Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να εξετάζουν το ενδεχόμενο στρατιωτικής κατάληψης της Γροιλανδίας, σύμφωνα με το Reuters, γεγονός που προκαλεί πανικό στο Κογκρέσο, καθώς ενισχύονται οι φόβοι για την εκκίνηση διαδικασίας καθαίρεσης του προέδρου Donald Trump.
Όπως μεταδίδει το πρακτορείο, η πιθανότητα χρήσης στρατιωτικής ισχύος στο νησί έχει «σπείρει σύγχυση και ανησυχία» στην Ουάσιγκτον και μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ. Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί φοβούνται ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε στρατιωτικής επέμβασης στη Γροιλανδία θα μπορούσε να κινηθεί διαδικασία καθαίρεσης (impeachment) εναντίον του Προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εγκαταλείψει τα σχέδια στρατιωτικής κατάληψης της Γροιλανδίας — αυτόνομης περιοχής της Δανίας, γράφει το Reuters.
Την ίδια ώρα, ο Donald Trump βρίσκεται αντιμέτωπος με αρνητικό κλίμα και στο εσωτερικό, λόγω της δράσης του ICE στη Μινεάπολη.
Ανησυχία στο Κογκρέσο και τηλεφωνήματα πανικού
«Σύμφωνα με δύο πηγές που γνωρίζουν την κατάσταση, η κυβέρνηση [του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump] φαίνεται να προωθεί για ακόμη μία φορά μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση με το Κογκρέσο», αναφέρεται στο δημοσίευμα.
Κατά το πρακτορείο, η πιθανότητα χρήσης βίας στη Γροιλανδία «προκάλεσε σύγχυση και ανησυχία στην Ουάσιγκτον και μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ», ενώ Ρεπουμπλικανοί βουλευτές «άρχισαν να εκφράζουν έντονη ανησυχία».
Πηγή του Reuters ανέφερε ότι νομοθέτες επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio και υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, στους οποίους εξέφρασαν τις ανησυχίες τους και «συνέστησαν στην κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε περαιτέρω ενέργειες».
Όπως σημειώνει το Reuters, ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί φοβούνται ότι οποιαδήποτε στρατιωτική εισβολή στη Γροιλανδία θα μπορούσε να οδηγήσει στην έναρξη διαδικασίας καθαίρεσης του Trump.
Ωστόσο, σύμφωνα με δύο πηγές του πρακτορείου που βρίσκονται κοντά στον Λευκό Οίκο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του νησιού «ποτέ δεν εξετάστηκαν σοβαρά».
Tο σχέδιο «Χρυσός Θόλος»
Στις 21 Ιανουαρίου, ο Trump, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουάσιγκτον σκοπεύει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για την αγορά του δανικού νησιού, το οποίο θεωρεί απαραίτητο για την ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome».
Την επόμενη ημέρα, ο Trump ανακοίνωσε ότι είχε συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Mark Rutte, στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώθηκε η βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας για τη Γροιλανδία και ολόκληρη την Αρκτική περιοχή. Σύμφωνα με το Axios, το σχέδιο προβλέπει τη διατήρηση της κυριαρχίας της Δανίας επί της Γροιλανδίας και την επικαιροποίηση της συμφωνίας άμυνας του 1951. Το νέο πλαίσιο θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να δημιουργούν στρατιωτικές βάσεις και «ζώνες άμυνας», εφόσον το ΝΑΤΟ το κρίνει αναγκαίο.
Η «ήρεμη αποφασιστικότητα» της Δανίας
Κατά τη γνώμη των New York Times, η Πρωθυπουργός της Δανίας Mette Frederiksen κατάφερε να συγκρατήσει την πίεση του Trump και να αποτρέψει τη μεταβίβαση της Γροιλανδίας υπό αμερικανικό έλεγχο.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσεκτικά δομημένη στάση της Frederiksen βοήθησε να εμποδιστεί ο Trump από το να πετύχει αυτό που πραγματικά ήθελε. Για μήνες, η Frederiksen έπαιξε ένα επικίνδυνο παιχνίδι στα όρια με τον Trump και φαίνεται πως τα κατάφερε — τουλάχιστον προς το παρόν», γράφει η εφημερίδα.
Η εφημερίδα υπογραμμίζει ότι η «ήρεμη αποφασιστικότητα και όχι η κολακεία» ξεχώρισε τη Frederiksen από άλλους Ευρωπαίους ηγέτες στη σχέση τους με τον Trump, γεγονός που την κατέστησε «εξαιρετικά δημοφιλή στο εσωτερικό της χώρας».
«Δεν ξεκινώ σύγκρουση. Προσπαθώ να επιλύσω μια σύγκρουση», δήλωσε η ίδια.
Στις 22 Ιανουαρίου, η Frederiksen τόνισε ότι η Κοπεγχάγη είναι έτοιμη να συζητήσει με την Ουάσιγκτον ζητήματα ασφάλειας στην Αρκτική, αλλά δεν θα δεχθεί παραβίαση των «κόκκινων γραμμών» της στο ζήτημα της Γροιλανδίας. Η Δανία είναι κυρίαρχο κράτος και αυτό δεν τίθεται προς διαπραγμάτευση, πρόσθεσε.
«Προτεραιότητα στρατηγικού ελέγχου»
Η αμερικανική δικαιοδοσία «θα επιβληθεί με βεβαιότητα» στη Γροιλανδία, εκτιμά ο στρατιωτικός αναλυτής του Ινστιτούτου Δικαίου και Εθνικής Ασφάλειας της RANEPA, Alexander Stepanov.
«Η Γροιλανδία είναι για αυτούς πλατφόρμα προτεραιότητας. Δεν θέλουν καμία τρίτη εμπλοκή, κανέναν ευρωπαϊκό έλεγχο, καμία επίσημη δανική παρουσία», δήλωσε σε συνέντευξή του στο TASS.
Ο Stepanov δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να σχεδιάζουν την ανάπτυξη βάσης υλικοτεχνικής υποστήριξης για τον πυρηνικό υποβρύχιο στόλο τους στη Γροιλανδία, καθώς και την εγκατάσταση χερσαίας υποδομής του «Golden Dome». Όπως τόνισε, οι στρατιωτικοί στόχοι έχουν απόλυτη προτεραιότητα.
«Η Αρκτική είναι η περιοχή όπου η σύγκρουση θα κορυφωθεί στο δεύτερο μισό του 21ου αιώνα και ήδη βλέπουμε όλα τα σημάδια της μέγιστης στρατιωτικής ενίσχυσης της Δύσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ», κατέληξε.
Αρνητικό κλίμα και χάος στη Μινεάπολη λόγω ICE
Η πολιτική κατάσταση για τον Donald Trump γίνεται ολοένα πιο επισφαλής, καθώς δύο θανατηφόρα περιστατικά — με συνομολογούμενες εμπλοκές πρακτόρων της U.S. Immigration and Customs Enforcement (ICE) στη Μινεάπολη — έχουν προκαλέσει κύμα δημόσιας κατακραυγής, μαζικές διαδηλώσεις και έντονες πολιτικές αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τον τελευταίο μήνα, δύο Αμερικανοί πολίτες σκοτώθηκαν από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων μετανάστευσης κατά τη διάρκεια εκτεταμένων επιχειρήσεων επιβολής του νόμου στην πόλη, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ευρεία κοινωνική οργή και αμφισβήτηση των ομοσπονδιακών τακτικών.
Το πολιτικό κόστος για τον Trump
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι οι πράκτορες ενεργούν νόμιμα υπό συνθήκες αυτοάμυνας, μια θέση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Ο Trump υποστήριξε δημόσια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη δράση της ICE και του Border Patrol, κατηγορώντας τοπικούς αξιωματούχους ότι υποκινούν «εξέγερση» αντί να υπερασπίζονται τους ομοσπονδιακούς πράκτορες.
Ωστόσο, πολυάριθμοι πολιτικοί και κοινές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος των Αμερικανών θεωρεί τις τακτικές της ICE υπερβολικά σκληρές, με αρκετούς να τάσσονται υπέρ της κατάργησης της ίδιας της υπηρεσίας μετά τα περιστατικά στη Μινεάπολη.
O Tim Walz, κυβερνήτης της Μινεσότα, απαίτησε οι ομοσπονδιακοί πράκτορες να αποσυρθούν από την πολιτεία και καταφέρθηκε εναντίον της αύξησης της παρουσίας τους, χαρακτηρίζοντας τις επιχειρήσεις «μη εκπαιδευμένες» και επικίνδυνες.
Παράλληλα, πολιτικοί όπως η Kathy Hochul, κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, ζήτησαν την παραίτηση ή ακόμη και την καθαίρεση της Kristi Noem, Secretary of Homeland Security, καθώς και του αρχηγού του Border Patrol, εν μέσω συμπεριφορών που πολλοί επικρίνουν ως υπερβολική χρήση βίας.
Ενδείξεις πολιτικής ρήξης στο Κογκρέσο
Συγκρούσεις εκδηλώνονται και στο Κογκρέσο, όπου Δημοκρατικοί έχουν απειλήσει να εμποδίσουν νομοσχέδια χρηματοδότησης που περιλαμβάνουν κονδύλια για την ICE, απαιτώντας σημαντικές μεταρρυθμίσεις και αύξηση της εποπτείας των ομοσπονδιακών πρακτόρων.
Ταυτόχρονα, ακόμη και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί ζητούν βαθύτερη έρευνα για τις τακτικές επιβολής της μετανάστευσης μετά τους πυροβολισμούς, πράγμα που υποδηλώνει ότι η υποστήριξη του Trump στην σκληρή γραμμή δεν είναι απόλυτη εντός του ιδίου κόμματος.
Πώς επηρεάζεται το πολιτικό κεφάλαιο του Trump
Η σθεναρή υποστήριξη του Trump στις επιχειρήσεις της ICE — ακόμη και μετά από βίντεο και κινητοποιήσεις που υποδεικνύουν ασύμμετρη χρήση βίας — εντείνει τη διχαστική εικόνα της κυβέρνησής του.
Ενώ η σκληρή στάση απέναντι στην παράνομη μετανάστευση ενισχύει το προφίλ του Trump μεταξύ ενός μέρους της εκλογικής του βάσης, η έντονη δυσαρέσκεια πολιτών, τοπικών αξιωματούχων και νομοθετών δημιουργεί ευρύ πολιτικό ρήγμα που μπορεί να πλήξει τη συνοχή της υποστήριξης προς την προεδρία του.
Η υπόθεση στη Μινεάπολη λειτουργεί πλέον ως διχαστικό σημείο, στο οποίο η εθνική ατζέντα για την ασφάλεια και τη μετανάστευση συγκρούεται με τις απαιτήσεις λογοδοσίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων — με απρόβλεπτες συνέπειες για την πολιτική επιβίωση του Trump ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Ποια είναι η διαδικασία καθαίρεσης του προέδρου των ΗΠΑ
Η εκκίνηση του impeachment δεν σημαίνει αυτόματα καθαίρεση από το αξίωμα.
Πρόκειται για κατηγορίες ή «επίσημη κλήση σε δίκη» εναντίον του Προέδρου (ή άλλων ομοσπονδιακών αξιωματούχων), για σοβαρά παραπτώματα, όπως:
Προδοσία (Treason), Δωροδοκία (Bribery), Άλλα «σοβαρά εγκλήματα και παραπτώματα» (High Crimes and Misdemeanors)
Ο όρος «high crimes and misdemeanors» είναι intentionally ευρύς, αφήνοντας στο Κογκρέσο την ερμηνεία των πράξεων που θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα.
2. Βήμα 1: Πρόταση καθαίρεσης στη Βουλή των Αντιπροσώπων
Η Βουλή των Αντιπροσώπων (House of Representatives) έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να ξεκινά τη διαδικασία impeachment.
Συνήθως, η διαδικασία ξεκινά με έρευνα από την Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων (Judiciary Committee), η οποία εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία και καταρτίζει κατηγορίες.
Στη συνέχεια, η Βουλή ψηφίζει για ένα ή περισσότερα άρθρα καθαίρεσης (Articles of Impeachment).
Απαιτείται απλή πλειοψηφία (50%+1 των παρόντων μελών) για να εγκριθεί ένα άρθρο.
Αν εγκριθεί, ο Πρόεδρος θεωρείται «κατηγορούμενος» και η διαδικασία προχωρά στη Γερουσία.
3. Βήμα 2: Δίκη στη Γερουσία
Η Γερουσία των ΗΠΑ διεξάγει τη δίκη καθαίρεσης (trial).
Ο Πρόεδρος της Γερουσίας (Chief Justice) του Ανώτατου Δικαστηρίου) προεδρεύει αν πρόκειται για τον Πρόεδρο.
Οι γερουσιαστές λειτουργούν ως μεγάλο σώμα κριτών και ενόρκων.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Βουλή εκπροσωπείται από «Managers of Impeachment», που παρουσιάζουν τα στοιχεία. Ο Πρόεδρος μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή να έχει δικηγόρους.
4. Βήμα 3: Ψηφοφορία στη Γερουσία
Η Γερουσία ψηφίζει για καταδίκη ή αθώωση.
Απαιτείται τουλάχιστον 2/3 πλειοψηφία (67 από 100 γερουσιαστές) για καταδίκη.
Αν καταδικαστεί:
Ο Πρόεδρος αποπέμπεται άμεσα από το αξίωμα.
Η Γερουσία μπορεί επίσης να αποφασίσει να αποκλείσει τον Πρόεδρο από μελλοντική δημόσια θητεία (σπάνια εφαρμοζόμενο).
Αν δεν φτάσει το 2/3, ο Πρόεδρος παραμένει στη θέση του.
5. Ιστορικά παραδείγματα
Μόνο τρεις Πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν υποβληθεί σε επίσημη διαδικασία impeachment:
Andrew Johnson (1868) – αθωώθηκε από μία ψήφο στη Γερουσία, Bill Clinton (1998) – αθωώθηκε, Donald Trump (2019 και 2021) – αθωώθηκε και στις δύο περιπτώσεις
Κανένας Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει αποπεμφθεί μέσω impeachment μέχρι σήμερα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών