Η αιφνιδιαστική κίνηση των ΗΠΑ να άρουν κυρώσεις προς τη Λευκορωσία προβληματίζει τη Μόσχα
Η αιφνίδια κινητικότητα στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Λευκορωσίας δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή διμερής υπόθεση.
Πίσω από την απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει μέρος των κυρώσεων, να συζητήσει την αποδέσμευση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων και να επαναφέρει απευθείας επαφές υψηλού επιπέδου με το Μινσκ βρίσκεται ένα ευρύτερο γεωπολιτικό ερώτημα: μήπως η Λευκορωσία μετατρέπεται σε πεδίο δοκιμής μιας διαφορετικής αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία;
Στις 15 Σεπτεμβρίου, ο ειδικός απεσταλμένος του Donald Trump για τη Λευκορωσία, John Coale, συναντήθηκε στο Μινσκ με τον Λευκορώσο πρόεδρο Alexander Lukashenko.
Μία ημέρα αργότερα ανακοινώθηκε μια ενδιάμεση συμφωνία: η Λευκορωσία απελευθέρωσε 25 κρατουμένους και οι ΗΠΑ προχώρησαν στην άρση κυρώσεων εις βάρος των κρατικών επιχειρήσεων Lakokraska και Bellesbumprom.
Ο Coale δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω χαλάρωσης των περιορισμών.
Για την Ουάσιγκτον, οι 25 θεωρούνται πολιτικοί κρατούμενοι.
Ο Lukashenko απορρίπτει αυτή την ορολογία και υποστηρίζει ότι στη Λευκορωσία δεν υπάρχουν άνθρωποι που διώκονται για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Όμως η υπόθεση δεν περιορίζεται στους κρατουμένους.

John Coale
Τα 44 εκατ. δολάρια και η αλλαγή κλίματος
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία των συνομιλιών ήταν το ζήτημα περίπου 43-44 εκατ. δολαρίων που, σύμφωνα με τον Lukashenko, παραμένουν δεσμευμένα στη Citibank και συνδέονται με πληρωμή για λευκορωσικά λιπάσματα ποτάσας.
Ο Lukashenko ζήτησε δημοσίως την επιστροφή των χρημάτων και ο John Coale δήλωσε στο Μινσκ ότι οι αμερικανικές αρχές έχουν ήδη απευθυνθεί στη Citibank και εργάζονται πάνω σε μηχανισμό αποδέσμευσης των κεφαλαίων.
Το ποσό δεν είναι τεράστιο σε κρατική κλίμακα.
Η πολιτική σημασία του, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερη.
Η Ουάσιγκτον δείχνει στην πράξη ότι οι οικονομικοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν αποτελούν απαραίτητα μόνιμη κατάσταση.
Μπορούν να χαλαρώσουν, να τροποποιηθούν ή να αρθούν όταν η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει διπλωματικό αντάλλαγμα.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η υπόθεση της Λευκορωσίας αποκτά ενδιαφέρον για τη Μόσχα.
Ο Stanislav Tkachenko, καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης και ειδικός του Valdai Club, ερμηνεύει την κίνηση ως έμμεσο μήνυμα προς τη Ρωσία. Κατά την άποψή του, η αμερικανική πλευρά επιδεικνύει ότι μπορεί να κινηθεί γρήγορα στην άρση συγκεκριμένων περιορισμών, εφόσον θεωρήσει ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί τη διπλωματία της.
Η πραγματική πορεία των κυρώσεων δείχνει ότι υπάρχει ήδη σταδιακή μεταβολή απέναντι στη Λευκορωσία: το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε καταγράψει πρόσθετες ενέργειες άρσης ή χαλάρωσης λευκορωσικών περιορισμών τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2026.

Η Λευκορωσία ως δοκιμαστικό πεδίο
Από ρωσική σκοπιά, υπάρχει μια προφανής ανάγνωση: η Ουάσιγκτον δοκιμάζει στο Μινσκ έναν μηχανισμό «κυρώσεις έναντι παραχωρήσεων» που δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει μοντέλο και για πολύ μεγαλύτερες διαπραγματεύσεις.
Η λογική είναι απλή.
Οι ΗΠΑ επιβάλλουν περιορισμούς, παγώνουν περιουσιακά στοιχεία και διακόπτουν οικονομικές σχέσεις.
Όταν όμως θέλουν συγκεκριμένες κινήσεις από την άλλη πλευρά, μπορούν να χρησιμοποιήσουν την άρση αυτών ακριβώς των μέτρων ως διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο Tkachenko έχει υποστηρίξει και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του ότι η Μόσχα θεωρεί προβληματική την ιδέα να διαπραγματεύεται την άρση μέτρων τα οποία θεωρεί εξαρχής παράνομα ή μονομερή.
Η ρωσική λογική, όπως την περιγράφει, συνοψίζεται ουσιαστικά στη θέση: «Εσείς επιβάλατε τις κυρώσεις, εσείς πρέπει να τις καταργήσετε».
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό τη στιγμή που το καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας παραμένει τεράστιο και συνεχίζει να εξελίσσεται.
Μόλις στις 17 Σεπτεμβρίου το Κρεμλίνο προειδοποίησε ότι ένα νέο πακέτο αμερικανικών μέτρων θα μπορούσε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τις συνομιλίες για την Ουκρανία.
Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά Ουάσιγκτον και Μόσχα διατηρούν διαύλους επικοινωνίας· από την άλλη, οι ΗΠΑ εξετάζουν πρόσθετους οικονομικούς περιορισμούς.

Μπορεί η Ουάσιγκτον να απομακρύνει το Μινσκ από τη Μόσχα;
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση.
Για χρόνια, δυτικοί αναλυτές έχουν αναρωτηθεί αν μια περιορισμένη επαναπροσέγγιση με τον Lukashenko θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση της Λευκορωσίας από τη Ρωσία.
Η σημερινή αμερικανική διπλωματία δημιουργεί εκ νέου αυτό το ερώτημα.
Η πραγματικότητα στο έδαφος, πάντως, δείχνει πόσο δύσκολο θα ήταν ένα πραγματικό γεωπολιτικό «διαζύγιο».
Η στρατιωτική ολοκλήρωση Ρωσίας και Λευκορωσίας έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Στα τέλη του 2025 η Λευκορωσία ανακοίνωσε την ανάπτυξη στο έδαφός της του ρωσικού πυραυλικού συστήματος Oreshnik, το οποίο μπορεί να φέρει συμβατικές ή πυρηνικές κεφαλές.
Παράλληλα, στο λευκορωσικό έδαφος έχουν αναπτυχθεί ρωσικά τακτικά πυρηνικά όπλα, ενώ τον Μάιο του 2026 Vladimir Putin και Alexander Lukashenko παρακολούθησαν κοινή εκπαίδευση των δύο ενόπλων δυνάμεων στη διαχείριση στρατηγικών και τακτικών πυρηνικών δυνάμεων.
Η σχέση επομένως δεν είναι μόνο οικονομική ή διπλωματική.
Έχει εξελιχθεί σε βαθιά στρατηγική και στρατιωτική συνεργασία.
Αυτό περιορίζει σημαντικά την ικανότητα οποιασδήποτε αμερικανικής κυβέρνησης να μετατρέψει μια μερική βελτίωση των σχέσεων με το Μινσκ σε γεωπολιτική απομάκρυνση από τη Μόσχα.

Putin και Lukashenko: Η συμμαχία παραμένει
Στις 29 Αυγούστου, Vladimir Putin και Alexander Lukashenko συναντήθηκαν στην κατοικία Novo-Ogaryovo έξω από τη Μόσχα.
Οι συνομιλίες τους επικεντρώθηκαν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, στην ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων, στις επενδύσεις και στη βιομηχανική και τεχνολογική συνεργασία.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο κατά την οποία το Μινσκ άνοιγε ταυτόχρονα διαύλους προς την Ουάσιγκτον.
Αυτό δείχνει ότι ο Lukashenko δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιλέξει αποκλειστικά τη μία πλευρά.
Η Λευκορωσία μπορεί να παραμένει στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί τις επαφές με τις ΗΠΑ για να περιορίζει τις οικονομικές πιέσεις, να αποδεσμεύει κεφάλαια και να διευρύνει το διπλωματικό της περιθώριο.
Από τη ρωσική οπτική, μια τέτοια πολιτική δεν σημαίνει αυτομάτως ρήξη.
Θα μπορούσε αντίθετα να θεωρηθεί μορφή πραγματισμού, εφόσον δεν αγγίζει τις θεμελιώδεις στρατιωτικές και πολιτικές δεσμεύσεις στο πλαίσιο του Ενιαίου Κράτους.

Οι κυρώσεις και το μεγαλύτερο παιχνίδι
Ο Vladimir Putin υποστήριξε πρόσφατα ότι έχουν επιβληθεί περισσότερα από 30.000 περιοριστικά μέτρα κατά της Ρωσίας.
Η συγκεκριμένη καταμέτρηση προέρχεται από τη ρωσική πλευρά και εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι διαφορετικές καταχωρίσεις και τα μέτρα. Το βασικό γεγονός, ωστόσο, δεν αμφισβητείται: η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα ευρύτερα καθεστώτα οικονομικών κυρώσεων στον κόσμο.
Η Μόσχα υποστηρίζει ότι προσαρμόστηκε μεταφέροντας μεγάλο τμήμα του εμπορίου της προς την Ασία, ενισχύοντας τις συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα και αναπτύσσοντας δεσμούς μέσω σχημάτων όπως οι BRICS.
Η αυξημένη συνεργασία με την Ινδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το διμερές εμπόριο πλησιάζει τα 70 δισ. δολάρια, ενώ Μόσχα και Νέο Δελχί έχουν θέσει στόχο τα 100 δισ. μέχρι το 2030.
Παρά την αμερικανική πίεση, η Ινδία εξακολουθεί να αγοράζει ρωσική ενέργεια επικαλούμενη τις ανάγκες ενεργειακής ασφάλειάς της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν έχουν κόστος για τη Ρωσία.
Έχουν επηρεάσει την πρόσβαση σε κεφάλαια, τεχνολογία και συγκεκριμένες αγορές.
Η ρωσική θέση, όμως, είναι ότι το κόστος διαχέεται και προς τις χώρες που τις επιβάλλουν μέσω της αναδιάταξης ενεργειακών ροών και εμπορικών σχέσεων.

Ο συμβολισμός της Λευκορωσίας
Και εδώ ακριβώς η περίπτωση της Λευκορωσίας αποκτά συμβολισμό.
Οι ΗΠΑ δείχνουν ότι οι κυρώσεις δεν είναι μονόδρομος. Όταν οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, μπορούν να αρθούν.
Το αν το μήνυμα προορίζεται πράγματι για τη Μόσχα, όπως εκτιμά ο Tkachenko, δεν μπορεί να αποδειχθεί.
Αλλά η εικόνα που βλέπει σήμερα το Κρεμλίνο είναι σαφής: Ουάσιγκτον και Μινσκ διαπραγματεύονται, κρατούμενοι απελευθερώνονται, εταιρείες βγαίνουν από λίστες κυρώσεων και δεσμευμένα κεφάλαια μπορούν να επιστρέψουν.
Για τη Ρωσία, αυτό προσφέρει ένα πολιτικό επιχείρημα που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια: οι οικονομικοί περιορισμοί δεν είναι μια αμετάβλητη «νέα κανονικότητα», αλλά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής τα οποία μπορούν να εγκαταλειφθούν όταν αλλάξει ο διπλωματικός υπολογισμός.
Και γι' αυτό η πραγματική σημασία όσων συμβαίνουν στο Μίνσκ ίσως βρίσκεται πολύ πέρα από τη Λευκορωσία.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες ακόμη κυρώσεις θα αρθούν ή πόσα εκατομμύρια θα αποδεσμευτούν.
Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον δοκιμάζει ήδη, σε μικρότερη κλίμακα, τη διπλωματική γλώσσα που κάποια στιγμή θα χρειαστεί για μια πολύ δυσκολότερη διαπραγμάτευση με τη Μόσχα.
www.bankingnews.gr
Πίσω από την απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει μέρος των κυρώσεων, να συζητήσει την αποδέσμευση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων και να επαναφέρει απευθείας επαφές υψηλού επιπέδου με το Μινσκ βρίσκεται ένα ευρύτερο γεωπολιτικό ερώτημα: μήπως η Λευκορωσία μετατρέπεται σε πεδίο δοκιμής μιας διαφορετικής αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Ρωσία;
Στις 15 Σεπτεμβρίου, ο ειδικός απεσταλμένος του Donald Trump για τη Λευκορωσία, John Coale, συναντήθηκε στο Μινσκ με τον Λευκορώσο πρόεδρο Alexander Lukashenko.
Μία ημέρα αργότερα ανακοινώθηκε μια ενδιάμεση συμφωνία: η Λευκορωσία απελευθέρωσε 25 κρατουμένους και οι ΗΠΑ προχώρησαν στην άρση κυρώσεων εις βάρος των κρατικών επιχειρήσεων Lakokraska και Bellesbumprom.
Ο Coale δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω χαλάρωσης των περιορισμών.
Για την Ουάσιγκτον, οι 25 θεωρούνται πολιτικοί κρατούμενοι.
Ο Lukashenko απορρίπτει αυτή την ορολογία και υποστηρίζει ότι στη Λευκορωσία δεν υπάρχουν άνθρωποι που διώκονται για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Όμως η υπόθεση δεν περιορίζεται στους κρατουμένους.

John Coale
Τα 44 εκατ. δολάρια και η αλλαγή κλίματος
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία των συνομιλιών ήταν το ζήτημα περίπου 43-44 εκατ. δολαρίων που, σύμφωνα με τον Lukashenko, παραμένουν δεσμευμένα στη Citibank και συνδέονται με πληρωμή για λευκορωσικά λιπάσματα ποτάσας.
Ο Lukashenko ζήτησε δημοσίως την επιστροφή των χρημάτων και ο John Coale δήλωσε στο Μινσκ ότι οι αμερικανικές αρχές έχουν ήδη απευθυνθεί στη Citibank και εργάζονται πάνω σε μηχανισμό αποδέσμευσης των κεφαλαίων.
Το ποσό δεν είναι τεράστιο σε κρατική κλίμακα.
Η πολιτική σημασία του, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερη.
Η Ουάσιγκτον δείχνει στην πράξη ότι οι οικονομικοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν αποτελούν απαραίτητα μόνιμη κατάσταση.
Μπορούν να χαλαρώσουν, να τροποποιηθούν ή να αρθούν όταν η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει διπλωματικό αντάλλαγμα.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η υπόθεση της Λευκορωσίας αποκτά ενδιαφέρον για τη Μόσχα.
Ο Stanislav Tkachenko, καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης και ειδικός του Valdai Club, ερμηνεύει την κίνηση ως έμμεσο μήνυμα προς τη Ρωσία. Κατά την άποψή του, η αμερικανική πλευρά επιδεικνύει ότι μπορεί να κινηθεί γρήγορα στην άρση συγκεκριμένων περιορισμών, εφόσον θεωρήσει ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί τη διπλωματία της.
Η πραγματική πορεία των κυρώσεων δείχνει ότι υπάρχει ήδη σταδιακή μεταβολή απέναντι στη Λευκορωσία: το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε καταγράψει πρόσθετες ενέργειες άρσης ή χαλάρωσης λευκορωσικών περιορισμών τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2026.

Η Λευκορωσία ως δοκιμαστικό πεδίο
Από ρωσική σκοπιά, υπάρχει μια προφανής ανάγνωση: η Ουάσιγκτον δοκιμάζει στο Μινσκ έναν μηχανισμό «κυρώσεις έναντι παραχωρήσεων» που δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει μοντέλο και για πολύ μεγαλύτερες διαπραγματεύσεις.
Η λογική είναι απλή.
Οι ΗΠΑ επιβάλλουν περιορισμούς, παγώνουν περιουσιακά στοιχεία και διακόπτουν οικονομικές σχέσεις.
Όταν όμως θέλουν συγκεκριμένες κινήσεις από την άλλη πλευρά, μπορούν να χρησιμοποιήσουν την άρση αυτών ακριβώς των μέτρων ως διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο Tkachenko έχει υποστηρίξει και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του ότι η Μόσχα θεωρεί προβληματική την ιδέα να διαπραγματεύεται την άρση μέτρων τα οποία θεωρεί εξαρχής παράνομα ή μονομερή.
Η ρωσική λογική, όπως την περιγράφει, συνοψίζεται ουσιαστικά στη θέση: «Εσείς επιβάλατε τις κυρώσεις, εσείς πρέπει να τις καταργήσετε».
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό τη στιγμή που το καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας παραμένει τεράστιο και συνεχίζει να εξελίσσεται.
Μόλις στις 17 Σεπτεμβρίου το Κρεμλίνο προειδοποίησε ότι ένα νέο πακέτο αμερικανικών μέτρων θα μπορούσε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τις συνομιλίες για την Ουκρανία.
Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά Ουάσιγκτον και Μόσχα διατηρούν διαύλους επικοινωνίας· από την άλλη, οι ΗΠΑ εξετάζουν πρόσθετους οικονομικούς περιορισμούς.

Μπορεί η Ουάσιγκτον να απομακρύνει το Μινσκ από τη Μόσχα;
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση.
Για χρόνια, δυτικοί αναλυτές έχουν αναρωτηθεί αν μια περιορισμένη επαναπροσέγγιση με τον Lukashenko θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση της Λευκορωσίας από τη Ρωσία.
Η σημερινή αμερικανική διπλωματία δημιουργεί εκ νέου αυτό το ερώτημα.
Η πραγματικότητα στο έδαφος, πάντως, δείχνει πόσο δύσκολο θα ήταν ένα πραγματικό γεωπολιτικό «διαζύγιο».
Η στρατιωτική ολοκλήρωση Ρωσίας και Λευκορωσίας έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Στα τέλη του 2025 η Λευκορωσία ανακοίνωσε την ανάπτυξη στο έδαφός της του ρωσικού πυραυλικού συστήματος Oreshnik, το οποίο μπορεί να φέρει συμβατικές ή πυρηνικές κεφαλές.
Παράλληλα, στο λευκορωσικό έδαφος έχουν αναπτυχθεί ρωσικά τακτικά πυρηνικά όπλα, ενώ τον Μάιο του 2026 Vladimir Putin και Alexander Lukashenko παρακολούθησαν κοινή εκπαίδευση των δύο ενόπλων δυνάμεων στη διαχείριση στρατηγικών και τακτικών πυρηνικών δυνάμεων.
Η σχέση επομένως δεν είναι μόνο οικονομική ή διπλωματική.
Έχει εξελιχθεί σε βαθιά στρατηγική και στρατιωτική συνεργασία.
Αυτό περιορίζει σημαντικά την ικανότητα οποιασδήποτε αμερικανικής κυβέρνησης να μετατρέψει μια μερική βελτίωση των σχέσεων με το Μινσκ σε γεωπολιτική απομάκρυνση από τη Μόσχα.

Putin και Lukashenko: Η συμμαχία παραμένει
Στις 29 Αυγούστου, Vladimir Putin και Alexander Lukashenko συναντήθηκαν στην κατοικία Novo-Ogaryovo έξω από τη Μόσχα.
Οι συνομιλίες τους επικεντρώθηκαν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, στην ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων, στις επενδύσεις και στη βιομηχανική και τεχνολογική συνεργασία.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο κατά την οποία το Μινσκ άνοιγε ταυτόχρονα διαύλους προς την Ουάσιγκτον.
Αυτό δείχνει ότι ο Lukashenko δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιλέξει αποκλειστικά τη μία πλευρά.
Η Λευκορωσία μπορεί να παραμένει στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί τις επαφές με τις ΗΠΑ για να περιορίζει τις οικονομικές πιέσεις, να αποδεσμεύει κεφάλαια και να διευρύνει το διπλωματικό της περιθώριο.
Από τη ρωσική οπτική, μια τέτοια πολιτική δεν σημαίνει αυτομάτως ρήξη.
Θα μπορούσε αντίθετα να θεωρηθεί μορφή πραγματισμού, εφόσον δεν αγγίζει τις θεμελιώδεις στρατιωτικές και πολιτικές δεσμεύσεις στο πλαίσιο του Ενιαίου Κράτους.

Οι κυρώσεις και το μεγαλύτερο παιχνίδι
Ο Vladimir Putin υποστήριξε πρόσφατα ότι έχουν επιβληθεί περισσότερα από 30.000 περιοριστικά μέτρα κατά της Ρωσίας.
Η συγκεκριμένη καταμέτρηση προέρχεται από τη ρωσική πλευρά και εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι διαφορετικές καταχωρίσεις και τα μέτρα. Το βασικό γεγονός, ωστόσο, δεν αμφισβητείται: η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα ευρύτερα καθεστώτα οικονομικών κυρώσεων στον κόσμο.
Η Μόσχα υποστηρίζει ότι προσαρμόστηκε μεταφέροντας μεγάλο τμήμα του εμπορίου της προς την Ασία, ενισχύοντας τις συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα και αναπτύσσοντας δεσμούς μέσω σχημάτων όπως οι BRICS.
Η αυξημένη συνεργασία με την Ινδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το διμερές εμπόριο πλησιάζει τα 70 δισ. δολάρια, ενώ Μόσχα και Νέο Δελχί έχουν θέσει στόχο τα 100 δισ. μέχρι το 2030.
Παρά την αμερικανική πίεση, η Ινδία εξακολουθεί να αγοράζει ρωσική ενέργεια επικαλούμενη τις ανάγκες ενεργειακής ασφάλειάς της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν έχουν κόστος για τη Ρωσία.
Έχουν επηρεάσει την πρόσβαση σε κεφάλαια, τεχνολογία και συγκεκριμένες αγορές.
Η ρωσική θέση, όμως, είναι ότι το κόστος διαχέεται και προς τις χώρες που τις επιβάλλουν μέσω της αναδιάταξης ενεργειακών ροών και εμπορικών σχέσεων.

Ο συμβολισμός της Λευκορωσίας
Και εδώ ακριβώς η περίπτωση της Λευκορωσίας αποκτά συμβολισμό.
Οι ΗΠΑ δείχνουν ότι οι κυρώσεις δεν είναι μονόδρομος. Όταν οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, μπορούν να αρθούν.
Το αν το μήνυμα προορίζεται πράγματι για τη Μόσχα, όπως εκτιμά ο Tkachenko, δεν μπορεί να αποδειχθεί.
Αλλά η εικόνα που βλέπει σήμερα το Κρεμλίνο είναι σαφής: Ουάσιγκτον και Μινσκ διαπραγματεύονται, κρατούμενοι απελευθερώνονται, εταιρείες βγαίνουν από λίστες κυρώσεων και δεσμευμένα κεφάλαια μπορούν να επιστρέψουν.
Για τη Ρωσία, αυτό προσφέρει ένα πολιτικό επιχείρημα που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια: οι οικονομικοί περιορισμοί δεν είναι μια αμετάβλητη «νέα κανονικότητα», αλλά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής τα οποία μπορούν να εγκαταλειφθούν όταν αλλάξει ο διπλωματικός υπολογισμός.
Και γι' αυτό η πραγματική σημασία όσων συμβαίνουν στο Μίνσκ ίσως βρίσκεται πολύ πέρα από τη Λευκορωσία.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες ακόμη κυρώσεις θα αρθούν ή πόσα εκατομμύρια θα αποδεσμευτούν.
Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον δοκιμάζει ήδη, σε μικρότερη κλίμακα, τη διπλωματική γλώσσα που κάποια στιγμή θα χρειαστεί για μια πολύ δυσκολότερη διαπραγμάτευση με τη Μόσχα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών