Τελευταία Νέα
Διεθνή

ΗΠΑ: «Φωτιά» το κόστος δανεισμού – Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001 το 30ετές ομόλογο

ΗΠΑ: «Φωτιά» το κόστος δανεισμού – Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001 το 30ετές ομόλογο
Στις πιέσεις προστίθεται η ολοένα μεγαλύτερη προσφορά κρατικού χρέους
Σχετικά Άρθρα
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 5% μέσα στο 2026, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να υποχρεώσει τη Federal Reserve να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στις πιέσεις προστίθεται η ολοένα μεγαλύτερη προσφορά κρατικού χρέους, αποτέλεσμα των επίμονων δημοσιονομικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ. Παράλληλα, σημαντική είναι και η αύξηση του εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση των τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ μειωμένη εμφανίζεται η ζήτηση από τους παραδοσιακούς επενδυτές για τίτλους μεγάλης διάρκειας.
Πάντως, την Πέμπτη οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων υποχώρησαν κατά 2 έως 3 μονάδες βάσης σε όλη την καμπύλη, μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τον δείκτη τιμών παραγωγού στις ΗΠΑ. Τα στοιχεία ενίσχυσαν την εκτίμηση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παρουσιάζουν σημάδια αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, οι traders μείωσαν τις προσδοκίες για αύξηση των επιτοκίων από τη Fed τον Σεπτέμβριο. Η πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης αποτιμάται πλέον περίπου στο 35%, από περίπου 50% νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αποτελεί, πάντως, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που διευρύνουν το αμερικανικό δημοσιονομικό έλλειμμα. Από την έναρξη του τρέχοντος οικονομικού έτους, οι σχετικές δαπάνες έχουν φτάσει τα 1,17 τρισ. δολάρια, αυξημένες κατά 15%, εν μέρει εξαιτίας των υψηλότερων αποδόσεων των κρατικών τίτλων.
Ενδεικτική της κατάστασης ήταν και η δημοπρασία των 10ετών ομολόγων που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη, καθώς η απόδοσή τους διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη διάρκεια από το 2007.
«Αναμένουμε ότι η σημερινή δημοπρασία του 30ετούς θα ολοκληρωθεί χωρίς προβλήματα. Ωστόσο, μια επιτυχημένη δημοπρασία δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη ισχυρής διαρθρωτικής ζήτησης για μακροπρόθεσμους τίτλους», ανέφερε σε σημείωμά του ο Μίχαλ Σταντσίκ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην ομάδα Global Fixed Income της Allspring Global Investments.
Εφόσον οι αποδόσεις παραμείνουν κοντά στα σημερινά επίπεδα έως τη δημοπρασία του 30ετούς, που έχει προγραμματιστεί για τη 1 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης, το κόστος δανεισμού θα είναι το υψηλότερο από την εποχή που το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών διέκοψε την έκδοση 30ετών ομολόγων το 2001.
Η απόφαση εκείνη είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς η σχετική πληροφορία είχε διαρρεύσει σε traders της Goldman Sachs πριν από την επίσημη ανακοίνωση. Η έκδοση 30ετών τίτλων επανήλθε τελικά το 2005.

Ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό από το 2001

Η σημερινή κατάσταση στην αγορά κρατικών ομολόγων διαφέρει σημαντικά από εκείνη που επικρατούσε το 2001.
Εκείνη την περίοδο, οι επενδυτές ομολόγων επωφελούνταν από μια πολυετή ανοδική αγορά, ενώ τα δημοσιονομικά πλεονάσματα των ΗΠΑ είχαν οδηγήσει ακόμη και σε ανησυχίες ότι η διαθέσιμη ποσότητα κρατικού χρέους δεν ήταν επαρκής.
Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Σύμφωνα με το Bloomberg, το συνολικό απόθεμα των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε κυκλοφορία είναι περίπου δέκα φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το 2001 και εξακολουθεί να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Από το 2018 έχει διπλασιαστεί και πλέον ανέρχεται σε περίπου 31 τρισ. δολάρια.
Την ίδια στιγμή, η εξασθένηση της ζήτησης από τις παραδοσιακές πηγές για Treasuries έχει αυξήσει τον ρόλο των επενδυτών από τις ιδιωτικές αγορές. Οι συγκεκριμένοι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να τοποθετηθούν σε κρατικούς τίτλους.
«Καθώς η αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από επενδυτές που είναι ευαίσθητοι στις τιμές, η ίδια ποσότητα κρατικού χρέους μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη προσαύξηση απόδοσης για να απορροφηθεί», ανέφερε ομάδα αναλυτών της Barclays, με επικεφαλής την Ντέμι Χου.

Στροφή προς βραχυπρόθεσμο χρέος

Το ζήτημα του μεγέθους των μελλοντικών εκδόσεων μακροπρόθεσμου χρέους βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αγοράς, μετά την αναπάντεχη αλλαγή στη διατύπωση της τριμηνιαίας ανακοίνωσης του υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τη δανειακή του πολιτική.
Στις προηγούμενες ανακοινώσεις, οι αξιωματούχοι έκαναν λόγο για πιθανές μελλοντικές «αυξήσεις» στις εκδόσεις ομολόγων με τοκομερίδιο και τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου. Αυτή τη φορά, ωστόσο, χρησιμοποίησαν τη λέξη «αλλαγές», αφήνοντας μεγαλύτερο περιθώριο ερμηνείας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση ερμηνεύθηκε από τους επενδυτές ως ένδειξη ότι το Υπουργείο Οικονομικών εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει την έκδοση μακροπρόθεσμων τίτλων, οι οποίοι δέχονται και τις εντονότερες πιέσεις στην αγορά.
Ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρξει άμεση μείωση των εκδόσεων, η βασική εκτίμηση στην αγορά είναι ότι, όταν το Υπουργείο Οικονομικών αποφασίσει να αυξήσει το μέγεθος των δημοπρασιών, πιθανότατα θα στραφεί περισσότερο σε τίτλους δύο έως επτά ετών.
Μια τέτοια επιλογή θα αποτελούσε συνέχεια της υφιστάμενης πολιτικής για περιορισμό της μέσης διάρκειας του αμερικανικού χρέους. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, οι αμερικανικές αρχές έχουν ήδη αυξήσει το βάρος των εκδόσεων εντόκων γραμματίων με διάρκεια έως και ενός έτους.
Η τακτική αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση να περιορίζει την έκθεσή της στις υψηλότερες αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων. Παράλληλα, όμως, αυξάνει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, καθώς μεγαλύτερο μέρος του χρέους θα πρέπει να ανανεώνεται σε συχνότερα χρονικά διαστήματα.
«Η μόνη ξεκάθαρη λύση που βλέπω για τη μείωση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού είναι να περιορίσει η αμερικανική κυβέρνηση το δημοσιονομικό της έλλειμμα», δήλωσε ο Φαθ.
Όπως προειδοποίησε, η μετατόπιση των εκδόσεων προς τις βραχυπρόθεσμες διάρκειες δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον. «Υπάρχουν όρια στο πόσο μπορείς να το κάνεις. Μετά από ένα σημείο, κατά τη γνώμη μου, μιλάμε για ανεύθυνη διαχείριση», συμπλήρωσε.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης