μετατρέπουν τους Εβραίους σε Ναζί, κατηγορούν το Ισραήλ και τους Εβραίους ολόκληρου του πλανήτη ότι είναι γενοκτόνοι, όπως χθες τους κατηγορούσαν για θεοκτονία, αρνούνται το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ –κάτι που δεν συμβαίνει με καμία άλλη χώρα– και θεωρούν ότι, κατά βάθος, ο αντισημιτισμός είναι μια άποψη όπως όλες οι άλλες και όχι πλέον ένα ζήτημα αρχής στο οποίο δεν χωρούν συμβιβασμοί…
Ναι, όλα αυτά επιτρέπονται. Αλλά να καταγγείλεις τον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό, να υπερασπιστείς το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει, να αμφισβητήσεις τον ισχυρισμό ότι αυτή η χώρα διαπράττει γενοκτονία ή οργανώνει λιμό, να επισημάνεις τη χρήση του άμαχου πληθυσμού ως ανθρώπινης ασπίδας από τους τρομοκράτες της Χαμάς, να αναρωτηθείς για την εργαλειοποίηση της UNRWA ή του ΟΗΕ από τους ισλαμιστές, α, αυτό όχι!
Κι όμως, σας το λέω εγώ που δεν είμαι Εβραίος: ο αντισημιτισμός σε όλες του τις μορφές, ακόμη και τις ύπουλες, αποτελεί αδιαμφισβήτητο δείκτη μίσους απέναντι στη Δημοκρατία, τις ελευθερίες, το κράτος δικαίου, την ισότητα και τον ανθρωπισμό. Προαναγγέλλει τον ολοκληρωτισμό.
Αυτή η νέα Αριστερά, που κυλιέται στον αντισημιτισμό, υπερασπίζεται την ελευθερία να εκφράζεις… την ίδια άποψη με εκείνη. Διαχωρίζει τα θύματα σε καλά και κακά αντί να υπερασπίζεται ολόκληρη την ανθρωπότητα. Προσβάλλει και συκοφαντεί όσους δεν στέκονται προσοχή μπροστά στην προπαγάνδα, τα ψέματα και το μίσος της.
Έτσι, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται από την 7η Οκτωβρίου οι εκπρόσωποι αυτής της Αριστεράς, που πλέον μόνο κατ' όνομα είναι Αριστερά, ποτέ δεν ταύτισα τους μουσουλμάνους με τον ισλαμισμό ούτε τους Παλαιστινίους με τη Hamas και τους υμνητές της. Όποιος με κατηγορεί για ρατσισμό, ισλαμοφοβία –μια κατηγορία που σκοτώνει μόνο εκείνους εναντίον των οποίων εκτοξεύεται– και φασισμό είναι ηλίθιος ή κάθαρμα ή και τα δύο.
Έχω περάσει την ηλικία στην οποία θα υπέκυπτα στους εκφοβισμούς των «προσβεβλημένων» κατά το δοκούν.
Το παραδέχομαι, δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αυτή την Αριστερά, η οποία αποτελεί την ίδια την άρνηση των αρχών πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η Libé. Βεβαίως, απέχουν πολύ από το να αποτελούν πλειοψηφία στην εφημερίδα και ακόμη περισσότερο στη διεύθυνσή της, αλλά χρησιμοποιώντας δοκιμασμένες μεθόδους παρενόχλησης της άκρας Αριστεράς καταφέρνουν να κάνουν τον αέρα για μένα αποπνικτικό.
Γι' αυτό υποκλίνομαι και αποχωρώ. Παίρνω πίσω την ελευθερία μου, γιατί είναι το πολυτιμότερο αγαθό μου. Δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ούτε το παραμικρό κομμάτι της, ούτε να υποταχθώ σε οποιαδήποτε πειθαρχία, ούτε να αφιερώνω τον χρόνο μου δικαιολογούμενος απέναντι σε μικρές ομάδες, σε δίκες τύπου «Μόσχα επί του Σηκουάνα».
Έχω περάσει την ηλικία στην οποία θα υπέκυπτα στους εκφοβισμούς των «προσβεβλημένων» κατά το δοκούν. Θα μπορούσα να πω, όπως ο Pialat: «Δεν με αγαπάτε; Ούτε εγώ σας αγαπώ». Αλλά αυτό θα ήταν ψέμα. Αγάπησα και αγαπώ πολλούς από εσάς. Αλλά περισσότερο από εσάς αγαπώ την ελευθερία μου. Οι πραγματικοί ανυπότακτοι δεν είναι αυτοί που νομίζουμε.
Φεύγω βεβαίως από τη Libération, αλλά όχι από τους αναγνώστες της, εκείνους που με διάβασαν, με άκουσαν και με αγάπησαν όλα αυτά τα χρόνια, εκείνους για τους οποίους η διαφορετικότητα των απόψεων μέσα στην Αριστερά αποτελεί πολύτιμο θησαυρό.
Όπως έλεγε ο Jean-Paul Sartre το 1973 για τη Libération, της οποίας ήταν συνιδρυτής μαζί με τον Serge July, είναι “μια εφημερίδα που δεν είναι εφημερίδα ενός κόμματος και όπου οι δημοσιογράφοι, όλοι αριστεροί, δεν έχουν κατ' ανάγκην την ίδια άποψη”.
Σε όλους αυτούς τους αναγνώστες δίνω ραντεβού σε άλλες πλατφόρμες, όπου θα συνεχίσω να κάνω τη φωνή μου να ακούγεται και να υπερασπίζομαι τις αξίες και τη δημοσιογραφία στις οποίες πιστεύω.
Ελπίζω η πλειονότητα από εσάς να συνεχίσει, όπως προσπάθησα να κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια, να υπερασπίζεται τη Libération απέναντι σε εκείνους που θα ήθελαν να την κρατήσουν όμηρο στο όνομα μιας ιδεολογίας αντίθετης προς τις αξίες της.
Σε όσους θα αγωνιστούν για να “απελευθερώσουν τη Libération”, για να χρησιμοποιήσω ακόμη μία έκφραση του Serge July από το 1981, εύχομαι καλό δρόμο, όπως εύχομαι καλό δρόμο και στη Sonia Delesalle-Stolper, τη νέα διευθύντρια σύνταξης.
Μην ξεχνάτε ότι την ελευθερία την αναγνωρίζεις από τον θόρυβο που κάνει όταν φεύγει.
Jean Quatremer»
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Le Point (29/07/2026), ο Quatremer εγκαταλείπει την εφημερίδα έπειτα από μακρά περίοδο έντασης με τμήμα της σύνταξης, με βασικό σημείο τριβής τις δημόσιες παρεμβάσεις του για το Ισραήλ, τον πόλεμο στη Γάζα, τον αντισημιτισμό και τη σχέση μέρους της γαλλικής Αριστεράς με το πολιτικό Ισλάμ.
«Ο ισλαμοαριστερισμός και το woke κέρδισαν», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Le Point.
Η 7η Οκτωβρίου ως σημείο καμπής
Ο ίδιος συνδέει την όξυνση της εσωτερικής αντιπαράθεσης με την επίθεση της Hamas στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Όπως αναφέρει, οι θέσεις που εξέφραζε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην τηλεόραση προκαλούσαν ήδη αντιδράσεις, όμως μετά την 7η Οκτωβρίου η σύγκρουση απέκτησε πολύ μεγαλύτερη ένταση.
Το Le Point εντάσσει την υπόθεση στον ευρύτερο «πόλεμο των δύο Αριστερών» στη Γαλλία: από τη μία τη σοσιαλδημοκρατική και κοσμική Αριστερά, την οποία θεωρεί ότι εκφράζει ο Quatremer, και από την άλλη ένα τμήμα της γαλλικής Αριστεράς που βρίσκεται πολιτικά κοντά στη La France Insoumise του Jean-Luc Mélenchon.
Ο Quatremer υποστηρίζει ότι στο σημερινό περιβάλλον της Libération δεν υπάρχει πλέον ουσιαστικός χώρος για αντιπαράθεση απόψεων.
«Υπερασπίζομαι την ιδέα ότι το Ισραήλ είναι δημοκρατία. Διαπιστώνω ότι οι αποδείξεις μιας γενοκτονίας στη Γάζα παραμένουν άφαντες. Πιστεύω ότι μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές για έναν μουσουλμανικό αντισημιτισμό. Αν κάνω λάθος, οποιοσδήποτε στη Libération μπορούσε να ζητήσει χώρο για να το αποδείξει. Κανείς δεν το έκανε», δηλώνει.
Σκληρή επίθεση στη «νέα Αριστερά»
Η αποχώρησή του συνοδεύτηκε από εκτενή επιστολή προς συναδέλφους και αναγνώστες, στην οποία εξαπολύει σφοδρή κριτική σε αυτό που αποκαλεί «νέα Αριστερά», κατηγορώντας την για ιδεολογική αστυνόμευση, cancel culture και ανοχή απέναντι στον αντισημιτισμό.
Ο γάλλος δημοσιογράφος περιγράφει τη Libération των πρώτων δεκαετιών ως μια χαοτική αλλά βαθιά ελεύθερη εφημερίδα, όπου οι δημοσιογράφοι συγκρούονταν δημόσια χωρίς φόβο λογοκρισίας.
«Απαγορευόταν το απαγορεύειν», γράφει χαρακτηριστικά, παραπέμποντας στην κληρονομιά του Μάη του ’68.
Στην επιστολή του υποστηρίζει ότι ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά που μάχεται τον θρησκευτικό σκοταδισμό, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τις διακρίσεις και κάθε μορφή αυταρχισμού, ενώ θεωρεί θεμελιώδεις αξίες την ελευθερία της έκφρασης, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία.
Κατά τον ίδιο, η Αριστερά αυτή έχει πλέον καταστεί μειοψηφική, ενώ τμήμα της πολιτικής και μιντιακής Αριστεράς ανέχεται αντισημιτικές, αντι-κοσμικές και εχθρικές προς την ελευθερία της έκφρασης αντιλήψεις.
«Παίρνω πίσω την ελευθερία μου»
Ο Quatremer απορρίπτει τις κατηγορίες περί ισλαμοφοβίας και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να υποταχθεί σε ιδεολογική πειθαρχία.
«Παίρνω πίσω την ελευθερία μου, γιατί είναι το πολυτιμότερο αγαθό μου», γράφει, προσθέτοντας ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη δημόσια παρουσία του και ότι θα συνεχίσει να παρεμβαίνει μέσω άλλων μέσων και πλατφορμών.
Κλείνοντας την επιστολή του, επικαλείται μια φράση του Jean-Paul Sartre για τη Libération ως «μια εφημερίδα που δεν είναι εφημερίδα κόμματος και όπου οι δημοσιογράφοι, όλοι αριστεροί, δεν έχουν κατ’ ανάγκην την ίδια άποψη», και απευθύνεται στους αναγνώστες που θεωρούν τη διαφορετικότητα των απόψεων μέσα στην Αριστερά πολύτιμο στοιχείο της δημοκρατικής συζήτησης.
«Μην ξεχνάτε ότι την ελευθερία την αναγνωρίζεις από τον θόρυβο που κάνει όταν φεύγει», καταλήγει ο Jean Quatremer.
H επιστολή του Jean Quatremer
«Αντίο Libé!
Αγαπητοί φίλοι της Libération,
Το ομολογώ, είμαι ελευθεριακός και, όπως κάθε ελευθεριακός, προβοκάτορας. Ούτε Θεός ούτε αφέντης. Γι' αυτό ακριβώς επέλεξα τη Libé το 1984. Μια ελεύθερη εφημερίδα, χαοτική, αντισυμβατική, διαφωνούσα, αυτή που ο Serge July είχε αναδημιουργήσει τον Μάιο του 1981, τη Libé II.
«Στην αρχή της Libération υπήρχε το χάος», όπως πολύ σωστά έγραψε, ένα αρχέγονο χάος που για πολύ καιρό σημάδεψε αυτή την εφημερίδα.
Απίθανοι και παθιασμένοι άνθρωποι συνυπήρχαν εκεί, άνθρωποι που περνούσαν τον χρόνο τους τσακώνοντας δημόσια, κάτι που θα ήταν αδύνατο στους άλλους καθωσπρέπει και θεσμικούς τίτλους, και στη συνέχεια συμφιλιώνονταν γύρω από ένα ποτήρι ή ένα γεύμα. Δεν φοβόμασταν τίποτα και κυρίως όχι εκείνους που δεν σκέφτονταν όπως εμείς, με τους οποίους, αντίθετα, επιδιώκαμε την αντιπαράθεση. Ποτέ δεν θα λογοκρίναμε κανέναν ή τίποτα – με ορισμένες εξαιρέσεις, πρέπει να το παραδεχτούμε. Απαγορευόταν το απαγορεύειν, μια κληρονομιά του Μάη του '68 για την οποία μπορούσαμε να είμαστε υπερήφανοι, ακόμη κι αν υπήρξαν κάποιες παρεκτροπές που η Libé είχε το θάρρος να αναγνωρίσει, σε αντίθεση με πολλές άλλες εφημερίδες. Και ήταν απολύτως αποδεκτό να σπάσεις τα πιάτα και να βάλεις τα πόδια πάνω στο τραπέζι.
Όμως και τα καλύτερα πράγματα κάποτε τελειώνουν. Υποκλίνομαι και αποχωρώ.
Ευχαριστώ τις διαδοχικές διευθύνσεις της σύνταξης που για μεγάλο χρονικό διάστημα μου επέτρεψαν να ασκώ με πλήρη ανεξαρτησία το επάγγελμά μου μέσα στην εφημερίδα, αλλά και σε άλλες πλατφόρμες, την πλειονότητα των συναδέλφων μου με τους οποίους είχα πάντοτε εγκάρδιες σχέσεις με το πέρασμα του χρόνου, καθώς και τους διάφορους μετόχους που μας χρηματοδότησαν περισσότερο από γενναιόδωρα χωρίς ποτέ να παρεμβαίνουν στη σύνταξη, κάτι για το οποίο μπορώ να καταθέσω προσωπικά.
Αν φεύγω, δεν είναι εξαιτίας της Ευρώπης, του θέματος στο οποίο αφιέρωσα με πάθος ένα πολύ μεγάλο μέρος της επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Ανήκω σε εκείνη τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά που πολεμά τον θρησκευτικό σκοταδισμό, όποιος κι αν είναι αυτός, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τις διακρίσεις, το μίσος κατά των μουσουλμάνων, τον σεξισμό, την ομοφοβία, την κοινωνική αδικία, τα αυταρχικά καθεστώτα κ.λπ. Εκείνη που θεωρεί ιερές τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, και ειδικότερα την ελευθερία της έκφρασης, εκείνη που δεν συμβιβάζεται όσον αφορά το κράτος δικαίου και τη Δημοκρατία.
Δυστυχώς, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι αυτή η Αριστερά είναι πλέον μειοψηφική, ίσως ακόμη και υπό εξαφάνιση. Από φόβο μήπως κατηγορηθεί για «ισλαμοφοβία» ή νεοαποικιοκρατία ή, πιο κυνικά, προκειμένου να προσελκύσει μια κοινοτική ψήφο, ένα μέρος της πολιτικής και μιντιακής Αριστεράς ανέχεται στους κόλπους του ομοφοβικούς, μισογυνικούς, τρανσφοβικούς, αντι-κοσμικούς και εχθρικούς προς την ελευθερία της έκφρασης λόγους, καθώς και τον κληρικαλισμό με τον οποίο συμμαχεί.
Μετά το πογκρόμ της 7ης Οκτωβρίου, μετέτρεψε την εχθρότητα απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου –την οποία συμμερίζομαι πλήρως– και τη θεμιτή υποστήριξη προς την παλαιστινιακή υπόθεση σε έναν σφοδρό αντισιωνισμό, το προσωπείο ενός ανεξέλεγκτου αντισημιτισμού, όπως είχε πολύ καλά αντιληφθεί ο Vladimir Jankélévitch, ο οποίος αποτελεί άρνηση όχι μόνο των αξιών της Αριστεράς αλλά και της Δημοκρατίας.
Διαδηλώνουν μπροστά από συναγωγές, επιτίθενται σε Εβραίους, ουρλιάζουν «Heil Hitler» σε διαδηλώσεις, απαγορεύουν να μιλήσουν διανοούμενοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες και δημοσιογράφοι επειδή είναι Εβραίοι και άρα σιωνιστές και άρα «γενοκτόνοι». Χαρακτηρίζουν φασίστα οποιονδήποτε, Εβραίο ή μη, δεν ευθυγραμμίζεται με αυτή τη γραμμή, στο όνομα ενός αντιφασισμού νέου τύπου, ο οποίος, με τη βία του –ενίοτε θανατηφόρα– μοιάζει σαν δίδυμος αδελφός με αυτό που ισχυρίζεται ότι πολεμά.
Αυτή η νέα Αριστερά, που κυλιέται στον αντισημιτισμό, υπερασπίζεται την ελευθερία να εκφράζεις… την ίδια άποψη με εκείνη.
Όπως στις καλύτερες εποχές της ΕΣΣΔ και της Κομιντέρν, η αστυνομία της σκέψης επιβάλλει μια ιδεολογική τρομοκρατία με αναθέματα, συκοφαντικές καταγγελίες και κουλτούρα ακύρωσης.
Μετατρέπουν τους Εβραίους σε Ναζί, κατηγορούν το Ισραήλ και τους Εβραίους ολόκληρου του πλανήτη ότι είναι γενοκτόνοι, όπως χθες τους κατηγορούσαν για θεοκτονία, αρνούνται το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ –κάτι που δεν συμβαίνει με καμία άλλη χώρα– και θεωρούν ότι, κατά βάθος, ο αντισημιτισμός είναι μια άποψη όπως όλες οι άλλες και όχι πλέον ένα ζήτημα αρχής στο οποίο δεν χωρούν συμβιβασμοί…
Ναι, όλα αυτά επιτρέπονται. Αλλά να καταγγείλεις τον αντισημιτισμό και τον αντισιωνισμό, να υπερασπιστείς το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει, να αμφισβητήσεις τον ισχυρισμό ότι αυτή η χώρα διαπράττει γενοκτονία ή οργανώνει λιμό, να επισημάνεις τη χρήση του άμαχου πληθυσμού ως ανθρώπινης ασπίδας από τους τρομοκράτες της Χαμάς, να αναρωτηθείς για την εργαλειοποίηση της UNRWA ή του ΟΗΕ από τους ισλαμιστές, α, αυτό όχι!
Κι όμως, σας το λέω εγώ που δεν είμαι Εβραίος: ο αντισημιτισμός σε όλες του τις μορφές, ακόμη και τις ύπουλες, αποτελεί αδιαμφισβήτητο δείκτη μίσους απέναντι στη Δημοκρατία, τις ελευθερίες, το κράτος δικαίου, την ισότητα και τον ανθρωπισμό. Προαναγγέλλει τον ολοκληρωτισμό.
Αυτή η νέα Αριστερά, που κυλιέται στον αντισημιτισμό, υπερασπίζεται την ελευθερία να εκφράζεις… την ίδια άποψη με εκείνη. Διαχωρίζει τα θύματα σε καλά και κακά αντί να υπερασπίζεται ολόκληρη την ανθρωπότητα. Προσβάλλει και συκοφαντεί όσους δεν στέκονται προσοχή μπροστά στην προπαγάνδα, τα ψέματα και το μίσος της.
Έτσι, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται από την 7η Οκτωβρίου οι εκπρόσωποι αυτής της Αριστεράς, που πλέον μόνο κατ' όνομα είναι Αριστερά, ποτέ δεν ταύτισα τους μουσουλμάνους με τον ισλαμισμό ούτε τους Παλαιστινίους με τη Hamas και τους υμνητές της. Όποιος με κατηγορεί για ρατσισμό, ισλαμοφοβία –μια κατηγορία που σκοτώνει μόνο εκείνους εναντίον των οποίων εκτοξεύεται– και φασισμό είναι ηλίθιος ή κάθαρμα ή και τα δύο.
Έχω περάσει την ηλικία στην οποία θα υπέκυπτα στους εκφοβισμούς των «προσβεβλημένων» κατά το δοκούν.
Το παραδέχομαι, δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αυτή την Αριστερά, η οποία αποτελεί την ίδια την άρνηση των αρχών πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η Libé. Βεβαίως, απέχουν πολύ από το να αποτελούν πλειοψηφία στην εφημερίδα και ακόμη περισσότερο στη διεύθυνσή της, αλλά χρησιμοποιώντας δοκιμασμένες μεθόδους παρενόχλησης της άκρας Αριστεράς καταφέρνουν να κάνουν τον αέρα για μένα αποπνικτικό.
Γι' αυτό υποκλίνομαι και αποχωρώ. Παίρνω πίσω την ελευθερία μου, γιατί είναι το πολυτιμότερο αγαθό μου. Δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ούτε το παραμικρό κομμάτι της, ούτε να υποταχθώ σε οποιαδήποτε πειθαρχία, ούτε να αφιερώνω τον χρόνο μου δικαιολογούμενος απέναντι σε μικρές ομάδες, σε δίκες τύπου «Μόσχα επί του Σηκουάνα».
Έχω περάσει την ηλικία στην οποία θα υπέκυπτα στους εκφοβισμούς των «προσβεβλημένων» κατά το δοκούν. Θα μπορούσα να πω, όπως ο Pialat: «Δεν με αγαπάτε; Ούτε εγώ σας αγαπώ». Αλλά αυτό θα ήταν ψέμα. Αγάπησα και αγαπώ πολλούς από εσάς. Αλλά περισσότερο από εσάς αγαπώ την ελευθερία μου. Οι πραγματικοί ανυπότακτοι δεν είναι αυτοί που νομίζουμε.
Φεύγω βεβαίως από τη Libération, αλλά όχι από τους αναγνώστες της, εκείνους που με διάβασαν, με άκουσαν και με αγάπησαν όλα αυτά τα χρόνια, εκείνους για τους οποίους η διαφορετικότητα των απόψεων μέσα στην Αριστερά αποτελεί πολύτιμο θησαυρό.
Όπως έλεγε ο Jean-Paul Sartre το 1973 για τη Libération, της οποίας ήταν συνιδρυτής μαζί με τον Serge July, είναι “μια εφημερίδα που δεν είναι εφημερίδα ενός κόμματος και όπου οι δημοσιογράφοι, όλοι αριστεροί, δεν έχουν κατ' ανάγκην την ίδια άποψη”.
Σε όλους αυτούς τους αναγνώστες δίνω ραντεβού σε άλλες πλατφόρμες, όπου θα συνεχίσω να κάνω τη φωνή μου να ακούγεται και να υπερασπίζομαι τις αξίες και τη δημοσιογραφία στις οποίες πιστεύω.
Ελπίζω η πλειονότητα από εσάς να συνεχίσει, όπως προσπάθησα να κάνω εγώ τα τελευταία χρόνια, να υπερασπίζεται τη Libération απέναντι σε εκείνους που θα ήθελαν να την κρατήσουν όμηρο στο όνομα μιας ιδεολογίας αντίθετης προς τις αξίες της.
Σε όσους θα αγωνιστούν για να “απελευθερώσουν τη Libération”, για να χρησιμοποιήσω ακόμη μία έκφραση του Serge July από το 1981, εύχομαι καλό δρόμο, όπως εύχομαι καλό δρόμο και στη Sonia Delesalle-Stolper, τη νέα διευθύντρια σύνταξης.
Μην ξεχνάτε ότι την ελευθερία την αναγνωρίζεις από τον θόρυβο που κάνει όταν φεύγει.
Jean Quatremer»
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών