Κεραυνοί από τον έγκλειστο πολιτικό μετά την εμφάνιση της πρώην δικαστικού στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα στον Άρειο Πάγο
Μια δήλωση - παρέμβαση με εκρηκτικό πολιτικό περιεχόμενο δημοσιοποίησε ο Ηλίας Κασιδιάρης, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση κατά του Αλέξη Τσίπρα, της Νέας Δημοκρατίας και προσώπων της Δικαιοσύνης.
Με αιχμηρή ρητορική, αμφισβητεί τις δικαστικές αποφάσεις που τον αφορούν, καταγγέλλει πολιτικές σκοπιμότητες και διαμηνύει ότι σκοπεύει να επιστρέψει στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
Οι δηλώσεις του αναμένεται να πυροδοτήσουν νέο κύκλο αντιπαραθέσεων.
Διαβάστε αναλυτικά όσα ανέφερε:
«Το όνομα που επέλεξε ο Τσίπρας για το νέο του μόρφωμα παραπέμπει στον ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη που δολοφονούσε αμάχους και πολεμούσε για να εκχωρήσει τη Μακεδονία στους Σλάβους.
Αυτή την προδοσία συνέχισε ο Τσίπρας με το επονείδιστο σύμφωνο των Πρεσπών.
Όσα εκατομμύρια και να μοιράσει σε ξένες εταιρείες για rebranding, η προδοσία του δεν ξεχνιέται και δεν παραγράφεται.
Μόνο εγώ ως βουλευτής, τον αποκάλεσα κατά πρόσωπο μέσα στη Βουλή προδότη, ολετήρα και εκμαυλιστή του ελληνικού έθνους, την ώρα που ο Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία αποδέχονταν το έγκλημα της σύνθετης ονομασίας για τα Σκόπια.
Σήμερα ο Τσίπρας πήγε στον Άρειο Πάγο.
Δεξί του χέρι και πρώτη παρατρεχάμενη ήταν η δικαστής Λεπενιώτη, η ίδια δικαστής που με καταδίκασε παράνομα σε 13 χρόνια κάθειρξη, χωρίς να μου καταλογίσει καμία έκνομη πράξη, παρά μόνο τις ομιλίες μου.
Κατά τα άλλα επιμένουν ότι η υπόθεση αυτή δεν ήταν στημένη και πολιτικά υποκινούμενη.
Σήμερα αποδείχθηκε περίτρανα πως δεν με καταδίκασε η Δικαιοσύνη, αλλά οι ανάξιοι πολιτικοί μου αντίπαλοι.
Πολέμησαν με μανία για να με εξαφανίσουν, αλλά τελικά απέτυχαν παταγωδώς.
Θα απαντήσω πολύ σύντομα στους ολετήρες του συστήματος με τη δυναμική επάνοδό μου στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας».
Η ανάρτησή του στο Χ:
Η διάκριση των εξουσιών υπό αμφισβήτηση
Η δημοκρατία στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή: καμία εξουσία δεν πρέπει να κυριαρχεί πάνω στις υπόλοιπες.
Η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία οφείλουν να λειτουργούν ανεξάρτητα, με σαφή όρια και αμοιβαίο έλεγχο.
Όταν όμως η Δικαιοσύνη κατηγορείται ότι παρεμβαίνει άμεσα στο πολιτικό παιχνίδι, τότε γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: υπάρχει πράγματι διάκριση των εξουσιών ή πρόκειται για μια επίφαση δημοκρατικής λειτουργίας;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ όταν μια δικαστής φυλακίζει βουλευτές αντιπάλου κόμματος με κατηγορίες που οι πολιτικοί τους υποστηρικτές χαρακτηρίζουν ανυπόστατες, ενώ παράλληλα εμφανίζεται να επιδιώκει πολιτική καριέρα και να επωφελείται από την αποδυνάμωση εκείνων που δίωξε.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στη νομιμότητα των αποφάσεων, αλλά επεκτείνεται στη νομιμοποίηση του ίδιου του θεσμικού συστήματος.
Η Δικαιοσύνη αποτελεί τον πυλώνα που οφείλει να εγγυάται την ουδετερότητα του κράτους.
Ο δικαστής δεν είναι πολιτικός παράγοντας ούτε εκλεγμένος εκπρόσωπος.
Η εξουσία του πηγάζει από την εμπιστοσύνη ότι λειτουργεί αμερόληπτα και ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητες.
Όταν όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι οι δικαστικές αποφάσεις εξυπηρετούν πολιτικές επιδιώξεις ή ανοίγουν δρόμο για προσωπική πολιτική ανέλιξη, τότε η εμπιστοσύνη αυτή αρχίζει να καταρρέει.
Ακόμη και αν όλες οι διαδικασίες έχουν τυπικά τηρηθεί, η σύγκρουση συμφέροντος παραμένει ένα σοβαρό δημοκρατικό πρόβλημα.
Η μετάβαση από τη δικαστική εξουσία στην πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα όταν προηγούνται αποφάσεις με άμεσες πολιτικές συνέπειες, δημιουργεί εύλογες υποψίες.
Σε πολλές δημοκρατίες του κόσμου υπάρχουν αυστηροί κανόνες δεοντολογίας και περίοδοι ασυμβίβαστου ακριβώς για να αποφεύγονται τέτοιες σκιές πάνω από τη Δικαιοσύνη.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο διεθνώς.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές μιλούν για τη «δικαστικοποίηση της πολιτικής» — τη μεταφορά δηλαδή των πολιτικών συγκρούσεων από τις κάλπες στις δικαστικές αίθουσες.
Σε πιο ακραίες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ακόμη και ο όρος “lawfare”, δηλαδή η χρήση του νόμου ως πολιτικού όπλου για την εξουδετέρωση αντιπάλων.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα.
Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι εκλογές δεν αρκούν για να κρίνουν την πολιτική εξουσία και ότι οι πραγματικές μάχες δίνονται μέσω εισαγγελέων και δικαστών, τότε η δημοκρατική εμπιστοσύνη διαβρώνεται επικίνδυνα.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν απότομα. Συνήθως φθείρονται σταδιακά, όταν οι θεσμοί χάνουν την αξιοπιστία τους και μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής αντιπαράθεσης.
Γι’ αυτό και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο νομικό ζήτημα, είναι προϋπόθεση πολιτικής ελευθερίας.
Σε τελική ανάλυση, μια πραγματική δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχουν εκλογές και νόμοι.
Κρίνεται από το αν οι θεσμοί λειτουργούν χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες.
Και πάνω απ’ όλα, από το αν ο πολίτης εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται ισότιμα και όχι επιλεκτικά.

Τι προηγήθηκε
Θυμίζουμε πως δίπλα στον πρώην πρωθυπουργό βρέθηκε η Μαρία Λεπενιώτη, η δικαστικός που ταυτίστηκε όσο λίγοι με μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αποφάσεις της μεταπολίτευσης:
την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες η Μαρία Λεπενιώτη είναι μεταξύ των προσώπων που συνυπογράφουν την ιδρυτική διακήρυξη της νέας πολιτικής κίνησης, σε μία παρουσία που προκάλεσε έντονο πολιτικό και συμβολικό ενδιαφέρον.
www.bankingnews.gr
Με αιχμηρή ρητορική, αμφισβητεί τις δικαστικές αποφάσεις που τον αφορούν, καταγγέλλει πολιτικές σκοπιμότητες και διαμηνύει ότι σκοπεύει να επιστρέψει στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
Οι δηλώσεις του αναμένεται να πυροδοτήσουν νέο κύκλο αντιπαραθέσεων.
Διαβάστε αναλυτικά όσα ανέφερε:
«Το όνομα που επέλεξε ο Τσίπρας για το νέο του μόρφωμα παραπέμπει στον ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη που δολοφονούσε αμάχους και πολεμούσε για να εκχωρήσει τη Μακεδονία στους Σλάβους.
Αυτή την προδοσία συνέχισε ο Τσίπρας με το επονείδιστο σύμφωνο των Πρεσπών.
Όσα εκατομμύρια και να μοιράσει σε ξένες εταιρείες για rebranding, η προδοσία του δεν ξεχνιέται και δεν παραγράφεται.
Μόνο εγώ ως βουλευτής, τον αποκάλεσα κατά πρόσωπο μέσα στη Βουλή προδότη, ολετήρα και εκμαυλιστή του ελληνικού έθνους, την ώρα που ο Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία αποδέχονταν το έγκλημα της σύνθετης ονομασίας για τα Σκόπια.
Σήμερα ο Τσίπρας πήγε στον Άρειο Πάγο.
Δεξί του χέρι και πρώτη παρατρεχάμενη ήταν η δικαστής Λεπενιώτη, η ίδια δικαστής που με καταδίκασε παράνομα σε 13 χρόνια κάθειρξη, χωρίς να μου καταλογίσει καμία έκνομη πράξη, παρά μόνο τις ομιλίες μου.
Κατά τα άλλα επιμένουν ότι η υπόθεση αυτή δεν ήταν στημένη και πολιτικά υποκινούμενη.
Σήμερα αποδείχθηκε περίτρανα πως δεν με καταδίκασε η Δικαιοσύνη, αλλά οι ανάξιοι πολιτικοί μου αντίπαλοι.
Πολέμησαν με μανία για να με εξαφανίσουν, αλλά τελικά απέτυχαν παταγωδώς.
Θα απαντήσω πολύ σύντομα στους ολετήρες του συστήματος με τη δυναμική επάνοδό μου στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας».
Η ανάρτησή του στο Χ:
Σήμερα ο Τσίπρας πήγε στον Άρειο Πάγο. Δεξί του χέρι και πρώτη παρατρεχάμενη ήταν η δικαστής Λεπενιώτη, η ίδια δικαστής που με καταδίκασε παράνομα σε 13 χρόνια κάθειρξη, χωρίς να μου καταλογίσει καμία έκνομη πράξη, παρά μόνο τις ομιλίες μου. Κατά τα άλλα επιμένουν ότι η υπόθεση…
— Ηλίας Κασιδιάρης (@IliasKasidiaris) May 28, 2026
Η διάκριση των εξουσιών υπό αμφισβήτηση
Η δημοκρατία στηρίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή: καμία εξουσία δεν πρέπει να κυριαρχεί πάνω στις υπόλοιπες.
Η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία οφείλουν να λειτουργούν ανεξάρτητα, με σαφή όρια και αμοιβαίο έλεγχο.
Όταν όμως η Δικαιοσύνη κατηγορείται ότι παρεμβαίνει άμεσα στο πολιτικό παιχνίδι, τότε γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: υπάρχει πράγματι διάκριση των εξουσιών ή πρόκειται για μια επίφαση δημοκρατικής λειτουργίας;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ όταν μια δικαστής φυλακίζει βουλευτές αντιπάλου κόμματος με κατηγορίες που οι πολιτικοί τους υποστηρικτές χαρακτηρίζουν ανυπόστατες, ενώ παράλληλα εμφανίζεται να επιδιώκει πολιτική καριέρα και να επωφελείται από την αποδυνάμωση εκείνων που δίωξε.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στη νομιμότητα των αποφάσεων, αλλά επεκτείνεται στη νομιμοποίηση του ίδιου του θεσμικού συστήματος.
Η Δικαιοσύνη αποτελεί τον πυλώνα που οφείλει να εγγυάται την ουδετερότητα του κράτους.
Ο δικαστής δεν είναι πολιτικός παράγοντας ούτε εκλεγμένος εκπρόσωπος.
Η εξουσία του πηγάζει από την εμπιστοσύνη ότι λειτουργεί αμερόληπτα και ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητες.
Όταν όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι οι δικαστικές αποφάσεις εξυπηρετούν πολιτικές επιδιώξεις ή ανοίγουν δρόμο για προσωπική πολιτική ανέλιξη, τότε η εμπιστοσύνη αυτή αρχίζει να καταρρέει.
Ακόμη και αν όλες οι διαδικασίες έχουν τυπικά τηρηθεί, η σύγκρουση συμφέροντος παραμένει ένα σοβαρό δημοκρατικό πρόβλημα.
Η μετάβαση από τη δικαστική εξουσία στην πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα όταν προηγούνται αποφάσεις με άμεσες πολιτικές συνέπειες, δημιουργεί εύλογες υποψίες.
Σε πολλές δημοκρατίες του κόσμου υπάρχουν αυστηροί κανόνες δεοντολογίας και περίοδοι ασυμβίβαστου ακριβώς για να αποφεύγονται τέτοιες σκιές πάνω από τη Δικαιοσύνη.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο διεθνώς.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές μιλούν για τη «δικαστικοποίηση της πολιτικής» — τη μεταφορά δηλαδή των πολιτικών συγκρούσεων από τις κάλπες στις δικαστικές αίθουσες.
Σε πιο ακραίες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ακόμη και ο όρος “lawfare”, δηλαδή η χρήση του νόμου ως πολιτικού όπλου για την εξουδετέρωση αντιπάλων.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα.
Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι εκλογές δεν αρκούν για να κρίνουν την πολιτική εξουσία και ότι οι πραγματικές μάχες δίνονται μέσω εισαγγελέων και δικαστών, τότε η δημοκρατική εμπιστοσύνη διαβρώνεται επικίνδυνα.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν απότομα. Συνήθως φθείρονται σταδιακά, όταν οι θεσμοί χάνουν την αξιοπιστία τους και μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής αντιπαράθεσης.
Γι’ αυτό και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο νομικό ζήτημα, είναι προϋπόθεση πολιτικής ελευθερίας.
Σε τελική ανάλυση, μια πραγματική δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχουν εκλογές και νόμοι.
Κρίνεται από το αν οι θεσμοί λειτουργούν χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες.
Και πάνω απ’ όλα, από το αν ο πολίτης εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται ισότιμα και όχι επιλεκτικά.

Τι προηγήθηκε
Θυμίζουμε πως δίπλα στον πρώην πρωθυπουργό βρέθηκε η Μαρία Λεπενιώτη, η δικαστικός που ταυτίστηκε όσο λίγοι με μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αποφάσεις της μεταπολίτευσης:
την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες η Μαρία Λεπενιώτη είναι μεταξύ των προσώπων που συνυπογράφουν την ιδρυτική διακήρυξη της νέας πολιτικής κίνησης, σε μία παρουσία που προκάλεσε έντονο πολιτικό και συμβολικό ενδιαφέρον.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών