Η Τουρκία έχει επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για τον ενεργειακό και μεταλλευτικό πλούτο της Σομαλίας, με έμφαση στο αλουμίνιο, τον χαλκό, τον σίδηρο, τα σπάνια μέταλλα και το τιτάνιο
Η ανάπτυξη τριών μαχητικών F-16 της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας στο διεθνές αεροδρόμιο του Μογκαντίσου δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό ούτε μια απλή αποστολή υποστήριξης κατά τοπικών ένοπλων οργανώσεων στη Σομαλία.
Πρόκειται για ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα συστηματικής στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής διείσδυσης της Άγκυρας σε περιοχές-κλειδιά, από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική έως την Υποσαχάρια Αφρική και, δυνητικά, την Κεντρική Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αμυντική, αντιδραστική στρατηγική, περιορισμένη γεωγραφικά και πολιτικά, με ελάχιστη παρουσία εκτός του άμεσου περιβάλλοντός της και πάντα υπό τα κελεύσματα των ΗΠΑ.
Τουρκική αεροπορική ισχύς: Ποσότητα, εμπειρία, εξωστρέφεια
Η Τουρκία είναι μακράν ο μεγαλύτερος ξένος χρήστης του F-16 παγκοσμίως.
Ολόκληρη σχεδόν η πολεμική της αεροπορία βασίζεται στο συγκεκριμένο μαχητικό, με εξαίρεση μία μοίρα παλαιών F-4E.
Παρότι τα τουρκικά F-16 θεωρούνται τεχνολογικά ξεπερασμένα σε σύγκριση με νεότερες πλατφόρμες –καθώς βασίζονται ακόμη σε μηχανικά σαρωμένα ραντάρ και διαθέτουν περιορισμένο φάσμα σύγχρονων όπλων– η μαζικότητα, η διαρκής επιχειρησιακή χρήση και η εμπειρία πραγματικών επιχειρήσεων τα καθιστούν εξαιρετικά αποτελεσματικά σε περιβάλλοντα χαμηλής και μέσης έντασης.
Για επιχειρήσεις όπως αυτές στη Σομαλία, όπου το ζητούμενο είναι η αεροπορική υπεροχή έναντι ανοργάνωτων ανταρτικών οργανώσεων η τουρκική αεροπορική ισχύς είναι υπεραρκετή.
Και δεν παρέχεται δωρεάν: λειτουργεί ως εργαλείο ανταλλαγής για πολιτική επιρροή και πρόσβαση σε κρίσιμους φυσικούς πόρους.

Σομαλία: Ενέργεια, ορυκτά και στρατηγικό αποτύπωμα
Η Τουρκία έχει επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για τον ενεργειακό και μεταλλευτικό πλούτο της Σομαλίας, με έμφαση στο αλουμίνιο, τον χαλκό, τον σίδηρο, τα σπάνια μέταλλα και το τιτάνιο.
Η οικονομική της πίεση στο εσωτερικό την ωθεί να αναζητά σφαίρες επιρροής στο εξωτερικό, όπου μπορεί να εξασφαλίζει πόρους με ευνοϊκούς όρους, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τη στρατιωτική της παρουσία.
Σε αντίθεση, η Ελλάδα –παρότι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ– απουσιάζει πλήρως από τέτοιες γεωοικονομικές ζώνες, χωρίς στρατηγική διείσδυσης, χωρίς στρατιωτικά εργαλεία προβολής ισχύος και χωρίς πολιτική βούληση για ανάληψη ρίσκου.

Από τη Λιβύη στη Συρία - Η Τουρκία σε πολλαπλά μέτωπα
Η Σομαλία δεν είναι εξαίρεση.
Η Τουρκία έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στη Λιβύη, όπου έχει αναπτύξει ένοπλες δυνάμεις, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συμμαχικές συριακές τζιχαντιστικές οργανώσεις υπό τον επιχειρησιακό της έλεγχο. Στόχος: η διαμόρφωση του πολιτικού αποτελέσματος του εμφυλίου και η εξασφάλιση πρόσβασης στα λιβυκά κοιτάσματα υδρογονανθράκων.
Παράλληλα, μετά την επικράτηση τουρκικά υποστηριζόμενων ένοπλων σχηματισμών στη Συρία τον Δεκέμβριο του 2024, η Άγκυρα κινείται για την ανάληψη πρώην συριακών αεροπορικών βάσεων, μετατρέποντας έναν ιστορικό αντίπαλο σε γεωστρατηγικό προγεφύρωμα.

Νατοϊκός πολλαπλασιαστής ισχύος
Η Τουρκία έχει καταφέρει κάτι μοναδικό: να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας των ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων σε μουσουλμανικές περιοχές, εκμεταλλευόμενη την ταυτότητά της ως μουσουλμανική χώρα-μέλος της Συμμαχίας.
Έτσι επηρεάζει εξελίξεις στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, συχνά εκεί όπου η Δύση δεν μπορεί να παρέμβει άμεσα.
Η Ελλάδα, αντίθετα, παραμένει ένας περιφερειακός παίκτης περιορισμένος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς δυνατότητα ή πρόθεση να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός διαμεσολαβητής ή στρατιωτικός πάροχος ασφάλειας εκτός συνόρων.

Ισχύς δεν είναι μόνο τα όπλα
Η τουρκική στρατιωτική ισχύς δεν έγκειται μόνο στον αριθμό των μαχητικών ή των drones της.
Έγκειται στην πολιτική βούληση να τα χρησιμοποιεί, στη στρατηγική της εξωστρέφεια και στην ικανότητά της να συνδέει τη στρατιωτική δράση με οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη.
Η Ελλάδα διαθέτει ποιοτικά οπλικά συστήματα και ικανό προσωπικό, αλλά στερείται στρατηγικού βάθους, διεθνούς δικτύωσης ισχύος και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού προβολής επιρροής.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς ασκείται μακριά από τα σύνορα, η Άγκυρα παίζει επιθετικά.
Η Αθήνα παίζει παθητικά, μονίμως προσδεμένη στο άρμα των ΗΠΑ.
Και αυτό, σε βάθος χρόνου, είναι το πιο επικίνδυνο χάσμα απ’ όλα.
Η Τουρκία παρεμβαίνει στις κρίσεις
Η Τουρκία, πέρα από την άμεση στρατιωτική ισχύ που προβάλλει σε Αφρική και Μέση Ανατολή, έχει καταφέρει να διαμορφώσει διεθνές κύρος ως διαμεσολαβητής σε κρίσεις μεγάλης γεωπολιτικής έντασης.
Στην κρίση της Ουκρανίας, η Άγκυρα έχει αναλάβει ενεργό ρόλο ως διαμεσολαβητής μεταξύ Κιέβου, Μόσχας και Δύσης.
Μέσα από διπλωματικά κανάλια, διαπραγματεύσεις για την ασφάλεια των σιτηρών και έλεγχο εξοπλισμών, η Τουρκία καταφέρνει να κρατάει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, προβάλλοντας ειρηνοποιητικό προφίλ, παράλληλα με τα στρατιωτικά της συμφέροντα.
Στην ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Άγκυρα προσφέρει πλατφόρμα διαλόγου και πολιτικής μεσολάβησης, υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλίες πρέπει να περιλαμβάνουν βαλλιστικούς πυραύλους, στήριξη σε μη κρατικές ομάδες και πυρηνικό πρόγραμμα, χωρίς να παίρνει ανοιχτά το μέρος κανενός.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία εμφανίζεται ως πράκτορας ισορροπίας, ενισχύοντας το διεθνές της κύρος και εξασφαλίζοντας επιρροή σε κρίσιμες γεωπολιτικές ζώνες.

Ελλάδα: Απουσία διεθνούς μεσολάβησης
Σε πλήρη αντίθεση, η Ελλάδα περιορίζεται σε διπλωματική υποστήριξη και διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Δεν έχει αναλάβει ενεργό μεσολαβητικό ρόλο σε κρίσεις υψηλής έντασης όπως η Ουκρανία ή οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, και έτσι χάνει ευκαιρίες προβολής ισχύος και διεθνούς κύρους.
Η ελληνική διπλωματία συχνά παραμένει αμυντική, επικεντρωμένη σε εγχώριες απειλές και σε σταθεροποίηση των υφιστάμενων συμμαχιών, χωρίς να δημιουργεί νέα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα της Άγκυρας
Ο συνδυασμός στρατιωτικής ισχύος, γεωπολιτικής προβολής και διαμεσολαβητικής ικανότητας καθιστά την Τουρκία ενεργό παίκτη σε παγκόσμιο επίπεδο, ικανή να επηρεάζει αποτελέσματα σε πολλαπλά μέτωπα χωρίς να δεσμεύεται άμεσα σε καμία πλευρά.
«Η Τουρκία χτίζει αυτοκρατορία» υποστηρίζουν γεωπολιτικοί αναλυτές διαβλέποντας έναν νεοοθωμανισμό στις στρατηγικές κινήσεις της Άγκυρας.
Αντίθετα, η Ελλάδα, παρόλο που διαθέτει στρατιωτική ισχύ και διπλωματικές συμμαχίες, παραμένει παθητικός παρατηρητής σε κρίσιμες διεθνείς διαπραγματεύσεις.
www.bankingnews.gr
Πρόκειται για ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα συστηματικής στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής διείσδυσης της Άγκυρας σε περιοχές-κλειδιά, από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική έως την Υποσαχάρια Αφρική και, δυνητικά, την Κεντρική Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αμυντική, αντιδραστική στρατηγική, περιορισμένη γεωγραφικά και πολιτικά, με ελάχιστη παρουσία εκτός του άμεσου περιβάλλοντός της και πάντα υπό τα κελεύσματα των ΗΠΑ.
Τουρκική αεροπορική ισχύς: Ποσότητα, εμπειρία, εξωστρέφεια
Η Τουρκία είναι μακράν ο μεγαλύτερος ξένος χρήστης του F-16 παγκοσμίως.
Ολόκληρη σχεδόν η πολεμική της αεροπορία βασίζεται στο συγκεκριμένο μαχητικό, με εξαίρεση μία μοίρα παλαιών F-4E.
Παρότι τα τουρκικά F-16 θεωρούνται τεχνολογικά ξεπερασμένα σε σύγκριση με νεότερες πλατφόρμες –καθώς βασίζονται ακόμη σε μηχανικά σαρωμένα ραντάρ και διαθέτουν περιορισμένο φάσμα σύγχρονων όπλων– η μαζικότητα, η διαρκής επιχειρησιακή χρήση και η εμπειρία πραγματικών επιχειρήσεων τα καθιστούν εξαιρετικά αποτελεσματικά σε περιβάλλοντα χαμηλής και μέσης έντασης.
Για επιχειρήσεις όπως αυτές στη Σομαλία, όπου το ζητούμενο είναι η αεροπορική υπεροχή έναντι ανοργάνωτων ανταρτικών οργανώσεων η τουρκική αεροπορική ισχύς είναι υπεραρκετή.
Και δεν παρέχεται δωρεάν: λειτουργεί ως εργαλείο ανταλλαγής για πολιτική επιρροή και πρόσβαση σε κρίσιμους φυσικούς πόρους.

Σομαλία: Ενέργεια, ορυκτά και στρατηγικό αποτύπωμα
Η Τουρκία έχει επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για τον ενεργειακό και μεταλλευτικό πλούτο της Σομαλίας, με έμφαση στο αλουμίνιο, τον χαλκό, τον σίδηρο, τα σπάνια μέταλλα και το τιτάνιο.
Η οικονομική της πίεση στο εσωτερικό την ωθεί να αναζητά σφαίρες επιρροής στο εξωτερικό, όπου μπορεί να εξασφαλίζει πόρους με ευνοϊκούς όρους, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τη στρατιωτική της παρουσία.
Σε αντίθεση, η Ελλάδα –παρότι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ– απουσιάζει πλήρως από τέτοιες γεωοικονομικές ζώνες, χωρίς στρατηγική διείσδυσης, χωρίς στρατιωτικά εργαλεία προβολής ισχύος και χωρίς πολιτική βούληση για ανάληψη ρίσκου.
Από τη Λιβύη στη Συρία - Η Τουρκία σε πολλαπλά μέτωπα
Η Σομαλία δεν είναι εξαίρεση.
Η Τουρκία έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στη Λιβύη, όπου έχει αναπτύξει ένοπλες δυνάμεις, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συμμαχικές συριακές τζιχαντιστικές οργανώσεις υπό τον επιχειρησιακό της έλεγχο. Στόχος: η διαμόρφωση του πολιτικού αποτελέσματος του εμφυλίου και η εξασφάλιση πρόσβασης στα λιβυκά κοιτάσματα υδρογονανθράκων.
Παράλληλα, μετά την επικράτηση τουρκικά υποστηριζόμενων ένοπλων σχηματισμών στη Συρία τον Δεκέμβριο του 2024, η Άγκυρα κινείται για την ανάληψη πρώην συριακών αεροπορικών βάσεων, μετατρέποντας έναν ιστορικό αντίπαλο σε γεωστρατηγικό προγεφύρωμα.

Νατοϊκός πολλαπλασιαστής ισχύος
Η Τουρκία έχει καταφέρει κάτι μοναδικό: να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας των ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων σε μουσουλμανικές περιοχές, εκμεταλλευόμενη την ταυτότητά της ως μουσουλμανική χώρα-μέλος της Συμμαχίας.
Έτσι επηρεάζει εξελίξεις στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, συχνά εκεί όπου η Δύση δεν μπορεί να παρέμβει άμεσα.
Η Ελλάδα, αντίθετα, παραμένει ένας περιφερειακός παίκτης περιορισμένος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς δυνατότητα ή πρόθεση να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός διαμεσολαβητής ή στρατιωτικός πάροχος ασφάλειας εκτός συνόρων.

Ισχύς δεν είναι μόνο τα όπλα
Η τουρκική στρατιωτική ισχύς δεν έγκειται μόνο στον αριθμό των μαχητικών ή των drones της.
Έγκειται στην πολιτική βούληση να τα χρησιμοποιεί, στη στρατηγική της εξωστρέφεια και στην ικανότητά της να συνδέει τη στρατιωτική δράση με οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη.
Η Ελλάδα διαθέτει ποιοτικά οπλικά συστήματα και ικανό προσωπικό, αλλά στερείται στρατηγικού βάθους, διεθνούς δικτύωσης ισχύος και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού προβολής επιρροής.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς ασκείται μακριά από τα σύνορα, η Άγκυρα παίζει επιθετικά.
Η Αθήνα παίζει παθητικά, μονίμως προσδεμένη στο άρμα των ΗΠΑ.
Και αυτό, σε βάθος χρόνου, είναι το πιο επικίνδυνο χάσμα απ’ όλα.
Η Τουρκία παρεμβαίνει στις κρίσεις
Η Τουρκία, πέρα από την άμεση στρατιωτική ισχύ που προβάλλει σε Αφρική και Μέση Ανατολή, έχει καταφέρει να διαμορφώσει διεθνές κύρος ως διαμεσολαβητής σε κρίσεις μεγάλης γεωπολιτικής έντασης.
Στην κρίση της Ουκρανίας, η Άγκυρα έχει αναλάβει ενεργό ρόλο ως διαμεσολαβητής μεταξύ Κιέβου, Μόσχας και Δύσης.
Μέσα από διπλωματικά κανάλια, διαπραγματεύσεις για την ασφάλεια των σιτηρών και έλεγχο εξοπλισμών, η Τουρκία καταφέρνει να κρατάει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, προβάλλοντας ειρηνοποιητικό προφίλ, παράλληλα με τα στρατιωτικά της συμφέροντα.
Στην ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Άγκυρα προσφέρει πλατφόρμα διαλόγου και πολιτικής μεσολάβησης, υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλίες πρέπει να περιλαμβάνουν βαλλιστικούς πυραύλους, στήριξη σε μη κρατικές ομάδες και πυρηνικό πρόγραμμα, χωρίς να παίρνει ανοιχτά το μέρος κανενός.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία εμφανίζεται ως πράκτορας ισορροπίας, ενισχύοντας το διεθνές της κύρος και εξασφαλίζοντας επιρροή σε κρίσιμες γεωπολιτικές ζώνες.
Ελλάδα: Απουσία διεθνούς μεσολάβησης
Σε πλήρη αντίθεση, η Ελλάδα περιορίζεται σε διπλωματική υποστήριξη και διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Δεν έχει αναλάβει ενεργό μεσολαβητικό ρόλο σε κρίσεις υψηλής έντασης όπως η Ουκρανία ή οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, και έτσι χάνει ευκαιρίες προβολής ισχύος και διεθνούς κύρους.
Η ελληνική διπλωματία συχνά παραμένει αμυντική, επικεντρωμένη σε εγχώριες απειλές και σε σταθεροποίηση των υφιστάμενων συμμαχιών, χωρίς να δημιουργεί νέα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα της Άγκυρας
Ο συνδυασμός στρατιωτικής ισχύος, γεωπολιτικής προβολής και διαμεσολαβητικής ικανότητας καθιστά την Τουρκία ενεργό παίκτη σε παγκόσμιο επίπεδο, ικανή να επηρεάζει αποτελέσματα σε πολλαπλά μέτωπα χωρίς να δεσμεύεται άμεσα σε καμία πλευρά.
«Η Τουρκία χτίζει αυτοκρατορία» υποστηρίζουν γεωπολιτικοί αναλυτές διαβλέποντας έναν νεοοθωμανισμό στις στρατηγικές κινήσεις της Άγκυρας.
Αντίθετα, η Ελλάδα, παρόλο που διαθέτει στρατιωτική ισχύ και διπλωματικές συμμαχίες, παραμένει παθητικός παρατηρητής σε κρίσιμες διεθνείς διαπραγματεύσεις.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών