Η CIA επιστρέφει επιθετικά στην Κούβα: Το μυστικό σχέδιο της Ουάσιγκτον για ρήγμα στην ηγεσία της Αβάνας
Μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη περίοδος φαίνεται να αρχίζει στις σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κούβα.
Σύμφωνα με αποκάλυψη των New York Times, η CIA δημιούργησε ειδική ομάδα επιχειρήσεων με αποκλειστικό αντικείμενο την Κούβα, ανοίγοντας τον δρόμο για μια οργανωμένη και μακροχρόνια εκστρατεία πίεσης εναντίον της κυβέρνησης της Αβάνας.
Η νέα μονάδα δεν περιορίζεται στη συλλογή πληροφοριών.
Στελεχώνεται με αξιωματικούς που στρατολογούν και διαχειρίζονται πληροφοριοδότες, αναλυτές, ειδικούς στις κυβερνοεπιχειρήσεις και προσωπικό με εμπειρία στις μυστικές επιχειρήσεις επιρροής.
Η δημιουργία της επιτρέπει στη CIA να διοχετεύει γρήγορα περισσότερα χρήματα, ανθρώπινο δυναμικό και τεχνικά μέσα προς τον κουβανικό στόχο.
Η ίδια η CIA αρνήθηκε να σχολιάσει το δημοσίευμα.
Πίσω από την κίνηση βρίσκεται ένας σαφής πολιτικός στόχος: η κυβέρνηση του Donald Trump θέλει να υποχρεώσει την Αβάνα να αποδεχθεί βαθιές οικονομικές, πολιτικές και διοικητικές αλλαγές.
Η Ουάσιγκτον δεν αναζητεί απλώς παραχωρήσεις.
Επιδιώκει να επηρεάσει τον ίδιο τον συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της κουβανικής ηγεσίας.

Στόχος οι ρωγμές στην πολιτική ελίτ της Κούβας
Η εντολή προς τη νέα ομάδα είναι συγκεκριμένη: να εντοπίσει, να εκμεταλλευθεί και, όπου είναι δυνατόν, να διευρύνει τις διαφωνίες μέσα στην πολιτική και κρατική ελίτ της Κούβας.
Η αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κουβανική ηγεσία δεν αποτελεί ένα απολύτως συμπαγές σύνολο.
Στο εσωτερικό της φέρεται να υπάρχουν στελέχη που επιμένουν στη σκληρή αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και αξιωματούχοι που θα μπορούσαν να εμφανιστούν περισσότερο πρόθυμοι να διαπραγματευθούν οικονομικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικές εγγυήσεις.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επιδίωξη της CIA είναι να δημιουργηθούν τέτοιες εσωτερικές πιέσεις ώστε οι θεωρούμενοι από την Ουάσιγκτον ως αδιάλλακτοι αξιωματούχοι να παραμεριστούν και να αντικατασταθούν από περισσότερο πραγματιστικές προσωπικότητες, διατεθειμένες να συζητήσουν τις απαιτήσεις του Donald Trump.
Πρόκειται ουσιαστικά για επιχείρηση πολιτικής αναδιάταξης από το εσωτερικό.
Αντί μιας άμεσης στρατιωτικής επέμβασης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιλέγει έναν συνδυασμό οικονομικής ασφυξίας, κατασκοπείας, παρακολούθησης χρηματοοικονομικών δικτύων, κυβερνοεπιχειρήσεων και ελεγχόμενης δημοσιοποίησης πληροφοριών.
Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα η άμεση κατάρρευση του κουβανικού κράτους.
Είναι η καλλιέργεια αβεβαιότητας, καχυποψίας και ανταγωνισμού μέσα στον μηχανισμό εξουσίας, μέχρι η ίδια η ηγεσία να αρχίσει να αμφισβητεί ποιοι αξιωματούχοι μπορούν να θεωρούνται αξιόπιστοι.

Η βαριά σκιά του Κόλπου των Χοίρων
Η νέα πρωτοβουλία ξυπνά αναπόφευκτα μνήμες από το 1960, όταν η CIA συγκρότησε προηγούμενη ειδική ομάδα για την Κούβα.
Εκείνη η μονάδα ανέλαβε την προετοιμασία, τον εξοπλισμό και την υποστήριξη Κουβανών εξόριστων που συμμετείχαν στην αποτυχημένη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961.
Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε στρατηγική και πολιτική καταστροφή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενίσχυσε την κυβέρνηση του Fidel Castro και έσπρωξε την Κούβα ακόμη πιο κοντά στη Σοβιετική Ένωση.
Η σημερινή ομάδα έχει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, πιο περιορισμένη αποστολή.
Δεν διαθέτει οργανωμένη κουβανική δύναμη στο έδαφος και δεν έχει εξουσιοδότηση να υποστηρίζει θανατηφόρες επιχειρήσεις.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί μόνιμη εγγύηση.
Οι ειδικές μονάδες της CIA λειτουργούν μέσα σε ένα ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο και οι εξουσίες τους μπορούν να μεταβληθούν με προεδρική απόφαση.
Επομένως, το σημερινό όριο ανάμεσα στην πολιτική αποσταθεροποίηση και σε πιο επιθετικές ενέργειες μπορεί να αλλάξει, εάν ο Donald Trump κρίνει ότι η υπάρχουσα πίεση δεν αποδίδει.
Η ιστορική σύγκριση είναι σημαντική, αλλά οι μέθοδοι έχουν αλλάξει.
Στη σύγχρονη εποχή δεν χρειάζονται απαραίτητα αποβατικές δυνάμεις και ένοπλοι αντικαθεστωτικοί σχηματισμοί.
Μια κυβέρνηση μπορεί να πιεστεί μέσω τραπεζικών κυρώσεων, διακοπής ενεργειακών ροών, κυβερνοεπιθέσεων, διαρροής προσωπικών οικονομικών στοιχείων, υπονόμευσης της εμπιστοσύνης προς την ηγεσία και ενίσχυσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Ο σύγχρονος μυστικός πόλεμος διεξάγεται ταυτόχρονα στα δίκτυα πληροφοριών, στις αγορές, στις τηλεπικοινωνίες και στην κοινή γνώμη.

Η Κούβα σε καθεστώς «Προτεραιότητας 1»
Η δημιουργία της ειδικής ομάδας συνοδεύεται από μία ακόμη κρίσιμη απόφαση.
Η κυβέρνηση του Donald Trump φέρεται να αναβάθμισε την Κούβα σε στόχο «Προτεραιότητας 1» στο αμερικανικό Πλαίσιο Εθνικών Προτεραιοτήτων Πληροφοριών.
Στην ίδια κορυφαία κατηγορία βρίσκονται χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία.
Η κατάταξη αυτή δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κούβα μόνο ως ένα περιφερειακό πολιτικό πρόβλημα ή ως κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου.
Την εντάσσει στους σημαντικότερους στόχους του αμερικανικού μηχανισμού πληροφοριών.
Η απόφαση έχει άμεσες πρακτικές συνέπειες.
Η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA) και άλλες υπηρεσίες έχουν αρχίσει να κατευθύνουν περισσότερα συστήματα συλλογής πληροφοριών και δορυφορικά μέσα προς την κουβανική επικράτεια.
Οι νέες πληροφορίες αναμένεται να καλύψουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεράμυνα, μονάδες ασφαλείας, τηλεπικοινωνιακές υποδομές, μετακινήσεις ανώτερων στελεχών και πιθανές δραστηριότητες της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν στο νησί.
Παράλληλα, θα επιτρέψουν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να ανανεώσουν τα σχέδια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση στρατιωτικής απόφασης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται να είχαν διαμαρτυρηθεί ότι οι υπάρχουσες εκτιμήσεις για τις δυνατότητες και την αμυντική διάταξη της Κούβας ήταν παρωχημένες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ληφθεί απόφαση επίθεσης.
Δείχνει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον θέλει να διαθέτει επικαιροποιημένες επιλογές και να μην αιφνιδιαστεί σε περίπτωση ταχείας κλιμάκωσης.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: άλλο η πολιτική πρόθεση για στρατιωτική δράση και άλλο η επιχειρησιακή προετοιμασία.
Η δεύτερη μπορεί να υπάρχει χωρίς να έχει εγκριθεί η πρώτη.

Οικονομικά δίκτυα και επιχειρήσεις επιρροής
Ένα από τα βασικά πεδία δράσης της νέας ομάδας θα είναι, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, η έρευνα των οικονομικών δραστηριοτήτων της κουβανικής ελίτ.
Οι αναλυτές της CIA αναμένεται να αναζητήσουν στοιχεία για κρυφές ροές χρημάτων, επιχειρηματικές δραστηριότητες, περιουσιακά στοιχεία, προνομιακές συναλλαγές και δίκτυα που συνδέουν ανώτερα στελέχη της Κούβας με εταιρείες στο εξωτερικό.
Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν με πολλούς τρόπους: για στοχευμένες κυρώσεις, για στρατολόγηση πληροφοριοδοτών, για άσκηση προσωπικής πίεσης ή για δημόσιες αποκαλύψεις που θα πλήξουν την εικόνα της ηγεσίας.
Η CIA έχει εφαρμόσει ανάλογες μεθόδους και απέναντι σε άλλους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, δημοσιοποιώντας επιλεγμένα στοιχεία με σκοπό να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να προκαλέσει δυσπιστία στο εσωτερικό των αντίπαλων κρατικών μηχανισμών.
Η πληροφορία, σε αυτή την περίπτωση, δεν χρησιμοποιείται μόνο για να κατανοηθεί ο αντίπαλος.
Μετατρέπεται σε πολιτικό όπλο.
Μια πραγματική ή επιλεκτικά παρουσιασμένη αποκάλυψη μπορεί να έχει μεγαλύτερη αποσταθεροποιητική ισχύ από μια κλασική επιχείρηση κατασκοπείας.
Μπορεί να προκαλέσει δημόσια οργή, εσωτερικές εκκαθαρίσεις και αλληλοκατηγορίες ανάμεσα σε κρατικά στελέχη.
Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι η αξιοπιστία των πληροφοριών και ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιαστούν.
Οι μυστικές επιχειρήσεις επιρροής συχνά αναμειγνύουν πραγματικά στοιχεία με πολιτική στόχευση, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη διάκριση ανάμεσα στην αποκάλυψη και στην ψυχολογική επιχείρηση.

Η οργισμένη απάντηση της Αβάνας
Η κουβανική κυβέρνηση απέρριψε τη νέα εξέλιξη ως συνέχεια της μακράς ιστορίας αμερικανικών παρεμβάσεων.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Carlos Fernández de Cossío δήλωσε ότι οι προθέσεις της Ουάσιγκτον δεν προκαλούν έκπληξη, καθώς η Κούβα έχει αποτελέσει επί δεκαετίες στόχο κατασκοπείας, υπονόμευσης και αποσταθεροποίησης από τη CIA.
Παράλληλα, κατηγόρησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ότι παρουσιάζει ως απειλή την προσπάθεια της Κούβας να οργανώσει τη νόμιμη άμυνά της.
Για την Αβάνα, η δημιουργία της ειδικής μονάδας αποτελεί απόδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει ισότιμες διαπραγματεύσεις, αλλά αλλαγή πολιτικής συμπεριφοράς υπό καθεστώς απειλής.
Η κουβανική ηγεσία μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει την αποκάλυψη στο εσωτερικό της χώρας.
Η ύπαρξη μιας πραγματικής αμερικανικής επιχείρησης πίεσης επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποδίδει μέρος της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής δυσαρέσκειας σε εξωτερικό σχέδιο αποσταθεροποίησης.
Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό δίλημμα για την Ουάσιγκτον.
Όσο ενισχύει τη μυστική πίεση, τόσο περισσότερο προσφέρει στην Αβάνα επιχειρήματα για αυστηρότερο έλεγχο του εσωτερικού, καταστολή των αντιφρονούντων και κινητοποίηση του πληθυσμού γύρω από την απειλή μιας ξένης επέμβασης.
Το τελεσίγραφο του John Ratcliffe
Η κλιμάκωση είχε γίνει εμφανής ήδη από τον Μάιο του 2026, όταν ο διευθυντής της CIA John Ratcliffe πραγματοποίησε μια σπάνια επίσκεψη στην Αβάνα.
Συναντήθηκε με τον Raúl Guillermo Rodríguez Castro, εγγονό του Raúl Castro, τον υπουργό Εσωτερικών Lázaro Álvarez Casas και τον επικεφαλής των κουβανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Οι δύο πλευρές συζήτησαν ζητήματα ασφάλειας, οικονομικής σταθερότητας και πιθανής συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών.
Το μήνυμα του John Ratcliffe ήταν διπλό.
Από τη μία πλευρά, αναγνώρισε τις κουβανικές υπηρεσίες ως σοβαρό αντίπαλο και ενδεχόμενο μελλοντικό συνομιλητή. Από την άλλη, προειδοποίησε ότι ο χρόνος για τις αλλαγές που απαιτεί ο Donald Trump εξαντλείται.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, άφησε να εννοηθεί ότι η Κούβα θα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία της Βενεζουέλας, εάν η ηγεσία της αρνηθεί να προσαρμοστεί στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Η αναφορά στη Βενεζουέλα δεν ήταν τυχαία.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης Trump, σκληροπυρηνικοί αξιωματούχοι φέρεται να θεωρούν ότι η αλλαγή εξουσίας στη Βενεζουέλα απέδειξε πως η συνδυασμένη πολιτική, οικονομική και επιχειρησιακή πίεση μπορεί να προκαλέσει ταχεία ανατροπή ενός στενού συμμάχου της Αβάνας.
Ορισμένοι εμφανίστηκαν τόσο αισιόδοξοι, ώστε εκτίμησαν ότι η σημερινή κουβανική κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει καταρρεύσει πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

John Ratcliffe
Από την προσέγγιση του 2015 στη νέα σύγκρουση
Η σημερινή πραγματικότητα απέχει δραματικά από το κλίμα του 2015.
Κατά την περίοδο του Barack Obama, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κούβα αποκατέστησαν επίσημα τις διπλωματικές τους σχέσεις.
Ο τότε διευθυντής της CIA John Brennan είχε ταξιδέψει στην Αβάνα και είχε συναντηθεί με τον Alejandro Castro και άλλους αξιωματούχους.
Η Ουάσιγκτον επιδίωκε τότε συνεργασία με τις κουβανικές υπηρεσίες εναντίον δικτύων διακίνησης ναρκωτικών και τρομοκρατικών οργανώσεων.
Οι συζητήσεις, όμως, δεν απέκτησαν διάρκεια, καθώς κάθε πλευρά κατηγορούσε την άλλη ότι δεν υλοποιούσε τα απαιτούμενα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η εποχή της περιορισμένης προσέγγισης έχει πλέον αντικατασταθεί από μια στρατηγική μέγιστης πίεσης.
Η ενεργειακή και οικονομική ασφυξία της Κούβας χρησιμοποιείται ως μοχλός για πολιτικές παραχωρήσεις.
Η κυβέρνηση Trump έχει απειλήσει με δασμούς χώρες που προμηθεύουν το νησί με πετρέλαιο, ενώ η κουβανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις, διακοπές ηλεκτρικής ενέργειας και προβλήματα στην τροφοδοσία.
Παρά την πίεση, η κυβέρνηση της Κούβας έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να επιβιώνει σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Άντεξε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεκαετίες κυρώσεων, οικονομικές κρίσεις και επαναλαμβανόμενες περιόδους έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό σημαίνει ότι όσοι στην Ουάσιγκτον προβλέπουν γρήγορη κατάρρευση μπορεί να υποτιμούν τόσο τη συνοχή του κρατικού μηχανισμού όσο και την ικανότητα της κουβανικής ηγεσίας να μετατρέπει την εξωτερική απειλή σε μηχανισμό εσωτερικής συσπείρωσης.
Ο παράγοντας Ρωσία, Κίνα και Ιράν
Η γεωστρατηγική αξία της Κούβας δεν περιορίζεται στις ιστορικές διαφορές της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η γεωγραφική της θέση, σε μικρή απόσταση από τις αμερικανικές ακτές, την καθιστά ιδιαίτερα σημαντική για τη Ρωσία και την Κίνα.
Η Ουάσιγκτον ανησυχεί για πιθανές εγκαταστάσεις συλλογής πληροφοριών, ραντάρ, επικοινωνιακά συστήματα και άλλες μορφές στρατιωτικής ή τεχνολογικής συνεργασίας στο νησί.
Οι κουβανικές και κινεζικές αρχές έχουν απορρίψει προηγούμενες κατηγορίες περί κινεζικής κατασκοπευτικής παρουσίας, όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να παρακολουθούν την κατασκευή και την αναβάθμιση εγκαταστάσεων που θεωρούν ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συλλογή σημάτων και στρατιωτικών πληροφοριών.
Για την κυβέρνηση Trump, συνεπώς, η Κούβα δεν αποτελεί μόνο ιδεολογικό αντίπαλο.
Αντιμετωπίζεται ως πιθανό προγεφύρωμα ανταγωνιστικών δυνάμεων στην άμεση περιφέρεια ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτό εξηγεί γιατί η χώρα τοποθετήθηκε στην ανώτερη κατηγορία πληροφοριακών προτεραιοτήτων.
Παράλληλα, όμως, η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν έχει απορροφήσει σημαντικούς στρατιωτικούς, πολιτικούς και πληροφοριακούς πόρους.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, τα στελέχη που υποστηρίζουν μια ακόμη πιο επιθετική πολιτική εναντίον της Αβάνας αναγνωρίζουν ότι μια πλήρης εκστρατεία θα είναι δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί όσο συνεχίζεται το μέτωπο με το Ιράν.

Το μεγάλο ρίσκο της Ουάσιγκτον
Η νέα στρατηγική μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική ως μέσο πίεσης, αλλά περιλαμβάνει εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους.
Ο πρώτος είναι ο λανθασμένος υπολογισμός της συνοχής της κουβανικής ηγεσίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να θεωρούν ότι υπάρχουν έτοιμα πολιτικά ρήγματα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτά έχουν το βάθος που απαιτείται για αλλαγή εξουσίας.
Ο δεύτερος είναι η πιθανότητα η εξωτερική πίεση να ενισχύσει τους σκληροπυρηνικούς αντί να τους αποδυναμώσει.
Όταν ένα κράτος αισθάνεται ότι απειλείται με ανατροπή, οι πραγματιστές αξιωματούχοι κινδυνεύουν να κατηγορηθούν ως υποχωρητικοί ή ακόμη και ως συνεργάτες του εξωτερικού εχθρού.
Ο τρίτος κίνδυνος είναι η κλιμάκωση.
Μια κυβερνοεπιχείρηση, μια επιθετική κατασκοπευτική ενέργεια ή μια διαρροή πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει κουβανικά αντίμετρα, συλλήψεις, επιθέσεις σε αμερικανικά δίκτυα ή μεγαλύτερη προσέγγιση της Αβάνας με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.
Ο τέταρτος αφορά την ιστορική μνήμη.
Οι προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις στην Κούβα δεν οδήγησαν στην αποδυνάμωση της επαναστατικής εξουσίας.
Σε πολλές περιπτώσεις τη βοήθησαν να δικαιολογήσει τη στρατιωτικοποίηση και την αυστηρότερη πολιτική επιτήρηση.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί σήμερα να αποφύγει τα λάθη του Κόλπου των Χοίρων χρησιμοποιώντας πιο σύνθετα, αθόρυβα και τεχνολογικά μέσα.
Η βασική επιδίωξη, ωστόσο, παραμένει παρόμοια: η μεταβολή της πολιτικής κατεύθυνσης της Κούβας μέσω εξωτερικής πίεσης.
Ένας νέος μυστικός πόλεμος στην Καραϊβική
Η δημιουργία της ειδικής ομάδας της CIA σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μία ακόμη αυστηρή απόφαση της κυβέρνησης Trump.
Δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για έναν παρατεταμένο μυστικό πόλεμο στην Καραϊβική.
Το πεδίο δεν θα είναι μόνο οι κυβερνητικές αίθουσες της Αβάνας.
Θα είναι οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι δορυφορικές εικόνες, τα συστήματα επικοινωνιών, οι προσωπικές σχέσεις των αξιωματούχων, οι επιχειρηματικές δομές και η κουβανική κοινή γνώμη.
Η αμερικανική στρατηγική επιχειρεί να συνδυάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα: οικονομική πίεση, πληροφοριακή υπεροχή, μυστικές επαφές, κυβερνοεπιχειρήσεις και ψυχολογικές επιχειρήσεις.
Η Κούβα, από την πλευρά της, γνωρίζει ότι η απειλή είναι πραγματική.
Διαθέτει έναν έμπειρο μηχανισμό αντικατασκοπείας και μια ηγεσία που έχει επιβιώσει από δεκαετίες εχθρικών ενεργειών. Δεν είναι ένας εύκολος ή απροετοίμαστος στόχος.
Η μάχη που αρχίζει δεν θα κριθεί μόνο από το πόσους πράκτορες μπορεί να στρατολογήσει η CIA ή πόσες πληροφορίες μπορούν να συλλέξουν οι αμερικανικοί δορυφόροι.
Θα κριθεί από το αν η Ουάσιγκτον μπορεί πραγματικά να μετατρέψει την οικονομική κρίση της Κούβας σε πολιτική ρήξη — και από το αν η Αβάνα θα μπορέσει, για ακόμη μία φορά, να μετατρέψει την αμερικανική πίεση σε εργαλείο επιβίωσης.
Η CIA επιστρέφει στην Κούβα με νέα τεχνολογία και διαφορετικές μεθόδους.
Το ιστορικό ερώτημα, όμως, παραμένει το ίδιο:
Μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αλλάξουν την Κούβα από το εσωτερικό ή θα καταλήξουν ξανά να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις που επιδιώκουν να απομακρύνουν;
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με αποκάλυψη των New York Times, η CIA δημιούργησε ειδική ομάδα επιχειρήσεων με αποκλειστικό αντικείμενο την Κούβα, ανοίγοντας τον δρόμο για μια οργανωμένη και μακροχρόνια εκστρατεία πίεσης εναντίον της κυβέρνησης της Αβάνας.
Η νέα μονάδα δεν περιορίζεται στη συλλογή πληροφοριών.
Στελεχώνεται με αξιωματικούς που στρατολογούν και διαχειρίζονται πληροφοριοδότες, αναλυτές, ειδικούς στις κυβερνοεπιχειρήσεις και προσωπικό με εμπειρία στις μυστικές επιχειρήσεις επιρροής.
Η δημιουργία της επιτρέπει στη CIA να διοχετεύει γρήγορα περισσότερα χρήματα, ανθρώπινο δυναμικό και τεχνικά μέσα προς τον κουβανικό στόχο.
Η ίδια η CIA αρνήθηκε να σχολιάσει το δημοσίευμα.
Πίσω από την κίνηση βρίσκεται ένας σαφής πολιτικός στόχος: η κυβέρνηση του Donald Trump θέλει να υποχρεώσει την Αβάνα να αποδεχθεί βαθιές οικονομικές, πολιτικές και διοικητικές αλλαγές.
Η Ουάσιγκτον δεν αναζητεί απλώς παραχωρήσεις.
Επιδιώκει να επηρεάσει τον ίδιο τον συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της κουβανικής ηγεσίας.

Στόχος οι ρωγμές στην πολιτική ελίτ της Κούβας
Η εντολή προς τη νέα ομάδα είναι συγκεκριμένη: να εντοπίσει, να εκμεταλλευθεί και, όπου είναι δυνατόν, να διευρύνει τις διαφωνίες μέσα στην πολιτική και κρατική ελίτ της Κούβας.
Η αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι η κουβανική ηγεσία δεν αποτελεί ένα απολύτως συμπαγές σύνολο.
Στο εσωτερικό της φέρεται να υπάρχουν στελέχη που επιμένουν στη σκληρή αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και αξιωματούχοι που θα μπορούσαν να εμφανιστούν περισσότερο πρόθυμοι να διαπραγματευθούν οικονομικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικές εγγυήσεις.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επιδίωξη της CIA είναι να δημιουργηθούν τέτοιες εσωτερικές πιέσεις ώστε οι θεωρούμενοι από την Ουάσιγκτον ως αδιάλλακτοι αξιωματούχοι να παραμεριστούν και να αντικατασταθούν από περισσότερο πραγματιστικές προσωπικότητες, διατεθειμένες να συζητήσουν τις απαιτήσεις του Donald Trump.
Πρόκειται ουσιαστικά για επιχείρηση πολιτικής αναδιάταξης από το εσωτερικό.
Αντί μιας άμεσης στρατιωτικής επέμβασης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιλέγει έναν συνδυασμό οικονομικής ασφυξίας, κατασκοπείας, παρακολούθησης χρηματοοικονομικών δικτύων, κυβερνοεπιχειρήσεων και ελεγχόμενης δημοσιοποίησης πληροφοριών.
Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα η άμεση κατάρρευση του κουβανικού κράτους.
Είναι η καλλιέργεια αβεβαιότητας, καχυποψίας και ανταγωνισμού μέσα στον μηχανισμό εξουσίας, μέχρι η ίδια η ηγεσία να αρχίσει να αμφισβητεί ποιοι αξιωματούχοι μπορούν να θεωρούνται αξιόπιστοι.

Η βαριά σκιά του Κόλπου των Χοίρων
Η νέα πρωτοβουλία ξυπνά αναπόφευκτα μνήμες από το 1960, όταν η CIA συγκρότησε προηγούμενη ειδική ομάδα για την Κούβα.
Εκείνη η μονάδα ανέλαβε την προετοιμασία, τον εξοπλισμό και την υποστήριξη Κουβανών εξόριστων που συμμετείχαν στην αποτυχημένη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961.
Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε στρατηγική και πολιτική καταστροφή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενίσχυσε την κυβέρνηση του Fidel Castro και έσπρωξε την Κούβα ακόμη πιο κοντά στη Σοβιετική Ένωση.
Η σημερινή ομάδα έχει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, πιο περιορισμένη αποστολή.
Δεν διαθέτει οργανωμένη κουβανική δύναμη στο έδαφος και δεν έχει εξουσιοδότηση να υποστηρίζει θανατηφόρες επιχειρήσεις.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί μόνιμη εγγύηση.
Οι ειδικές μονάδες της CIA λειτουργούν μέσα σε ένα ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο και οι εξουσίες τους μπορούν να μεταβληθούν με προεδρική απόφαση.
Επομένως, το σημερινό όριο ανάμεσα στην πολιτική αποσταθεροποίηση και σε πιο επιθετικές ενέργειες μπορεί να αλλάξει, εάν ο Donald Trump κρίνει ότι η υπάρχουσα πίεση δεν αποδίδει.
Η ιστορική σύγκριση είναι σημαντική, αλλά οι μέθοδοι έχουν αλλάξει.
Στη σύγχρονη εποχή δεν χρειάζονται απαραίτητα αποβατικές δυνάμεις και ένοπλοι αντικαθεστωτικοί σχηματισμοί.
Μια κυβέρνηση μπορεί να πιεστεί μέσω τραπεζικών κυρώσεων, διακοπής ενεργειακών ροών, κυβερνοεπιθέσεων, διαρροής προσωπικών οικονομικών στοιχείων, υπονόμευσης της εμπιστοσύνης προς την ηγεσία και ενίσχυσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Ο σύγχρονος μυστικός πόλεμος διεξάγεται ταυτόχρονα στα δίκτυα πληροφοριών, στις αγορές, στις τηλεπικοινωνίες και στην κοινή γνώμη.

Η Κούβα σε καθεστώς «Προτεραιότητας 1»
Η δημιουργία της ειδικής ομάδας συνοδεύεται από μία ακόμη κρίσιμη απόφαση.
Η κυβέρνηση του Donald Trump φέρεται να αναβάθμισε την Κούβα σε στόχο «Προτεραιότητας 1» στο αμερικανικό Πλαίσιο Εθνικών Προτεραιοτήτων Πληροφοριών.
Στην ίδια κορυφαία κατηγορία βρίσκονται χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία.
Η κατάταξη αυτή δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κούβα μόνο ως ένα περιφερειακό πολιτικό πρόβλημα ή ως κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου.
Την εντάσσει στους σημαντικότερους στόχους του αμερικανικού μηχανισμού πληροφοριών.
Η απόφαση έχει άμεσες πρακτικές συνέπειες.
Η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA) και άλλες υπηρεσίες έχουν αρχίσει να κατευθύνουν περισσότερα συστήματα συλλογής πληροφοριών και δορυφορικά μέσα προς την κουβανική επικράτεια.
Οι νέες πληροφορίες αναμένεται να καλύψουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεράμυνα, μονάδες ασφαλείας, τηλεπικοινωνιακές υποδομές, μετακινήσεις ανώτερων στελεχών και πιθανές δραστηριότητες της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν στο νησί.
Παράλληλα, θα επιτρέψουν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να ανανεώσουν τα σχέδια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση στρατιωτικής απόφασης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται να είχαν διαμαρτυρηθεί ότι οι υπάρχουσες εκτιμήσεις για τις δυνατότητες και την αμυντική διάταξη της Κούβας ήταν παρωχημένες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ληφθεί απόφαση επίθεσης.
Δείχνει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον θέλει να διαθέτει επικαιροποιημένες επιλογές και να μην αιφνιδιαστεί σε περίπτωση ταχείας κλιμάκωσης.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: άλλο η πολιτική πρόθεση για στρατιωτική δράση και άλλο η επιχειρησιακή προετοιμασία.
Η δεύτερη μπορεί να υπάρχει χωρίς να έχει εγκριθεί η πρώτη.

Οικονομικά δίκτυα και επιχειρήσεις επιρροής
Ένα από τα βασικά πεδία δράσης της νέας ομάδας θα είναι, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, η έρευνα των οικονομικών δραστηριοτήτων της κουβανικής ελίτ.
Οι αναλυτές της CIA αναμένεται να αναζητήσουν στοιχεία για κρυφές ροές χρημάτων, επιχειρηματικές δραστηριότητες, περιουσιακά στοιχεία, προνομιακές συναλλαγές και δίκτυα που συνδέουν ανώτερα στελέχη της Κούβας με εταιρείες στο εξωτερικό.
Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν με πολλούς τρόπους: για στοχευμένες κυρώσεις, για στρατολόγηση πληροφοριοδοτών, για άσκηση προσωπικής πίεσης ή για δημόσιες αποκαλύψεις που θα πλήξουν την εικόνα της ηγεσίας.
Η CIA έχει εφαρμόσει ανάλογες μεθόδους και απέναντι σε άλλους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, δημοσιοποιώντας επιλεγμένα στοιχεία με σκοπό να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να προκαλέσει δυσπιστία στο εσωτερικό των αντίπαλων κρατικών μηχανισμών.
Η πληροφορία, σε αυτή την περίπτωση, δεν χρησιμοποιείται μόνο για να κατανοηθεί ο αντίπαλος.
Μετατρέπεται σε πολιτικό όπλο.
Μια πραγματική ή επιλεκτικά παρουσιασμένη αποκάλυψη μπορεί να έχει μεγαλύτερη αποσταθεροποιητική ισχύ από μια κλασική επιχείρηση κατασκοπείας.
Μπορεί να προκαλέσει δημόσια οργή, εσωτερικές εκκαθαρίσεις και αλληλοκατηγορίες ανάμεσα σε κρατικά στελέχη.
Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι η αξιοπιστία των πληροφοριών και ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιαστούν.
Οι μυστικές επιχειρήσεις επιρροής συχνά αναμειγνύουν πραγματικά στοιχεία με πολιτική στόχευση, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη διάκριση ανάμεσα στην αποκάλυψη και στην ψυχολογική επιχείρηση.

Η οργισμένη απάντηση της Αβάνας
Η κουβανική κυβέρνηση απέρριψε τη νέα εξέλιξη ως συνέχεια της μακράς ιστορίας αμερικανικών παρεμβάσεων.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Carlos Fernández de Cossío δήλωσε ότι οι προθέσεις της Ουάσιγκτον δεν προκαλούν έκπληξη, καθώς η Κούβα έχει αποτελέσει επί δεκαετίες στόχο κατασκοπείας, υπονόμευσης και αποσταθεροποίησης από τη CIA.
Παράλληλα, κατηγόρησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ότι παρουσιάζει ως απειλή την προσπάθεια της Κούβας να οργανώσει τη νόμιμη άμυνά της.
Για την Αβάνα, η δημιουργία της ειδικής μονάδας αποτελεί απόδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει ισότιμες διαπραγματεύσεις, αλλά αλλαγή πολιτικής συμπεριφοράς υπό καθεστώς απειλής.
Η κουβανική ηγεσία μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει την αποκάλυψη στο εσωτερικό της χώρας.
Η ύπαρξη μιας πραγματικής αμερικανικής επιχείρησης πίεσης επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποδίδει μέρος της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής δυσαρέσκειας σε εξωτερικό σχέδιο αποσταθεροποίησης.
Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό δίλημμα για την Ουάσιγκτον.
Όσο ενισχύει τη μυστική πίεση, τόσο περισσότερο προσφέρει στην Αβάνα επιχειρήματα για αυστηρότερο έλεγχο του εσωτερικού, καταστολή των αντιφρονούντων και κινητοποίηση του πληθυσμού γύρω από την απειλή μιας ξένης επέμβασης.
Το τελεσίγραφο του John Ratcliffe
Η κλιμάκωση είχε γίνει εμφανής ήδη από τον Μάιο του 2026, όταν ο διευθυντής της CIA John Ratcliffe πραγματοποίησε μια σπάνια επίσκεψη στην Αβάνα.
Συναντήθηκε με τον Raúl Guillermo Rodríguez Castro, εγγονό του Raúl Castro, τον υπουργό Εσωτερικών Lázaro Álvarez Casas και τον επικεφαλής των κουβανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Οι δύο πλευρές συζήτησαν ζητήματα ασφάλειας, οικονομικής σταθερότητας και πιθανής συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών.
Το μήνυμα του John Ratcliffe ήταν διπλό.
Από τη μία πλευρά, αναγνώρισε τις κουβανικές υπηρεσίες ως σοβαρό αντίπαλο και ενδεχόμενο μελλοντικό συνομιλητή. Από την άλλη, προειδοποίησε ότι ο χρόνος για τις αλλαγές που απαιτεί ο Donald Trump εξαντλείται.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, άφησε να εννοηθεί ότι η Κούβα θα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία της Βενεζουέλας, εάν η ηγεσία της αρνηθεί να προσαρμοστεί στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Η αναφορά στη Βενεζουέλα δεν ήταν τυχαία.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης Trump, σκληροπυρηνικοί αξιωματούχοι φέρεται να θεωρούν ότι η αλλαγή εξουσίας στη Βενεζουέλα απέδειξε πως η συνδυασμένη πολιτική, οικονομική και επιχειρησιακή πίεση μπορεί να προκαλέσει ταχεία ανατροπή ενός στενού συμμάχου της Αβάνας.
Ορισμένοι εμφανίστηκαν τόσο αισιόδοξοι, ώστε εκτίμησαν ότι η σημερινή κουβανική κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει καταρρεύσει πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

John Ratcliffe
Από την προσέγγιση του 2015 στη νέα σύγκρουση
Η σημερινή πραγματικότητα απέχει δραματικά από το κλίμα του 2015.
Κατά την περίοδο του Barack Obama, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κούβα αποκατέστησαν επίσημα τις διπλωματικές τους σχέσεις.
Ο τότε διευθυντής της CIA John Brennan είχε ταξιδέψει στην Αβάνα και είχε συναντηθεί με τον Alejandro Castro και άλλους αξιωματούχους.
Η Ουάσιγκτον επιδίωκε τότε συνεργασία με τις κουβανικές υπηρεσίες εναντίον δικτύων διακίνησης ναρκωτικών και τρομοκρατικών οργανώσεων.
Οι συζητήσεις, όμως, δεν απέκτησαν διάρκεια, καθώς κάθε πλευρά κατηγορούσε την άλλη ότι δεν υλοποιούσε τα απαιτούμενα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η εποχή της περιορισμένης προσέγγισης έχει πλέον αντικατασταθεί από μια στρατηγική μέγιστης πίεσης.
Η ενεργειακή και οικονομική ασφυξία της Κούβας χρησιμοποιείται ως μοχλός για πολιτικές παραχωρήσεις.
Η κυβέρνηση Trump έχει απειλήσει με δασμούς χώρες που προμηθεύουν το νησί με πετρέλαιο, ενώ η κουβανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις, διακοπές ηλεκτρικής ενέργειας και προβλήματα στην τροφοδοσία.
Παρά την πίεση, η κυβέρνηση της Κούβας έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να επιβιώνει σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Άντεξε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεκαετίες κυρώσεων, οικονομικές κρίσεις και επαναλαμβανόμενες περιόδους έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό σημαίνει ότι όσοι στην Ουάσιγκτον προβλέπουν γρήγορη κατάρρευση μπορεί να υποτιμούν τόσο τη συνοχή του κρατικού μηχανισμού όσο και την ικανότητα της κουβανικής ηγεσίας να μετατρέπει την εξωτερική απειλή σε μηχανισμό εσωτερικής συσπείρωσης.
Ο παράγοντας Ρωσία, Κίνα και Ιράν
Η γεωστρατηγική αξία της Κούβας δεν περιορίζεται στις ιστορικές διαφορές της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η γεωγραφική της θέση, σε μικρή απόσταση από τις αμερικανικές ακτές, την καθιστά ιδιαίτερα σημαντική για τη Ρωσία και την Κίνα.
Η Ουάσιγκτον ανησυχεί για πιθανές εγκαταστάσεις συλλογής πληροφοριών, ραντάρ, επικοινωνιακά συστήματα και άλλες μορφές στρατιωτικής ή τεχνολογικής συνεργασίας στο νησί.
Οι κουβανικές και κινεζικές αρχές έχουν απορρίψει προηγούμενες κατηγορίες περί κινεζικής κατασκοπευτικής παρουσίας, όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να παρακολουθούν την κατασκευή και την αναβάθμιση εγκαταστάσεων που θεωρούν ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συλλογή σημάτων και στρατιωτικών πληροφοριών.
Για την κυβέρνηση Trump, συνεπώς, η Κούβα δεν αποτελεί μόνο ιδεολογικό αντίπαλο.
Αντιμετωπίζεται ως πιθανό προγεφύρωμα ανταγωνιστικών δυνάμεων στην άμεση περιφέρεια ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτό εξηγεί γιατί η χώρα τοποθετήθηκε στην ανώτερη κατηγορία πληροφοριακών προτεραιοτήτων.
Παράλληλα, όμως, η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν έχει απορροφήσει σημαντικούς στρατιωτικούς, πολιτικούς και πληροφοριακούς πόρους.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, τα στελέχη που υποστηρίζουν μια ακόμη πιο επιθετική πολιτική εναντίον της Αβάνας αναγνωρίζουν ότι μια πλήρης εκστρατεία θα είναι δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί όσο συνεχίζεται το μέτωπο με το Ιράν.

Το μεγάλο ρίσκο της Ουάσιγκτον
Η νέα στρατηγική μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική ως μέσο πίεσης, αλλά περιλαμβάνει εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους.
Ο πρώτος είναι ο λανθασμένος υπολογισμός της συνοχής της κουβανικής ηγεσίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να θεωρούν ότι υπάρχουν έτοιμα πολιτικά ρήγματα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτά έχουν το βάθος που απαιτείται για αλλαγή εξουσίας.
Ο δεύτερος είναι η πιθανότητα η εξωτερική πίεση να ενισχύσει τους σκληροπυρηνικούς αντί να τους αποδυναμώσει.
Όταν ένα κράτος αισθάνεται ότι απειλείται με ανατροπή, οι πραγματιστές αξιωματούχοι κινδυνεύουν να κατηγορηθούν ως υποχωρητικοί ή ακόμη και ως συνεργάτες του εξωτερικού εχθρού.
Ο τρίτος κίνδυνος είναι η κλιμάκωση.
Μια κυβερνοεπιχείρηση, μια επιθετική κατασκοπευτική ενέργεια ή μια διαρροή πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει κουβανικά αντίμετρα, συλλήψεις, επιθέσεις σε αμερικανικά δίκτυα ή μεγαλύτερη προσέγγιση της Αβάνας με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.
Ο τέταρτος αφορά την ιστορική μνήμη.
Οι προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις στην Κούβα δεν οδήγησαν στην αποδυνάμωση της επαναστατικής εξουσίας.
Σε πολλές περιπτώσεις τη βοήθησαν να δικαιολογήσει τη στρατιωτικοποίηση και την αυστηρότερη πολιτική επιτήρηση.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί σήμερα να αποφύγει τα λάθη του Κόλπου των Χοίρων χρησιμοποιώντας πιο σύνθετα, αθόρυβα και τεχνολογικά μέσα.
Η βασική επιδίωξη, ωστόσο, παραμένει παρόμοια: η μεταβολή της πολιτικής κατεύθυνσης της Κούβας μέσω εξωτερικής πίεσης.
Ένας νέος μυστικός πόλεμος στην Καραϊβική
Η δημιουργία της ειδικής ομάδας της CIA σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μία ακόμη αυστηρή απόφαση της κυβέρνησης Trump.
Δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για έναν παρατεταμένο μυστικό πόλεμο στην Καραϊβική.
Το πεδίο δεν θα είναι μόνο οι κυβερνητικές αίθουσες της Αβάνας.
Θα είναι οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι δορυφορικές εικόνες, τα συστήματα επικοινωνιών, οι προσωπικές σχέσεις των αξιωματούχων, οι επιχειρηματικές δομές και η κουβανική κοινή γνώμη.
Η αμερικανική στρατηγική επιχειρεί να συνδυάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα: οικονομική πίεση, πληροφοριακή υπεροχή, μυστικές επαφές, κυβερνοεπιχειρήσεις και ψυχολογικές επιχειρήσεις.
Η Κούβα, από την πλευρά της, γνωρίζει ότι η απειλή είναι πραγματική.
Διαθέτει έναν έμπειρο μηχανισμό αντικατασκοπείας και μια ηγεσία που έχει επιβιώσει από δεκαετίες εχθρικών ενεργειών. Δεν είναι ένας εύκολος ή απροετοίμαστος στόχος.
Η μάχη που αρχίζει δεν θα κριθεί μόνο από το πόσους πράκτορες μπορεί να στρατολογήσει η CIA ή πόσες πληροφορίες μπορούν να συλλέξουν οι αμερικανικοί δορυφόροι.
Θα κριθεί από το αν η Ουάσιγκτον μπορεί πραγματικά να μετατρέψει την οικονομική κρίση της Κούβας σε πολιτική ρήξη — και από το αν η Αβάνα θα μπορέσει, για ακόμη μία φορά, να μετατρέψει την αμερικανική πίεση σε εργαλείο επιβίωσης.
Η CIA επιστρέφει στην Κούβα με νέα τεχνολογία και διαφορετικές μεθόδους.
Το ιστορικό ερώτημα, όμως, παραμένει το ίδιο:
Μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αλλάξουν την Κούβα από το εσωτερικό ή θα καταλήξουν ξανά να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις που επιδιώκουν να απομακρύνουν;
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών