Η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις εξαγωγές φυσικού αερίου ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής και υποδούλωσε τη Γερμανία
Το 2025 καταγράφεται ως έτος-ορόσημο για τη γερμανική ενεργειακή πολιτική, όχι όμως με θετικό πρόσημο, εξέλιξη που προκαλεί πολιτικό σάλο στο Βερολίνο και καταδεικνύει την πρόσδεση της κυβέρνησης συνεργασίς του Friedrich Merz στο άρμα των ΗΠΑ.
Η Γερμανία αύξησε απότομα και μαζικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιβεβαιώνοντας μια βαθιά και ανησυχητική μετατόπιση της ενεργειακής της εξάρτησης προς έναν και μόνο προμηθευτή.
Σύμφωνα με το περιοδικό Der Spiegel, που βασίζεται σε υπολογισμούς της περιβαλλοντικής οργάνωσης Deutsche Umwelthilfe (DUH), ο όγκος των αγορών αμερικανικού LNG έφτασε τις 101 τεραβατώρες, σημειώνοντας αύξηση 60% σε σύγκριση με το 2024.
Πρόκειται για μία από τις πιο δραστικές αλλαγές στη δομή των ενεργειακών εισαγωγών της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.

Σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από έναν προμηθευτή
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 96% των εισαγωγών LNG της Γερμανίας προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το σύνολο σχεδόν του υγροποιημένου φυσικού αερίου που εισήγαγε η χώρα είχε αμερικανική προέλευση, διαμορφώνοντας μια σχέση μονομερούς ενεργειακής εξάρτησης.
Η οικονομική διάσταση επιβεβαιώνει το μέγεθος της στροφής: η Γερμανία κατέβαλε 3,2 δισ. ευρώ για αμερικανικό LNG το 2025, έναντι 1,9 δισ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Η αύξηση του κόστους ήταν ανάλογη της αύξησης των ποσοτήτων, επιβαρύνοντας περαιτέρω την οικονομία, τη βιομηχανία και τελικά τους καταναλωτές.
Από «έκτακτο μέτρο» σε δομική στρατηγική
Η Deutsche Umwelthilfe προειδοποιεί ότι αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί προσωρινή λύση για την αντιμετώπιση μιας ενεργειακής κρίσης.
Αντίθετα, οι εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ έχουν αποκτήσει συστημικό χαρακτήρα, διαμορφώνοντας τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή αρχιτεκτονική της Γερμανίας.
Κατά την οργάνωση, η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις εξαγωγές φυσικού αερίου ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Δεν πρόκειται απλώς για οικονομικές συναλλαγές, αλλά για πολιτική πίεση, η οποία καθίσταται εφικτή όταν μια μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται σε τέτοιο βαθμό από έναν εξωτερικό προμηθευτή ορυκτών καυσίμων.

Στρατηγικός κίνδυνος και απώλεια ενεργειακής και εθνικής κυριαρχίας
Η DUH χαρακτηρίζει αυτή την πορεία στρατηγικά επικίνδυνη.
Η εδραίωση της εξάρτησης από εισαγόμενο LNG υπονομεύει τόσο την ενεργειακή κυριαρχία και κατ' επέκταση την εθνική της Γερμανίας όσο και την ανάπτυξη εναλλακτικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Μακροπρόθεσμα, οποιαδήποτε αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, εμπορικές εντάσεις ή απότομες αυξήσεις τιμών μπορούν να έχουν άμεσο και σοβαρό αντίκτυπο στη γερμανική οικονομία και την κοινωνική σταθερότητα.
Η ενεργειακή εξάρτηση μετατρέπεται έτσι σε μοχλό πολιτικής ευαλωτότητας.
Υποδομές που «κλειδώνουν» το μέλλον
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις υποδομές LNG.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν την παύση της κατασκευής νέων τερματικών σταθμών στα γερμανικά λιμάνια.
Όπως τονίζουν, η επέκταση αυτών των υποδομών παγιώνει τη χρήση LNG για δεκαετίες, έρχοντας σε ευθεία σύγκρουση με τους κλιματικούς στόχους και τις δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών.
Επιπλέον, σημαντικό μέρος του αμερικανικού φυσικού αερίου εξορύσσεται μέσω fracking, μιας τεχνολογίας που παραμένει βαθιά αμφιλεγόμενη λόγω των περιβαλλοντικών κινδύνων, όπως η ρύπανση υδροφόρων οριζόντων και η αύξηση της σεισμικής δραστηριότητας.
Κριτική από την επιστημονική κοινότητα - Ευάλωτη στις πολιτικές πιέσεις των ΗΠΑ η Γερμανία
Η κριτική αυτή δεν είναι μεμονωμένη.
Το Ινστιτούτο Έρευνας Ecologic του Βερολίνου, σε συνεργασία με άλλα ευρωπαϊκά ερευνητικά κέντρα, δημοσίευσε πρόσφατα έκθεση που επισημαίνει τη μεγάλη ευαλωτότητα της Γερμανίας απέναντι σε πολιτικές και οικονομικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η συγκέντρωση προμηθειών σε μία μόνο πηγή μειώνει την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος και περιορίζει δραστικά τον χώρο για ανεξάρτητες, κυρίαρχες ενεργειακές επιλογές.

Νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης
Η εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών αμερικανικού LNG το 2025 δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό ρεκόρ.
Αντιπροσωπεύει τη βαθιά δομική μετατόπιση της Γερμανίας σε μια νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης, αυτή τη φορά όχι από την Ανατολή, αλλά από τη Δύση.
Η έντονη κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ερευνητικά κέντρα δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο το κλίμα.
Αφορά στη στρατηγική ασφάλεια, την πολιτική αυτονομία και το μέλλον της γερμανικής οικονομίας.
Και αυτό καθιστά την επιλογή όχι απλώς αμφιλεγόμενη, αλλά βαθιά προβληματική.

Δεν είναι αθώες οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ
Η ίδια η Deutsche Umwelthilfe, αλλά και ανεξάρτητα ερευνητικά ιδρύματα, επισημαίνουν ότι οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ δεν είναι ουδέτερες οικονομικές συναλλαγές.
Αντίθετα, εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική, όπου η ενέργεια λειτουργεί ως μέσο πολιτικής επιρροής και γεωστρατηγικού ελέγχου.
Όταν σχεδόν το σύνολο ενός κρίσιμου ενεργειακού πόρου προέρχεται από έναν προμηθευτή, τότε:
• οι τιμές παύουν να είναι καθαρά αγοραίες,
• οι συμβάσεις αποκτούν πολιτικό βάρος,
• και οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής επηρεάζονται άμεσα από την ενεργειακή εξάρτηση.
Η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βρίσκεται έτσι σε μια δομική θέση ευαλωτότητας, όπου η ενεργειακή της ασφάλεια μπορεί να καταστεί διαπραγματευτικό χαρτί σε ζητήματα άσχετα με την ενέργεια: από αμυντικές δαπάνες έως γεωπολιτικές ευθυγραμμίσεις.

Κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις
Ιδιαίτερη σημασία έχει η βαθιά αντίφαση μεταξύ ρητορικής και πράξης.
Η Γερμανία εμφανίζεται ως πρωτοπόρος της πράσινης μετάβασης, ωστόσο επενδύει δισεκατομμύρια σε υποδομές LNG, δεσμεύεται σε μακροχρόνιες συμβάσεις ορυκτών καυσίμων και εισάγει φυσικό αέριο που σε μεγάλο βαθμό παράγεται μέσω fracking.
Η κατασκευή νέων τερματικών σταθμών LNG δεν αποτελεί «μεταβατική λύση», αλλά κλείδωμα μιας ενεργειακής επιλογής για 20–30 χρόνια.
Η αυξημένη δαπάνη για LNG δεν είναι αφηρημένο μέγεθος.
Μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος παραγωγής για τη βιομηχανία, πιέσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυξημένους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.
Σε συνθήκες οικονομικής επιβράδυνσης και κοινωνικής κόπωσης, η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε παράγοντα κοινωνικής αστάθειας, ιδίως αν οι τιμές επηρεαστούν από διεθνείς κρίσεις ή πολιτικές αποφάσεις εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.
www.bankingnews.gr
Η Γερμανία αύξησε απότομα και μαζικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιβεβαιώνοντας μια βαθιά και ανησυχητική μετατόπιση της ενεργειακής της εξάρτησης προς έναν και μόνο προμηθευτή.
Σύμφωνα με το περιοδικό Der Spiegel, που βασίζεται σε υπολογισμούς της περιβαλλοντικής οργάνωσης Deutsche Umwelthilfe (DUH), ο όγκος των αγορών αμερικανικού LNG έφτασε τις 101 τεραβατώρες, σημειώνοντας αύξηση 60% σε σύγκριση με το 2024.
Πρόκειται για μία από τις πιο δραστικές αλλαγές στη δομή των ενεργειακών εισαγωγών της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.

Σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από έναν προμηθευτή
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 96% των εισαγωγών LNG της Γερμανίας προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το σύνολο σχεδόν του υγροποιημένου φυσικού αερίου που εισήγαγε η χώρα είχε αμερικανική προέλευση, διαμορφώνοντας μια σχέση μονομερούς ενεργειακής εξάρτησης.
Η οικονομική διάσταση επιβεβαιώνει το μέγεθος της στροφής: η Γερμανία κατέβαλε 3,2 δισ. ευρώ για αμερικανικό LNG το 2025, έναντι 1,9 δισ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Η αύξηση του κόστους ήταν ανάλογη της αύξησης των ποσοτήτων, επιβαρύνοντας περαιτέρω την οικονομία, τη βιομηχανία και τελικά τους καταναλωτές.
Από «έκτακτο μέτρο» σε δομική στρατηγική
Η Deutsche Umwelthilfe προειδοποιεί ότι αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί προσωρινή λύση για την αντιμετώπιση μιας ενεργειακής κρίσης.
Αντίθετα, οι εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ έχουν αποκτήσει συστημικό χαρακτήρα, διαμορφώνοντας τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή αρχιτεκτονική της Γερμανίας.
Κατά την οργάνωση, η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις εξαγωγές φυσικού αερίου ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Δεν πρόκειται απλώς για οικονομικές συναλλαγές, αλλά για πολιτική πίεση, η οποία καθίσταται εφικτή όταν μια μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται σε τέτοιο βαθμό από έναν εξωτερικό προμηθευτή ορυκτών καυσίμων.

Στρατηγικός κίνδυνος και απώλεια ενεργειακής και εθνικής κυριαρχίας
Η DUH χαρακτηρίζει αυτή την πορεία στρατηγικά επικίνδυνη.
Η εδραίωση της εξάρτησης από εισαγόμενο LNG υπονομεύει τόσο την ενεργειακή κυριαρχία και κατ' επέκταση την εθνική της Γερμανίας όσο και την ανάπτυξη εναλλακτικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Μακροπρόθεσμα, οποιαδήποτε αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, εμπορικές εντάσεις ή απότομες αυξήσεις τιμών μπορούν να έχουν άμεσο και σοβαρό αντίκτυπο στη γερμανική οικονομία και την κοινωνική σταθερότητα.
Η ενεργειακή εξάρτηση μετατρέπεται έτσι σε μοχλό πολιτικής ευαλωτότητας.
Υποδομές που «κλειδώνουν» το μέλλον
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις υποδομές LNG.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν την παύση της κατασκευής νέων τερματικών σταθμών στα γερμανικά λιμάνια.
Όπως τονίζουν, η επέκταση αυτών των υποδομών παγιώνει τη χρήση LNG για δεκαετίες, έρχοντας σε ευθεία σύγκρουση με τους κλιματικούς στόχους και τις δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών.
Επιπλέον, σημαντικό μέρος του αμερικανικού φυσικού αερίου εξορύσσεται μέσω fracking, μιας τεχνολογίας που παραμένει βαθιά αμφιλεγόμενη λόγω των περιβαλλοντικών κινδύνων, όπως η ρύπανση υδροφόρων οριζόντων και η αύξηση της σεισμικής δραστηριότητας.
Κριτική από την επιστημονική κοινότητα - Ευάλωτη στις πολιτικές πιέσεις των ΗΠΑ η Γερμανία
Η κριτική αυτή δεν είναι μεμονωμένη.
Το Ινστιτούτο Έρευνας Ecologic του Βερολίνου, σε συνεργασία με άλλα ευρωπαϊκά ερευνητικά κέντρα, δημοσίευσε πρόσφατα έκθεση που επισημαίνει τη μεγάλη ευαλωτότητα της Γερμανίας απέναντι σε πολιτικές και οικονομικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η συγκέντρωση προμηθειών σε μία μόνο πηγή μειώνει την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος και περιορίζει δραστικά τον χώρο για ανεξάρτητες, κυρίαρχες ενεργειακές επιλογές.

Νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης
Η εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών αμερικανικού LNG το 2025 δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό ρεκόρ.
Αντιπροσωπεύει τη βαθιά δομική μετατόπιση της Γερμανίας σε μια νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης, αυτή τη φορά όχι από την Ανατολή, αλλά από τη Δύση.
Η έντονη κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ερευνητικά κέντρα δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο το κλίμα.
Αφορά στη στρατηγική ασφάλεια, την πολιτική αυτονομία και το μέλλον της γερμανικής οικονομίας.
Και αυτό καθιστά την επιλογή όχι απλώς αμφιλεγόμενη, αλλά βαθιά προβληματική.

Δεν είναι αθώες οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ
Η ίδια η Deutsche Umwelthilfe, αλλά και ανεξάρτητα ερευνητικά ιδρύματα, επισημαίνουν ότι οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ δεν είναι ουδέτερες οικονομικές συναλλαγές.
Αντίθετα, εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική, όπου η ενέργεια λειτουργεί ως μέσο πολιτικής επιρροής και γεωστρατηγικού ελέγχου.
Όταν σχεδόν το σύνολο ενός κρίσιμου ενεργειακού πόρου προέρχεται από έναν προμηθευτή, τότε:
• οι τιμές παύουν να είναι καθαρά αγοραίες,
• οι συμβάσεις αποκτούν πολιτικό βάρος,
• και οι αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής επηρεάζονται άμεσα από την ενεργειακή εξάρτηση.
Η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βρίσκεται έτσι σε μια δομική θέση ευαλωτότητας, όπου η ενεργειακή της ασφάλεια μπορεί να καταστεί διαπραγματευτικό χαρτί σε ζητήματα άσχετα με την ενέργεια: από αμυντικές δαπάνες έως γεωπολιτικές ευθυγραμμίσεις.
Κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις
Ιδιαίτερη σημασία έχει η βαθιά αντίφαση μεταξύ ρητορικής και πράξης.
Η Γερμανία εμφανίζεται ως πρωτοπόρος της πράσινης μετάβασης, ωστόσο επενδύει δισεκατομμύρια σε υποδομές LNG, δεσμεύεται σε μακροχρόνιες συμβάσεις ορυκτών καυσίμων και εισάγει φυσικό αέριο που σε μεγάλο βαθμό παράγεται μέσω fracking.
Η κατασκευή νέων τερματικών σταθμών LNG δεν αποτελεί «μεταβατική λύση», αλλά κλείδωμα μιας ενεργειακής επιλογής για 20–30 χρόνια.
Η αυξημένη δαπάνη για LNG δεν είναι αφηρημένο μέγεθος.
Μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος παραγωγής για τη βιομηχανία, πιέσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυξημένους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.
Σε συνθήκες οικονομικής επιβράδυνσης και κοινωνικής κόπωσης, η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε παράγοντα κοινωνικής αστάθειας, ιδίως αν οι τιμές επηρεαστούν από διεθνείς κρίσεις ή πολιτικές αποφάσεις εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών