H πληροφορία που έρχεται στο φως της δημοσιότητας αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της συμπεριφοράς της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο και της αεροπορικής ισχύος της
Αυτό που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπιζόταν ως σενάριο ή υπαινιγμός, αρχίζει να αποκτά περίγραμμα και επιχειρησιακή βαρύτητα…
Εν προκειμένω η πληροφορία που έρχεται στο φως της δημοσιότητας αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της συμπεριφοράς της Τουρκίας και της αεροπορικής ισχύος της.
Σύμφωνα με τον κορυφαίο αξιωματούχο, Shay Gal, διευθυντή εξωτερικών σχέσεων της Israel Aerospace Industries (IAI), το Ισραήλ προετοιμάζει κινήσεις που θα μπορούσαν να στερήσουν από τα τουρκικά F-16 την επιχειρησιακή τους βιωσιμότητα, όχι μέσω σύγκρουσης, αλλά μέσω των μηχανισμών που καθορίζουν ποιος μπορεί να πετά και υπό ποιους όρους.
Και αν επιβεβαιωθεί, πρόκειται για εξέλιξη που υπερβαίνει κατά πολύ το διμερές επίπεδο.
Αγγίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και την ίδια τη λογική των συμμαχιών, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα αμείλικτο ερώτημα: ποια είναι σήμερα τα πραγματικά όρια της ανοχής απέναντι στην κατάχρηση ισχύος.
Και κυρίως, ποιος είναι έτοιμος να τα επιβάλει.
Σύμφωνα με τον Shay Gal, επί δεκαετίες το F-16 λειτουργούσε ως σύμβολο της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής και της πειθαρχίας στις αρχές του ΝΑΤΟ, όμως, όπως σημειώνει, αυτή η παραδοχή κατέρρευσε όταν τουρκικά F-16 αμερικανικής προέλευσης επιχειρούσαν στη Σομαλία υπό το πρόσχημα της «αντιτρομοκρατίας».
Κατά την εκτίμησή του, το γεγονός αυτό συνιστά δοκιμασία επιβολής κανόνων, καθώς το πραγματικό ζήτημα δεν αφορά πλέον την προμήθεια οπλικών συστημάτων αλλά το επιχειρησιακό δόγμα και το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εξακολουθούν να επιβάλλουν τους όρους χρήσης της δικής τους αεροπορικής ισχύος ή αν αυτοί έχουν απομείνει τυπικοί, χωρίς συνέπειες για την Άγκυρα.
Ο Gal θεωρεί ότι ο χρονισμός των εξελίξεων ήταν σκόπιμος, συνδέοντάς τον με τη διατάραξη της ισορροπίας στο Κέρας της Αφρικής μετά την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ.
Υπενθυμίζει ότι η τουρκική ηγεσία αντέδρασε άμεσα σε διπλωματικό επίπεδο και ότι η ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών αποτέλεσε το επιχειρησιακό υπόβαθρο αυτής της αντίδρασης, με αποδέκτες όχι μόνο τη Σομαλιλάνδη αλλά και την Ουάσιγκτον.
Για τον ίδιο λόγο, εκτιμά ότι το ζήτημα των F-16 είναι βαθύτερο από εκείνο των S-400, καθώς δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη συναλλαγή αλλά για επιχειρησιακό δόγμα στραμμένο εναντίον συμμάχων.
Ελλάδα – Κύπρος – Αιγαίο
Αναφερόμενος στο Αιγαίο, επισημαίνει ότι η χρήση αεροπορικής ισχύος έχει κανονικοποιηθεί, με επανειλημμένες και τεκμηριωμένες παραβιάσεις του ελληνικού και κυπριακού εναέριου χώρου από τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων F-16.
Τονίζει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ή για διαφωνία περί ναυτικών μιλίων, αλλά για συστηματική διάβρωση της εναέριας κυριαρχίας κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από άλλο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, με τη χρήση μέσων που συντηρούνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η κλίμακα των παραβιάσεων αποτελεί προειδοποίηση, συγκρίνοντάς τες με τον περιορισμένο αριθμό ρωσικών παραβιάσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Για την Κύπρο, ο Gal σημειώνει ότι η Τουρκία δεν αμφισβητεί απλώς πολιτικές θέσεις αλλά τον ίδιο τον χάρτη, μέσω επανειλημμένων εισόδων στον κυπριακό εναέριο χώρο και επιχειρήσεων από το κατεχόμενο βόρειο τμήμα, γεγονός που, όπως λέει, συνιστά επιβολή κυριαρχίας δια της βίας από έδαφος που τα Ηνωμένα Έθνη αναγνωρίζουν ως κατεχόμενο.
Κατά την άποψή του, τα περιστατικά αυτά δεν είναι επεισοδιακά αλλά αποτελούν διαρκή εναέρια εξαναγκαστική πίεση, καταγεγραμμένη στα αρχεία του ΟΗΕ.
Επεκτείνοντας την ανάλυσή του, αναφέρει ότι τα ίδια αεροσκάφη χρησιμοποιούνται και στην εξαναγκαστική εκστρατεία κατά κουρδικών κοινοτήτων στη βόρεια Συρία και το βόρειο Ιράκ, καθώς και στο εσωτερικό της Τουρκίας, όπου, όπως υποστηρίζει, η γραμμή μεταξύ αντιτρομοκρατίας και συλλογικής τιμωρίας θολώνει.
Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για χρήση αεροπορικής ισχύος με σκοπό την πειθάρχηση πληθυσμών και την αντικατάσταση του δικαίου με τη βία.
Ο Gal εντάσσει στο ίδιο μοτίβο και τη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι η τουρκική παρέμβαση βασίστηκε σε αμφισβητούμενες συμφωνίες και συνοδεύτηκε από παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων, όπως έχουν καταγραφεί από τον ΟΗΕ και ευρωπαϊκές αποστολές.
Θεωρεί ότι η Σομαλία αποτελεί την ολοκλήρωση αυτής της καμπύλης, καθώς εκεί η Τουρκία έχει οικοδομήσει ένα πλέγμα στρατιωτικής παρουσίας, πολιτικής επιρροής και οικονομικών φιλοδοξιών, με τα F-16 να λειτουργούν ως το ορατό άκρο ενός ευρύτερου εγχειρήματος.
Κατά την άποψή του, η αποτυχία έγκειται στη δυτική επιβολή, αφού η παρακολούθηση τελικής χρήσης ελέγχει την κατοχή και όχι την επιχειρησιακή χρήση, αφήνοντας την κατάχρηση πολιτικά ακάλυπτη και ατιμώρητη.
Υπενθυμίζει το προηγούμενο του Πακιστάν, όπου η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε τη συντήρηση, τις αναβαθμίσεις και την πρόσβαση ως μοχλούς επιβολής, για να τονίσει ότι η μόχλευση δεν τελειώνει με την παράδοση.
Νομική τεκμηρίωση
Η επιβολή της τελικής χρήσης δεν περιορίστηκε σε τυπικούς όρους, αλλά εφαρμόστηκε έμπρακτα μέσω της συντήρησης, των αναβαθμίσεων και της πρόσβασης στα συστήματα.
Το αποτέλεσμα, όπως τονίζεται, είναι ένα παράδοξο συμμαχίας που αγγίζει τα όρια της αυτοϋπονόμευσης: τα ίδια τουρκικά F-16 υπερασπίζονται τον εναέριο χώρο του ΝΑΤΟ στη Ρουμανία και την Εσθονία, ενώ παράλληλα η συνολική αεροπορική στάση της Τουρκίας αντιμετωπίζει την ελληνική και την κυπριακή κυριαρχία ως διαπραγματεύσιμη.
Πρόκειται για τα ίδια αεροσκάφη, τα ίδια πληρώματα και την ίδια υποστήριξη, με άμυνα στην ανατολή και εξαναγκασμό στον Νότο.
Υπογραμμίζεται ακόμη ότι νομικά δεν υφίσταται καμία ασάφεια, καθώς οι αμερικανικές μεταβιβάσεις οπλικών συστημάτων δεσμεύονται από συγκεκριμένο σκοπό.
Τα αμυντικά μέσα παρέχονται για εσωτερική ασφάλεια, νόμιμη αυτοάμυνα και συλλογική ασφάλεια, βάσει δεσμευτικών συμφωνιών FMS, με την τελική χρήση να αποτελεί ρητό όρο.
Όταν F-16 αμερικανικής προέλευσης χρησιμοποιούνται για υπερπτήσεις, συστηματική πίεση και εκφοβισμό εταίρων, εκτιμάται ότι αυτό υπερβαίνει τη διπλωματία και συνιστά πρόκληση προς τα ίδια τα θεμέλια του αμερικανικού καθεστώτος μεταβίβασης όπλων.
Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνεται ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει σαφή εργαλεία, καθώς η υποστήριξη μπορεί να τεθεί υπό όρους ή και να ανασταλεί, συμπεριλαμβανομένων αναβαθμίσεων, λογισμικού αποστολών και συνολικής υποστήριξης.
Υπενθυμίζεται ότι το Κογκρέσο έχει ήδη δοκιμάσει αυτούς τους μοχλούς, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο των σχέσεων Τουρκίας – Ελλάδας, γεγονός που, κατά την άποψη αυτή, καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι η μόχλευση εξαντλείται με την παράδοση των οπλικών συστημάτων.
Τονίζεται επίσης ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρείται απλός παρατηρητής, καθώς δεν πρόκειται για διμερή διαμάχη.
Ο ελληνικός και ο κυπριακός εναέριος χώρος περιγράφονται ως το εξωτερικό εναέριο σύνορο της Ευρώπης και ταυτόχρονα ως επιχειρησιακός χώρος του ΝΑΤΟ.
Η ασάφεια, όπως επισημαίνεται, είναι το νόμισμα που εκμεταλλεύεται η Άγκυρα, και η άρση της αποδίδεται ως ευρωπαϊκή ευθύνη.
F-35
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των F-35, ο Shay Gal επισημαίνει ότι επανέρχεται ένα γνώριμο αντανακλαστικό: η επίλυση του θέματος των S-400 και η διατήρηση της Τουρκίας αγκυρωμένης στη Δύση.
Κατά την εκτίμηση αυτή, το αντανακλαστικό θεωρείται λανθασμένο, καθώς οι S-400 αντιμετωπίζονται ως σύμπτωμα και όχι ως η ρίζα του προβλήματος, το οποίο εντοπίζεται στο επιχειρησιακό δόγμα.
Υποστηρίζεται ότι ο μελλοντικός τουρκικός στόλος stealth δεν προορίζεται για αντιπαράθεση με τη Ρωσία ή το Ιράν, με τα οποία η Άγκυρα διατηρεί λειτουργικές διευθετήσεις μέσω ενέργειας, εμπορίου, Συρίας και της διαδικασίας της Αστάνα, αλλά για την άσκηση πίεσης πάνω από την Ελλάδα και την Κύπρο, εναντίον άλλων εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο και ρητά εναντίον του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένου του συριακού εναέριου χώρου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Τονίζεται ότι το Ισραήλ αναγνωρίζει αυτό το μοτίβο και ότι η Ελλάδα ζει ήδη υπό τις συνέπειές του.
Με αυτή την πορεία, εκτιμάται ότι μια τέτοια σύγκρουση τείνει να εκλαμβάνεται περισσότερο ως ζήτημα χρονισμού παρά ως ενδεχόμενο, με την Ιερουσαλήμ να προσαρμόζει αναλόγως τη στάση της.
Το Μογκαντίσου χαρακτηρίζεται ως το αποδεικτικό σημείο αυτής της εξέλιξης, καθώς η δυτική σιωπή φέρεται να έχει μετατραπεί σε επιχειρησιακή ικανότητα.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η πρόσβαση στα F-35, αλλά το πόσο γρήγορα τα τουρκικά F-16 θα στερηθούν την επιχειρησιακή τους βιωσιμότητα, με τις σχετικές προετοιμασίες να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Καταληκτικά, διατυπώνεται η άποψη ότι η ιστορία των F-16 αποτελεί στην πραγματικότητα την ουσιαστική ιστορία των F-35, καθώς δοκιμάζει αν οι κανόνες εξακολουθούν να ισχύουν όταν η επιβολή τους είναι πολιτικά άβολη, αν η συμμαχία σημαίνει κοινή άμυνα ή απλώς κοινή εφοδιαστική, και αν η κυριαρχία παραμένει αρχή ή μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί.
Όσοι, τέλος, κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η Ουάσιγκτον, εκτιμάται ότι γνωρίζουν πως η κρίση αυτή δεν θα κριθεί σε προεδρικές τηλεφωνικές συνομιλίες, αλλά σε όλο το φάσμα του Κογκρέσου, του Πενταγώνου, του State Department και της αλυσίδας υποστήριξης, με την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ να βρίσκονται ήδη παρούσες.
www.bankingnews.gr
Εν προκειμένω η πληροφορία που έρχεται στο φως της δημοσιότητας αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της συμπεριφοράς της Τουρκίας και της αεροπορικής ισχύος της.
Σύμφωνα με τον κορυφαίο αξιωματούχο, Shay Gal, διευθυντή εξωτερικών σχέσεων της Israel Aerospace Industries (IAI), το Ισραήλ προετοιμάζει κινήσεις που θα μπορούσαν να στερήσουν από τα τουρκικά F-16 την επιχειρησιακή τους βιωσιμότητα, όχι μέσω σύγκρουσης, αλλά μέσω των μηχανισμών που καθορίζουν ποιος μπορεί να πετά και υπό ποιους όρους.
Και αν επιβεβαιωθεί, πρόκειται για εξέλιξη που υπερβαίνει κατά πολύ το διμερές επίπεδο.
Αγγίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και την ίδια τη λογική των συμμαχιών, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα αμείλικτο ερώτημα: ποια είναι σήμερα τα πραγματικά όρια της ανοχής απέναντι στην κατάχρηση ισχύος.
Και κυρίως, ποιος είναι έτοιμος να τα επιβάλει.
Σύμφωνα με τον Shay Gal, επί δεκαετίες το F-16 λειτουργούσε ως σύμβολο της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής και της πειθαρχίας στις αρχές του ΝΑΤΟ, όμως, όπως σημειώνει, αυτή η παραδοχή κατέρρευσε όταν τουρκικά F-16 αμερικανικής προέλευσης επιχειρούσαν στη Σομαλία υπό το πρόσχημα της «αντιτρομοκρατίας».
Κατά την εκτίμησή του, το γεγονός αυτό συνιστά δοκιμασία επιβολής κανόνων, καθώς το πραγματικό ζήτημα δεν αφορά πλέον την προμήθεια οπλικών συστημάτων αλλά το επιχειρησιακό δόγμα και το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εξακολουθούν να επιβάλλουν τους όρους χρήσης της δικής τους αεροπορικής ισχύος ή αν αυτοί έχουν απομείνει τυπικοί, χωρίς συνέπειες για την Άγκυρα.
Ο Gal θεωρεί ότι ο χρονισμός των εξελίξεων ήταν σκόπιμος, συνδέοντάς τον με τη διατάραξη της ισορροπίας στο Κέρας της Αφρικής μετά την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ.
Υπενθυμίζει ότι η τουρκική ηγεσία αντέδρασε άμεσα σε διπλωματικό επίπεδο και ότι η ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών αποτέλεσε το επιχειρησιακό υπόβαθρο αυτής της αντίδρασης, με αποδέκτες όχι μόνο τη Σομαλιλάνδη αλλά και την Ουάσιγκτον.
Για τον ίδιο λόγο, εκτιμά ότι το ζήτημα των F-16 είναι βαθύτερο από εκείνο των S-400, καθώς δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη συναλλαγή αλλά για επιχειρησιακό δόγμα στραμμένο εναντίον συμμάχων.
Ελλάδα – Κύπρος – Αιγαίο
Αναφερόμενος στο Αιγαίο, επισημαίνει ότι η χρήση αεροπορικής ισχύος έχει κανονικοποιηθεί, με επανειλημμένες και τεκμηριωμένες παραβιάσεις του ελληνικού και κυπριακού εναέριου χώρου από τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων F-16.
Τονίζει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ή για διαφωνία περί ναυτικών μιλίων, αλλά για συστηματική διάβρωση της εναέριας κυριαρχίας κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από άλλο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, με τη χρήση μέσων που συντηρούνται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η κλίμακα των παραβιάσεων αποτελεί προειδοποίηση, συγκρίνοντάς τες με τον περιορισμένο αριθμό ρωσικών παραβιάσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Για την Κύπρο, ο Gal σημειώνει ότι η Τουρκία δεν αμφισβητεί απλώς πολιτικές θέσεις αλλά τον ίδιο τον χάρτη, μέσω επανειλημμένων εισόδων στον κυπριακό εναέριο χώρο και επιχειρήσεων από το κατεχόμενο βόρειο τμήμα, γεγονός που, όπως λέει, συνιστά επιβολή κυριαρχίας δια της βίας από έδαφος που τα Ηνωμένα Έθνη αναγνωρίζουν ως κατεχόμενο.
Κατά την άποψή του, τα περιστατικά αυτά δεν είναι επεισοδιακά αλλά αποτελούν διαρκή εναέρια εξαναγκαστική πίεση, καταγεγραμμένη στα αρχεία του ΟΗΕ.
Επεκτείνοντας την ανάλυσή του, αναφέρει ότι τα ίδια αεροσκάφη χρησιμοποιούνται και στην εξαναγκαστική εκστρατεία κατά κουρδικών κοινοτήτων στη βόρεια Συρία και το βόρειο Ιράκ, καθώς και στο εσωτερικό της Τουρκίας, όπου, όπως υποστηρίζει, η γραμμή μεταξύ αντιτρομοκρατίας και συλλογικής τιμωρίας θολώνει.
Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για χρήση αεροπορικής ισχύος με σκοπό την πειθάρχηση πληθυσμών και την αντικατάσταση του δικαίου με τη βία.
Ο Gal εντάσσει στο ίδιο μοτίβο και τη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι η τουρκική παρέμβαση βασίστηκε σε αμφισβητούμενες συμφωνίες και συνοδεύτηκε από παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων, όπως έχουν καταγραφεί από τον ΟΗΕ και ευρωπαϊκές αποστολές.
Θεωρεί ότι η Σομαλία αποτελεί την ολοκλήρωση αυτής της καμπύλης, καθώς εκεί η Τουρκία έχει οικοδομήσει ένα πλέγμα στρατιωτικής παρουσίας, πολιτικής επιρροής και οικονομικών φιλοδοξιών, με τα F-16 να λειτουργούν ως το ορατό άκρο ενός ευρύτερου εγχειρήματος.
Κατά την άποψή του, η αποτυχία έγκειται στη δυτική επιβολή, αφού η παρακολούθηση τελικής χρήσης ελέγχει την κατοχή και όχι την επιχειρησιακή χρήση, αφήνοντας την κατάχρηση πολιτικά ακάλυπτη και ατιμώρητη.
Υπενθυμίζει το προηγούμενο του Πακιστάν, όπου η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε τη συντήρηση, τις αναβαθμίσεις και την πρόσβαση ως μοχλούς επιβολής, για να τονίσει ότι η μόχλευση δεν τελειώνει με την παράδοση.
Νομική τεκμηρίωση
Η επιβολή της τελικής χρήσης δεν περιορίστηκε σε τυπικούς όρους, αλλά εφαρμόστηκε έμπρακτα μέσω της συντήρησης, των αναβαθμίσεων και της πρόσβασης στα συστήματα.
Το αποτέλεσμα, όπως τονίζεται, είναι ένα παράδοξο συμμαχίας που αγγίζει τα όρια της αυτοϋπονόμευσης: τα ίδια τουρκικά F-16 υπερασπίζονται τον εναέριο χώρο του ΝΑΤΟ στη Ρουμανία και την Εσθονία, ενώ παράλληλα η συνολική αεροπορική στάση της Τουρκίας αντιμετωπίζει την ελληνική και την κυπριακή κυριαρχία ως διαπραγματεύσιμη.
Πρόκειται για τα ίδια αεροσκάφη, τα ίδια πληρώματα και την ίδια υποστήριξη, με άμυνα στην ανατολή και εξαναγκασμό στον Νότο.
Υπογραμμίζεται ακόμη ότι νομικά δεν υφίσταται καμία ασάφεια, καθώς οι αμερικανικές μεταβιβάσεις οπλικών συστημάτων δεσμεύονται από συγκεκριμένο σκοπό.
Τα αμυντικά μέσα παρέχονται για εσωτερική ασφάλεια, νόμιμη αυτοάμυνα και συλλογική ασφάλεια, βάσει δεσμευτικών συμφωνιών FMS, με την τελική χρήση να αποτελεί ρητό όρο.
Όταν F-16 αμερικανικής προέλευσης χρησιμοποιούνται για υπερπτήσεις, συστηματική πίεση και εκφοβισμό εταίρων, εκτιμάται ότι αυτό υπερβαίνει τη διπλωματία και συνιστά πρόκληση προς τα ίδια τα θεμέλια του αμερικανικού καθεστώτος μεταβίβασης όπλων.
Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνεται ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει σαφή εργαλεία, καθώς η υποστήριξη μπορεί να τεθεί υπό όρους ή και να ανασταλεί, συμπεριλαμβανομένων αναβαθμίσεων, λογισμικού αποστολών και συνολικής υποστήριξης.
Υπενθυμίζεται ότι το Κογκρέσο έχει ήδη δοκιμάσει αυτούς τους μοχλούς, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο των σχέσεων Τουρκίας – Ελλάδας, γεγονός που, κατά την άποψη αυτή, καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι η μόχλευση εξαντλείται με την παράδοση των οπλικών συστημάτων.
Τονίζεται επίσης ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρείται απλός παρατηρητής, καθώς δεν πρόκειται για διμερή διαμάχη.
Ο ελληνικός και ο κυπριακός εναέριος χώρος περιγράφονται ως το εξωτερικό εναέριο σύνορο της Ευρώπης και ταυτόχρονα ως επιχειρησιακός χώρος του ΝΑΤΟ.
Η ασάφεια, όπως επισημαίνεται, είναι το νόμισμα που εκμεταλλεύεται η Άγκυρα, και η άρση της αποδίδεται ως ευρωπαϊκή ευθύνη.
F-35
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των F-35, ο Shay Gal επισημαίνει ότι επανέρχεται ένα γνώριμο αντανακλαστικό: η επίλυση του θέματος των S-400 και η διατήρηση της Τουρκίας αγκυρωμένης στη Δύση.
Κατά την εκτίμηση αυτή, το αντανακλαστικό θεωρείται λανθασμένο, καθώς οι S-400 αντιμετωπίζονται ως σύμπτωμα και όχι ως η ρίζα του προβλήματος, το οποίο εντοπίζεται στο επιχειρησιακό δόγμα.
Υποστηρίζεται ότι ο μελλοντικός τουρκικός στόλος stealth δεν προορίζεται για αντιπαράθεση με τη Ρωσία ή το Ιράν, με τα οποία η Άγκυρα διατηρεί λειτουργικές διευθετήσεις μέσω ενέργειας, εμπορίου, Συρίας και της διαδικασίας της Αστάνα, αλλά για την άσκηση πίεσης πάνω από την Ελλάδα και την Κύπρο, εναντίον άλλων εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο και ρητά εναντίον του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένου του συριακού εναέριου χώρου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Τονίζεται ότι το Ισραήλ αναγνωρίζει αυτό το μοτίβο και ότι η Ελλάδα ζει ήδη υπό τις συνέπειές του.
Με αυτή την πορεία, εκτιμάται ότι μια τέτοια σύγκρουση τείνει να εκλαμβάνεται περισσότερο ως ζήτημα χρονισμού παρά ως ενδεχόμενο, με την Ιερουσαλήμ να προσαρμόζει αναλόγως τη στάση της.
Το Μογκαντίσου χαρακτηρίζεται ως το αποδεικτικό σημείο αυτής της εξέλιξης, καθώς η δυτική σιωπή φέρεται να έχει μετατραπεί σε επιχειρησιακή ικανότητα.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η πρόσβαση στα F-35, αλλά το πόσο γρήγορα τα τουρκικά F-16 θα στερηθούν την επιχειρησιακή τους βιωσιμότητα, με τις σχετικές προετοιμασίες να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Καταληκτικά, διατυπώνεται η άποψη ότι η ιστορία των F-16 αποτελεί στην πραγματικότητα την ουσιαστική ιστορία των F-35, καθώς δοκιμάζει αν οι κανόνες εξακολουθούν να ισχύουν όταν η επιβολή τους είναι πολιτικά άβολη, αν η συμμαχία σημαίνει κοινή άμυνα ή απλώς κοινή εφοδιαστική, και αν η κυριαρχία παραμένει αρχή ή μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί.
Όσοι, τέλος, κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η Ουάσιγκτον, εκτιμάται ότι γνωρίζουν πως η κρίση αυτή δεν θα κριθεί σε προεδρικές τηλεφωνικές συνομιλίες, αλλά σε όλο το φάσμα του Κογκρέσου, του Πενταγώνου, του State Department και της αλυσίδας υποστήριξης, με την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ να βρίσκονται ήδη παρούσες.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών