Στο συγκεκριμένο εργοστάσιο πρόκειται να κατασκευάζεται στο εξής η αμιγώς ηλεκτρική έκδοση της C-Class
Η μεγαλύτερη παραγωγική εγκατάσταση της Mercedes-Benz βρίσκεται πλέον εκτός Γερμανίας, καθώς το εργοστάσιο στο Κέτσκεμετ της Ουγγαρίας έχει εξελιχθεί στη σημαντικότερη μονάδα της εταιρείας.
Στο συγκεκριμένο εργοστάσιο πρόκειται να κατασκευάζεται στο εξής η αμιγώς ηλεκτρική έκδοση της C-Class, ενώ σταδιακά αναμένεται να προστεθούν και άλλα μοντέλα. Ο διευθύνων σύμβουλος της Mercedes, Ola Källenius, εμφανίζεται ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις συνθήκες παραγωγής, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «το κόστος παραγωγής εδώ θέτει πρότυπα για όλη την Ευρώπη». Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης για το εργατικό δυναμικό είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας, η παραγωγή στην Ουγγαρία συνεπάγεται έως και 70% χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με ένα αντίστοιχο εργοστάσιο στη Γερμανία. Το ωριαίο κόστος εργασίας στη μεταποίηση ανέρχεται κατά μέσο όρο στην Ουγγαρία στα 15,60 ευρώ, ενώ στη Γερμανία φτάνει τα 49,50 ευρώ, δηλαδή είναι περισσότερο από τριπλάσιο. Διαφορετική είναι και η διάρκεια της τυπικής εβδομάδας εργασίας: στην Ουγγαρία ανέρχεται στις 40 ώρες, ενώ στη Γερμανία, βάσει της συλλογικής σύμβασης της IG Metall, στις 35 ώρες.
Στα πλεονεκτήματα που επικαλείται η Mercedes περιλαμβάνεται επίσης η περιορισμένη απουσία εργαζομένων λόγω ασθένειας. Στο ουγγρικό εργατικό δυναμικό ο μέσος όρος ανέρχεται μόλις σε τρεις ημέρες ετησίως, ενώ στα γερμανικά εργοστάσια οι ημέρες απουσίας είναι περισσότερες από διπλάσιες.
Η Ουγγαρία ως νέος βιομηχανικός προορισμός
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η πολιτική προσέλκυσης παραγωγικών επενδύσεων στην Ουγγαρία είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει επί των ημερών της κυβέρνησης του Viktor Orbán. Πλέον, ακόμη και με την πολιτική αλλαγή στη Βουδαπέστη, οι μεγάλες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες εξακολουθούν να βλέπουν τη χώρα ως ιδιαίτερα ελκυστικό τόπο παραγωγής.
Η Mercedes δεν είναι η μόνη γερμανική εταιρεία που έχει ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση. BMW και Audi, αλλά και μεγάλες εταιρείες του κλάδου εξαρτημάτων, όπως η Continental και η KACO, έχουν μεταφέρει παραγωγική δραστηριότητα στην Ουγγαρία. Η KACO, μάλιστα, μεταφέρει σταδιακά μηχανήματα από το παραδοσιακό της εργοστάσιο στο Κίρχαρντ της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το οποίο λειτουργεί εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, προς εγκαταστάσεις στην Ουγγαρία.
Ο διευθυντής της KACO, Gernot-Alois Feil, αναγνωρίζει ότι η απώλεια 174 θέσεων εργασίας στη Γερμανία είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον στη Γερμανία καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο για τις παραγωγικές εταιρείες. Κατά την άποψή του, η γερμανική αποβιομηχάνιση επιταχύνεται και η μεταφορά παραγωγικής δραστηριότητας στο εξωτερικό συνεπάγεται αναπόφευκτα απώλειες και για το επίπεδο ευημερίας στη χώρα.
Το πλεονέκτημα της Ουγγαρίας, πάντως, δεν περιορίζεται μόνο στο χαμηλότερο εργατικό κόστος, στις αποδοχές ή στις γενικότερες συνθήκες παραγωγής. Η ουγγρική κυβέρνηση προσφέρει επίσης ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς στις ξένες επιχειρήσεις που επιλέγουν να επενδύσουν στη χώρα.
Η Ουγγαρία προσελκύει πλέον και κινεζικούς ομίλους
Η δυναμική της Ουγγαρίας αποτυπώνεται και στην αυξανόμενη παρουσία κινεζικών επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η CATL, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής κυψελών μπαταριών παγκοσμίως, ο οποίος ετοιμάζεται να θέσει σε λειτουργία το δικό του «Giga-Factory» στο Ντέμπρετσεν.
Παράλληλα, ο κινεζικός όμιλος αυτοκινήτων BYD κατασκευάζει μεγάλη παραγωγική μονάδα στη νότια Ουγγαρία. Εκεί αναμένεται να ξεκινήσει ήδη από το επόμενο έτος η παραγωγή κινεζικών αυτοκινήτων με την ένδειξη «Made in Europe».
Η τάση μεταφοράς παραγωγής εκτός Γερμανίας αποτυπώνεται και σε έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας Horváth, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1.000 κορυφαίων στελεχών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Γερμανία. Το 60% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι έως το 2030 σχεδιάζει να μεταφέρει μέρος της παραγωγής σε κάποια χώρα με χαμηλότερο κόστος.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζει και το μοντέλο «Local-for-Local», σύμφωνα με το οποίο τα προϊόντα πρέπει να κατασκευάζονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στις αγορές όπου πρόκειται να καταναλωθούν. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τους κινδύνους στην εφοδιαστική αλυσίδα, αλλά και να μειώσουν τα πρόσθετα κόστη που συνδέονται με τελωνειακές διαδικασίες και δασμούς.
Υπό αυτά τα δεδομένα, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με την Ουγγαρία και τη Σλοβακία να βρίσκονται μεταξύ των βασικών επιλογών, αναμένεται να διατηρήσουν την ελκυστικότητά τους για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, εκτιμάται ότι η ζήτηση για εργατικό δυναμικό στις συγκεκριμένες χώρες θα συνεχίσει να αυξάνεται.
Όσον αφορά το μέλλον της απασχόλησης στη Γερμανία, οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις εντοπίζουν περιθώρια δημιουργίας νέων θέσεων κυρίως στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογίας, της ανάπτυξης νέων μεθόδων και της καινοτομίας. Για να αξιοποιηθεί, όμως, αυτή η δυνατότητα, θεωρείται απαραίτητη και η ενεργότερη στήριξη από την πολιτεία.
Αυτό είναι, άλλωστε, ένα από τα βασικά αιτήματα που διατυπώνουν σταθερά τόσο οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας όσο και οι οικονομολόγοι της φιλελεύθερης οικονομικής σχολής, οι οποίοι αποδίδουν στο κράτος σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ενός πιο ανταγωνιστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή των παραγωγικών μονάδων από την Ουγγαρία στη Γερμανία δεν φαίνεται να βρίσκεται στον ορίζοντα, ούτε καν ως ρεαλιστικό σενάριο.
www.bankingnews.gr
Στο συγκεκριμένο εργοστάσιο πρόκειται να κατασκευάζεται στο εξής η αμιγώς ηλεκτρική έκδοση της C-Class, ενώ σταδιακά αναμένεται να προστεθούν και άλλα μοντέλα. Ο διευθύνων σύμβουλος της Mercedes, Ola Källenius, εμφανίζεται ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τις συνθήκες παραγωγής, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «το κόστος παραγωγής εδώ θέτει πρότυπα για όλη την Ευρώπη». Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης για το εργατικό δυναμικό είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας, η παραγωγή στην Ουγγαρία συνεπάγεται έως και 70% χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με ένα αντίστοιχο εργοστάσιο στη Γερμανία. Το ωριαίο κόστος εργασίας στη μεταποίηση ανέρχεται κατά μέσο όρο στην Ουγγαρία στα 15,60 ευρώ, ενώ στη Γερμανία φτάνει τα 49,50 ευρώ, δηλαδή είναι περισσότερο από τριπλάσιο. Διαφορετική είναι και η διάρκεια της τυπικής εβδομάδας εργασίας: στην Ουγγαρία ανέρχεται στις 40 ώρες, ενώ στη Γερμανία, βάσει της συλλογικής σύμβασης της IG Metall, στις 35 ώρες.
Στα πλεονεκτήματα που επικαλείται η Mercedes περιλαμβάνεται επίσης η περιορισμένη απουσία εργαζομένων λόγω ασθένειας. Στο ουγγρικό εργατικό δυναμικό ο μέσος όρος ανέρχεται μόλις σε τρεις ημέρες ετησίως, ενώ στα γερμανικά εργοστάσια οι ημέρες απουσίας είναι περισσότερες από διπλάσιες.
Η Ουγγαρία ως νέος βιομηχανικός προορισμός
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η πολιτική προσέλκυσης παραγωγικών επενδύσεων στην Ουγγαρία είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει επί των ημερών της κυβέρνησης του Viktor Orbán. Πλέον, ακόμη και με την πολιτική αλλαγή στη Βουδαπέστη, οι μεγάλες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες εξακολουθούν να βλέπουν τη χώρα ως ιδιαίτερα ελκυστικό τόπο παραγωγής.
Η Mercedes δεν είναι η μόνη γερμανική εταιρεία που έχει ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση. BMW και Audi, αλλά και μεγάλες εταιρείες του κλάδου εξαρτημάτων, όπως η Continental και η KACO, έχουν μεταφέρει παραγωγική δραστηριότητα στην Ουγγαρία. Η KACO, μάλιστα, μεταφέρει σταδιακά μηχανήματα από το παραδοσιακό της εργοστάσιο στο Κίρχαρντ της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το οποίο λειτουργεί εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, προς εγκαταστάσεις στην Ουγγαρία.
Ο διευθυντής της KACO, Gernot-Alois Feil, αναγνωρίζει ότι η απώλεια 174 θέσεων εργασίας στη Γερμανία είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον στη Γερμανία καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο για τις παραγωγικές εταιρείες. Κατά την άποψή του, η γερμανική αποβιομηχάνιση επιταχύνεται και η μεταφορά παραγωγικής δραστηριότητας στο εξωτερικό συνεπάγεται αναπόφευκτα απώλειες και για το επίπεδο ευημερίας στη χώρα.
Το πλεονέκτημα της Ουγγαρίας, πάντως, δεν περιορίζεται μόνο στο χαμηλότερο εργατικό κόστος, στις αποδοχές ή στις γενικότερες συνθήκες παραγωγής. Η ουγγρική κυβέρνηση προσφέρει επίσης ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς στις ξένες επιχειρήσεις που επιλέγουν να επενδύσουν στη χώρα.
Η Ουγγαρία προσελκύει πλέον και κινεζικούς ομίλους
Η δυναμική της Ουγγαρίας αποτυπώνεται και στην αυξανόμενη παρουσία κινεζικών επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η CATL, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής κυψελών μπαταριών παγκοσμίως, ο οποίος ετοιμάζεται να θέσει σε λειτουργία το δικό του «Giga-Factory» στο Ντέμπρετσεν.
Παράλληλα, ο κινεζικός όμιλος αυτοκινήτων BYD κατασκευάζει μεγάλη παραγωγική μονάδα στη νότια Ουγγαρία. Εκεί αναμένεται να ξεκινήσει ήδη από το επόμενο έτος η παραγωγή κινεζικών αυτοκινήτων με την ένδειξη «Made in Europe».
Η τάση μεταφοράς παραγωγής εκτός Γερμανίας αποτυπώνεται και σε έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας Horváth, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1.000 κορυφαίων στελεχών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Γερμανία. Το 60% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι έως το 2030 σχεδιάζει να μεταφέρει μέρος της παραγωγής σε κάποια χώρα με χαμηλότερο κόστος.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζει και το μοντέλο «Local-for-Local», σύμφωνα με το οποίο τα προϊόντα πρέπει να κατασκευάζονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στις αγορές όπου πρόκειται να καταναλωθούν. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τους κινδύνους στην εφοδιαστική αλυσίδα, αλλά και να μειώσουν τα πρόσθετα κόστη που συνδέονται με τελωνειακές διαδικασίες και δασμούς.
Υπό αυτά τα δεδομένα, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με την Ουγγαρία και τη Σλοβακία να βρίσκονται μεταξύ των βασικών επιλογών, αναμένεται να διατηρήσουν την ελκυστικότητά τους για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, εκτιμάται ότι η ζήτηση για εργατικό δυναμικό στις συγκεκριμένες χώρες θα συνεχίσει να αυξάνεται.
Όσον αφορά το μέλλον της απασχόλησης στη Γερμανία, οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις εντοπίζουν περιθώρια δημιουργίας νέων θέσεων κυρίως στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογίας, της ανάπτυξης νέων μεθόδων και της καινοτομίας. Για να αξιοποιηθεί, όμως, αυτή η δυνατότητα, θεωρείται απαραίτητη και η ενεργότερη στήριξη από την πολιτεία.
Αυτό είναι, άλλωστε, ένα από τα βασικά αιτήματα που διατυπώνουν σταθερά τόσο οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας όσο και οι οικονομολόγοι της φιλελεύθερης οικονομικής σχολής, οι οποίοι αποδίδουν στο κράτος σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ενός πιο ανταγωνιστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή των παραγωγικών μονάδων από την Ουγγαρία στη Γερμανία δεν φαίνεται να βρίσκεται στον ορίζοντα, ούτε καν ως ρεαλιστικό σενάριο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών