Δεκαέξι νυν και πρώην στελέχη της Heraeus υπό έρευνα για φερόμενη παράνομη παρακράτηση υλικών πελατών
Οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές διερευνούν υπόθεση ενδεχόμενης απάτης στον βιομηχανικό όμιλο Heraeus, αφού η εταιρεία προχώρησε σε προβλέψεις ύψους σχεδόν 460 εκατ. ευρώ για την κάλυψη πιθανών κινδύνων.
Η Εισαγγελία της Φρανκφούρτης δήλωσε στους Financial Times (FT) ότι από τον Ιούνιο διεξάγει ποινική έρευνα για ενδεχόμενες παράνομες πρακτικές στη μονάδα Heraeus Precious Metals (HPM), μετά από εθελοντική γνωστοποίηση της ίδιας της εταιρείας.
Η έρευνα αφορά καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες μέταλλα που παρέμεναν σε εξοπλισμό άλεσης κατά τη διαδικασία επεξεργασίας στη δραστηριότητα ανακύκλωσης της HPM φέρεται να παρακρατήθηκαν από την εταιρεία, παρότι ανήκαν δικαιωματικά στους πελάτες της.
Συνολικά 16 νυν και πρώην εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ανώτατα στελέχη, ερευνώνται για υποψίες απάτης και υπεξαίρεσης.
Οι αρχές ανέφεραν ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα την περίοδο 2015–2025.
Νέα σκιά στον κλάδο των μετάλλων
Η υπόθεση αποτελεί την πιο πρόσφατη από μια σειρά σοβαρών υποθέσεων που έχουν έρθει στο φως στον κλάδο των μετάλλων.
Ο trader εμπορευμάτων Trafigura βρίσκεται αντιμέτωπος με δικαστικές διαμάχες για φερόμενη απάτη ύψους 600 εκατ. δολαρίων σε νικέλιο, ενώ η γερμανική παραγωγός χαλκού Aurubis είχε υποστεί στο παρελθόν ζημιές 169 εκατ. ευρώ από καταγγελλόμενη κλοπή πολύτιμων μετάλλων, με φερόμενη συνεργασία εργαζομένων και προμηθευτών.
Η Heraeus ανήκει εξ ολοκλήρου στην ευρύτερη οικογένεια Heraeus, με περίπου 200 μετόχους-μέλη της οικογένειας.
Ο όμιλος, που ιδρύθηκε το 1851, κατέγραψε έσοδα 29,4 δισ. ευρώ το 2024 και συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες οικογενειακές βιομηχανικές επιχειρήσεις της Γερμανίας.
Προβλέψεις εκατοντάδων εκατομμυρίων και λογιστικές αποκλίσεις
Στην ετήσια έκθεσή της για το 2024, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο, η Heraeus αποκάλυψε ότι σχημάτισε προβλέψεις ύψους 457,7 εκατ. ευρώ για την κάλυψη πιθανών χρηματοοικονομικών κινδύνων από την υπόθεση.
Παράλληλα, οι αποκλίσεις την υποχρέωσαν να αναγνωρίσει στον ισολογισμό της 150 εκατ. ευρώ σε πολύτιμα μέταλλα που ανήκαν, τουλάχιστον εν μέρει, σε πελάτες.
Η εταιρεία ανέφερε ότι αξιολόγησε τον αντίκτυπο «βάσει προκαταρκτικής νομικής εκτίμησης».
Καταγγελία whistleblower και εσωτερικός έλεγχος
Τα ζητήματα αναδείχθηκαν αρχικά από whistleblower στη μονάδα πολύτιμων μετάλλων της εταιρείας στο Hanau, μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις διύλισης παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τρία πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση, η καταγγελία έγινε τον Οκτώβριο του 2023, πυροδοτώντας εσωτερική έρευνα που διήρκεσε περισσότερο από έναν χρόνο.
Ωστόσο, ο ελεγκτής KPMG δεν έμεινε ικανοποιημένος από την ποιότητα της εσωτερικής έρευνας, σύμφωνα με δύο από τις ίδιες πηγές.
Ως αποτέλεσμα, η Heraeus ανέθεσε τον Δεκέμβριο του 2024 στο δικηγορικό γραφείο CMS τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας δύο φάσεων, υπό την εποπτεία του εποπτικού συμβουλίου.
Η CMS επιβεβαίωσε στους FT ότι διεξάγει την έρευνα, ενώ η KPMG αρνήθηκε να σχολιάσει.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Heraeus, η πρώτη φάση της έρευνας της CMS εντόπισε παρατυπίες στις δραστηριότητες ανακύκλωσης της εταιρείας.
Η δεύτερη φάση επεκτείνεται σε γειτονικά στάδια της διαδικασίας διύλισης, όπως η ανάλυση υλικών και οι διακανονισμοί με πελάτες.
Η ολοκλήρωση της τελικής έκθεσης αναμένεται εντός του τρέχοντος τριμήνου.
Πελάτες επηρεάστηκαν – αποζημιώσεις καταβλήθηκαν
Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι τουλάχιστον δύο πελάτες επηρεάστηκαν από τις φερόμενες πρακτικές.
Η Heraeus δήλωσε ότι «ενήργησε με πλήρη διαφάνεια σε όλη τη διαδικασία», ότι «ενημέρωσε προληπτικά τις αρμόδιες αρχές» και ότι έχει «ήδη αποζημιώσει πλήρως τους πελάτες που επηρεάστηκαν», προσθέτοντας πως συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές.
Σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση, το βασικό ζήτημα αφορούσε τον χειρισμό μη διυλισμένων υλικών πελατών, τα οποία αλέθονται και ομογενοποιούνται πριν ληφθούν δείγματα για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε πολύτιμα μέταλλα και τον τελικό διακανονισμό.
Φέρεται ότι ποσότητες μετάλλων παρέμεναν στον εξοπλισμό άλεσης και στη συνέχεια ιδιοποιούνταν από τη Heraeus, μειώνοντας έτσι τα ποσά που αποδίδονταν στους πελάτες.
Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι τα μέταλλα περιλάμβαναν platinum, palladium και rhodium, ενώ σύμφωνα με πηγές δεν υπάρχουν ενδείξεις προσωπικού πλουτισμού συγκεκριμένων προσώπων.
Η υπόθεση Northam Platinum και οι διοικητικές εξελίξεις
Η νοτιοαφρικανική μεταλλευτική εταιρεία Northam Platinum αποκάλυψε τον Αύγουστο ότι κατέληξε σε «φιλική» επανακαθορισμό ιστορικών αποτελεσμάτων διύλισης με τη Heraeus, καλύπτοντας περίοδο περίπου δέκα ετών.
Η Heraeus κατέβαλε εφάπαξ ποσό 66 εκατ. δολαρίων στη Northam, η οποία επιβεβαιώθηκε ότι ήταν ένας από τους πελάτες που επηρεάστηκαν.
Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει περαιτέρω.
Η Heraeus ανέφερε ότι τα ευρήματα οδήγησαν σε διοικητικές συνέπειες, εκτεταμένες διορθωτικές ενέργειες και ενίσχυση των μηχανισμών συμμόρφωσης, καθώς και σε κοινή πρωτοβουλία διοίκησης και εποπτικού συμβουλίου για την ενίσχυση της εταιρικής ακεραιότητας και του «tone from the top».
Μετά την έναρξη της εξωτερικής έρευνας, αρκετά ανώτατα στελέχη αποχώρησαν από την εταιρεία το 2024.
Ο Jan Rinnert αποχώρησε από τη θέση του CEO τον Μάιο, έπειτα από 12 χρόνια, επικαλούμενος τη λήξη της θητείας του και την ανάγκη ομαλής ηγετικής μετάβασης.
Λίγο αργότερα, η Heraeus γνωστοποίησε τα προκαταρκτικά ευρήματα της έρευνας στις εισαγγελικές αρχές.
Σύμφωνα με δύο πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης, ο Rinnert —ο οποίος είναι παντρεμένος με την κόρη του Jürgen Heraeus, πρώην CEO και επί δύο δεκαετίες πρόεδρο του εποπτικού συμβουλίου έως το 2020— συγκαταλέγεται μεταξύ των υπόπτων της έρευνας.
Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει συγκεκριμένα μέτρα που αφορούν πρόσωπα, πέραν του ότι διευκρίνισε πως ο διάδοχός του, Frank Stietz, δεν βρίσκεται υπό έρευνα.
Σύμφωνα με εκπρόσωπο της Heraeus, η οικογένεια-μέτοχος αντιμετωπίζει την υπόθεση «με απόλυτη σοβαρότητα», στηρίζει «πλήρως μια εις βάθος έρευνα» και παραμένει «πλήρως δεσμευμένη στο μέλλον της εταιρείας».
www.bankingnews.gr
Η Εισαγγελία της Φρανκφούρτης δήλωσε στους Financial Times (FT) ότι από τον Ιούνιο διεξάγει ποινική έρευνα για ενδεχόμενες παράνομες πρακτικές στη μονάδα Heraeus Precious Metals (HPM), μετά από εθελοντική γνωστοποίηση της ίδιας της εταιρείας.
Η έρευνα αφορά καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες μέταλλα που παρέμεναν σε εξοπλισμό άλεσης κατά τη διαδικασία επεξεργασίας στη δραστηριότητα ανακύκλωσης της HPM φέρεται να παρακρατήθηκαν από την εταιρεία, παρότι ανήκαν δικαιωματικά στους πελάτες της.
Συνολικά 16 νυν και πρώην εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ανώτατα στελέχη, ερευνώνται για υποψίες απάτης και υπεξαίρεσης.
Οι αρχές ανέφεραν ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα την περίοδο 2015–2025.
Νέα σκιά στον κλάδο των μετάλλων
Η υπόθεση αποτελεί την πιο πρόσφατη από μια σειρά σοβαρών υποθέσεων που έχουν έρθει στο φως στον κλάδο των μετάλλων.
Ο trader εμπορευμάτων Trafigura βρίσκεται αντιμέτωπος με δικαστικές διαμάχες για φερόμενη απάτη ύψους 600 εκατ. δολαρίων σε νικέλιο, ενώ η γερμανική παραγωγός χαλκού Aurubis είχε υποστεί στο παρελθόν ζημιές 169 εκατ. ευρώ από καταγγελλόμενη κλοπή πολύτιμων μετάλλων, με φερόμενη συνεργασία εργαζομένων και προμηθευτών.
Η Heraeus ανήκει εξ ολοκλήρου στην ευρύτερη οικογένεια Heraeus, με περίπου 200 μετόχους-μέλη της οικογένειας.
Ο όμιλος, που ιδρύθηκε το 1851, κατέγραψε έσοδα 29,4 δισ. ευρώ το 2024 και συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες οικογενειακές βιομηχανικές επιχειρήσεις της Γερμανίας.
Προβλέψεις εκατοντάδων εκατομμυρίων και λογιστικές αποκλίσεις
Στην ετήσια έκθεσή της για το 2024, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο, η Heraeus αποκάλυψε ότι σχημάτισε προβλέψεις ύψους 457,7 εκατ. ευρώ για την κάλυψη πιθανών χρηματοοικονομικών κινδύνων από την υπόθεση.
Παράλληλα, οι αποκλίσεις την υποχρέωσαν να αναγνωρίσει στον ισολογισμό της 150 εκατ. ευρώ σε πολύτιμα μέταλλα που ανήκαν, τουλάχιστον εν μέρει, σε πελάτες.
Η εταιρεία ανέφερε ότι αξιολόγησε τον αντίκτυπο «βάσει προκαταρκτικής νομικής εκτίμησης».
Καταγγελία whistleblower και εσωτερικός έλεγχος
Τα ζητήματα αναδείχθηκαν αρχικά από whistleblower στη μονάδα πολύτιμων μετάλλων της εταιρείας στο Hanau, μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις διύλισης παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τρία πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση, η καταγγελία έγινε τον Οκτώβριο του 2023, πυροδοτώντας εσωτερική έρευνα που διήρκεσε περισσότερο από έναν χρόνο.
Ωστόσο, ο ελεγκτής KPMG δεν έμεινε ικανοποιημένος από την ποιότητα της εσωτερικής έρευνας, σύμφωνα με δύο από τις ίδιες πηγές.
Ως αποτέλεσμα, η Heraeus ανέθεσε τον Δεκέμβριο του 2024 στο δικηγορικό γραφείο CMS τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας δύο φάσεων, υπό την εποπτεία του εποπτικού συμβουλίου.
Η CMS επιβεβαίωσε στους FT ότι διεξάγει την έρευνα, ενώ η KPMG αρνήθηκε να σχολιάσει.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Heraeus, η πρώτη φάση της έρευνας της CMS εντόπισε παρατυπίες στις δραστηριότητες ανακύκλωσης της εταιρείας.
Η δεύτερη φάση επεκτείνεται σε γειτονικά στάδια της διαδικασίας διύλισης, όπως η ανάλυση υλικών και οι διακανονισμοί με πελάτες.
Η ολοκλήρωση της τελικής έκθεσης αναμένεται εντός του τρέχοντος τριμήνου.
Πελάτες επηρεάστηκαν – αποζημιώσεις καταβλήθηκαν
Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι τουλάχιστον δύο πελάτες επηρεάστηκαν από τις φερόμενες πρακτικές.
Η Heraeus δήλωσε ότι «ενήργησε με πλήρη διαφάνεια σε όλη τη διαδικασία», ότι «ενημέρωσε προληπτικά τις αρμόδιες αρχές» και ότι έχει «ήδη αποζημιώσει πλήρως τους πελάτες που επηρεάστηκαν», προσθέτοντας πως συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές.
Σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση, το βασικό ζήτημα αφορούσε τον χειρισμό μη διυλισμένων υλικών πελατών, τα οποία αλέθονται και ομογενοποιούνται πριν ληφθούν δείγματα για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε πολύτιμα μέταλλα και τον τελικό διακανονισμό.
Φέρεται ότι ποσότητες μετάλλων παρέμεναν στον εξοπλισμό άλεσης και στη συνέχεια ιδιοποιούνταν από τη Heraeus, μειώνοντας έτσι τα ποσά που αποδίδονταν στους πελάτες.
Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι τα μέταλλα περιλάμβαναν platinum, palladium και rhodium, ενώ σύμφωνα με πηγές δεν υπάρχουν ενδείξεις προσωπικού πλουτισμού συγκεκριμένων προσώπων.
Η υπόθεση Northam Platinum και οι διοικητικές εξελίξεις
Η νοτιοαφρικανική μεταλλευτική εταιρεία Northam Platinum αποκάλυψε τον Αύγουστο ότι κατέληξε σε «φιλική» επανακαθορισμό ιστορικών αποτελεσμάτων διύλισης με τη Heraeus, καλύπτοντας περίοδο περίπου δέκα ετών.
Η Heraeus κατέβαλε εφάπαξ ποσό 66 εκατ. δολαρίων στη Northam, η οποία επιβεβαιώθηκε ότι ήταν ένας από τους πελάτες που επηρεάστηκαν.
Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει περαιτέρω.
Η Heraeus ανέφερε ότι τα ευρήματα οδήγησαν σε διοικητικές συνέπειες, εκτεταμένες διορθωτικές ενέργειες και ενίσχυση των μηχανισμών συμμόρφωσης, καθώς και σε κοινή πρωτοβουλία διοίκησης και εποπτικού συμβουλίου για την ενίσχυση της εταιρικής ακεραιότητας και του «tone from the top».
Μετά την έναρξη της εξωτερικής έρευνας, αρκετά ανώτατα στελέχη αποχώρησαν από την εταιρεία το 2024.
Ο Jan Rinnert αποχώρησε από τη θέση του CEO τον Μάιο, έπειτα από 12 χρόνια, επικαλούμενος τη λήξη της θητείας του και την ανάγκη ομαλής ηγετικής μετάβασης.
Λίγο αργότερα, η Heraeus γνωστοποίησε τα προκαταρκτικά ευρήματα της έρευνας στις εισαγγελικές αρχές.
Σύμφωνα με δύο πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης, ο Rinnert —ο οποίος είναι παντρεμένος με την κόρη του Jürgen Heraeus, πρώην CEO και επί δύο δεκαετίες πρόεδρο του εποπτικού συμβουλίου έως το 2020— συγκαταλέγεται μεταξύ των υπόπτων της έρευνας.
Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει συγκεκριμένα μέτρα που αφορούν πρόσωπα, πέραν του ότι διευκρίνισε πως ο διάδοχός του, Frank Stietz, δεν βρίσκεται υπό έρευνα.
Σύμφωνα με εκπρόσωπο της Heraeus, η οικογένεια-μέτοχος αντιμετωπίζει την υπόθεση «με απόλυτη σοβαρότητα», στηρίζει «πλήρως μια εις βάθος έρευνα» και παραμένει «πλήρως δεσμευμένη στο μέλλον της εταιρείας».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών