Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σοβαρός περιοριστικός παράγοντας
Ισχυρότερες εξωτερικές χρηματοοικονομικές θέσεις αποτελούν τον βασικό λόγο για τις πρόσφατες θετικές αξιολογήσεις κρατών της Νότιας Ευρωζώνης από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, με μία κρίσιμη εξαίρεση: την Ελλάδα.
Σύμφωνα με ανάλυση της S&P, η οποία αποτυπώνει τις μεσοπρόθεσμες τάσεις στα εξωτερικά ισοζύγια των χωρών του Νότου, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει έντονες διαρθρωτικές αδυναμίες, παρά τη βελτίωση σε ρυθμούς ανάπτυξης και δημόσια οικονομικά.
Η γενική εικόνα δείχνει ότι η μακρόχρονη διαδικασία εξωτερικής απομόχλευσης που ξεκίνησε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και επιταχύνθηκε μετά την πανδημία Covid-19, αρχίζει πλέον να επιβραδύνεται σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία. Στην Ιταλία συνεχίζεται με πιο ήπιο ρυθμό, ενώ στην Κύπρο εξακολουθεί να στηρίζει θετικές προοπτικές αξιολόγησης.
Η Ελλάδα, ωστόσο, παραμένει εκτός αυτού του θετικού αφηγήματος.
Επιβράδυνση των εξωτερικών βελτιώσεων στον Νότο – όχι όμως για την Ελλάδα
Πιο αναλυτικά, η S&P εκτιμά ότι οι εμπορικοί κραδασμοί και η αυξημένη μακροοικονομική αβεβαιότητα θα επιβραδύνουν τις περαιτέρω βελτιώσεις στις εξωτερικές θέσεις των χωρών της Νότιας Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, όπου τα προβλήματα είναι βαθύτερα και πιο επίμονα.
Ισπανία και Πορτογαλία, μετά τη δραστική μείωση του εξωτερικού χρέους την τελευταία δεκαετία, αναμένεται να συνεχίσουν την προσαρμογή με βραδύτερους ρυθμούς. Τα μοντέλα τους, που βασίζονται στις υπηρεσίες και κυρίως στον τουρισμό, προσφέρουν μερική προστασία από ενδεχόμενους δασμούς των ΗΠΑ, αλλά παραμένουν ευάλωτα σε δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η επιβράδυνση της ευρωζώνης και η ανατίμηση του ευρώ.
Ελλάδα και Κύπρος: Μεγάλα ελλείμματα, διαφορετικές προοπτικές
Η πιο ανησυχητική εικόνα αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίες εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στην Ευρωζώνη. Την περίοδο 2020–2024, το έλλειμμα ανήλθε κατά μέσο όρο στο 7,6% του ΑΕΠ για την Ελλάδα και στο 8,5% για την Κύπρο, επίπεδα υπερπολλαπλάσια σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η επιδείνωση αντανακλά την ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη, την αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές και την απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και τη δομική αδυναμία της παραγωγικής βάσης. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, η οποία επιβαρύνει διαχρονικά το εξωτερικό ισοζύγιο.

Παρά το γεγονός ότι το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας έχει σταθεροποιηθεί, παραμένει εξαιρετικά υψηλό, αγγίζοντας το 230% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024. Αν και το μεγαλύτερο μέρος αφορά το Δημόσιο, με μακρές λήξεις και ευνοϊκούς όρους, η S&P υπογραμμίζει ότι οι μελλοντικές αναβαθμίσεις της χώρας θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του εξωτερικού χρέους.
Αντίθετα, η Κύπρος παρουσιάζει πιο ενθαρρυντική εικόνα. Οι αυξημένες άμεσες ξένες επενδύσεις στους τομείς της τεχνολογίας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν χρηματοδοτήσει τα μεγάλα ελλείμματα και έχουν οδηγήσει σε πραγματική μείωση του εξωτερικού χρέους. Αυτός είναι και ο λόγος που η S&P διατηρεί θετική προοπτική για την κυπριακή οικονομία.

Οι εξωτερικές ανισορροπίες καθορίζουν τις αξιολογήσεις
Σύμφωνα με τη S&P, οι εξελίξεις στις εξωτερικές χρηματοοικονομικές θέσεις θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για τις μελλοντικές κινήσεις αξιολόγησης των κρατών της Ευρωζώνης. Οι σταθερές προοπτικές για Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία αντανακλούν την εκτίμηση ότι οι βελτιώσεις στα εξωτερικά μεγέθη θα είναι πλέον περιορισμένες, σε ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων και δημοσιονομικών πιέσεων.

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: παρά τη δημοσιονομική πρόοδο και την ανάκαμψη της οικονομίας, οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν το μεγάλο «αγκάθι».
Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σοβαρός περιοριστικός παράγοντας για την πιστοληπτική της εικόνα.

www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με ανάλυση της S&P, η οποία αποτυπώνει τις μεσοπρόθεσμες τάσεις στα εξωτερικά ισοζύγια των χωρών του Νότου, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει έντονες διαρθρωτικές αδυναμίες, παρά τη βελτίωση σε ρυθμούς ανάπτυξης και δημόσια οικονομικά.
Η γενική εικόνα δείχνει ότι η μακρόχρονη διαδικασία εξωτερικής απομόχλευσης που ξεκίνησε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και επιταχύνθηκε μετά την πανδημία Covid-19, αρχίζει πλέον να επιβραδύνεται σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία. Στην Ιταλία συνεχίζεται με πιο ήπιο ρυθμό, ενώ στην Κύπρο εξακολουθεί να στηρίζει θετικές προοπτικές αξιολόγησης.
Η Ελλάδα, ωστόσο, παραμένει εκτός αυτού του θετικού αφηγήματος.
Επιβράδυνση των εξωτερικών βελτιώσεων στον Νότο – όχι όμως για την Ελλάδα
Πιο αναλυτικά, η S&P εκτιμά ότι οι εμπορικοί κραδασμοί και η αυξημένη μακροοικονομική αβεβαιότητα θα επιβραδύνουν τις περαιτέρω βελτιώσεις στις εξωτερικές θέσεις των χωρών της Νότιας Ευρωζώνης, με εξαίρεση την Ελλάδα, όπου τα προβλήματα είναι βαθύτερα και πιο επίμονα.
Ισπανία και Πορτογαλία, μετά τη δραστική μείωση του εξωτερικού χρέους την τελευταία δεκαετία, αναμένεται να συνεχίσουν την προσαρμογή με βραδύτερους ρυθμούς. Τα μοντέλα τους, που βασίζονται στις υπηρεσίες και κυρίως στον τουρισμό, προσφέρουν μερική προστασία από ενδεχόμενους δασμούς των ΗΠΑ, αλλά παραμένουν ευάλωτα σε δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η επιβράδυνση της ευρωζώνης και η ανατίμηση του ευρώ.
Ελλάδα και Κύπρος: Μεγάλα ελλείμματα, διαφορετικές προοπτικές
Η πιο ανησυχητική εικόνα αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίες εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στην Ευρωζώνη. Την περίοδο 2020–2024, το έλλειμμα ανήλθε κατά μέσο όρο στο 7,6% του ΑΕΠ για την Ελλάδα και στο 8,5% για την Κύπρο, επίπεδα υπερπολλαπλάσια σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η επιδείνωση αντανακλά την ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη, την αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές και την απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και τη δομική αδυναμία της παραγωγικής βάσης. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, η οποία επιβαρύνει διαχρονικά το εξωτερικό ισοζύγιο.

Παρά το γεγονός ότι το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας έχει σταθεροποιηθεί, παραμένει εξαιρετικά υψηλό, αγγίζοντας το 230% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024. Αν και το μεγαλύτερο μέρος αφορά το Δημόσιο, με μακρές λήξεις και ευνοϊκούς όρους, η S&P υπογραμμίζει ότι οι μελλοντικές αναβαθμίσεις της χώρας θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του εξωτερικού χρέους.
Αντίθετα, η Κύπρος παρουσιάζει πιο ενθαρρυντική εικόνα. Οι αυξημένες άμεσες ξένες επενδύσεις στους τομείς της τεχνολογίας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν χρηματοδοτήσει τα μεγάλα ελλείμματα και έχουν οδηγήσει σε πραγματική μείωση του εξωτερικού χρέους. Αυτός είναι και ο λόγος που η S&P διατηρεί θετική προοπτική για την κυπριακή οικονομία.

Οι εξωτερικές ανισορροπίες καθορίζουν τις αξιολογήσεις
Σύμφωνα με τη S&P, οι εξελίξεις στις εξωτερικές χρηματοοικονομικές θέσεις θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για τις μελλοντικές κινήσεις αξιολόγησης των κρατών της Ευρωζώνης. Οι σταθερές προοπτικές για Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία αντανακλούν την εκτίμηση ότι οι βελτιώσεις στα εξωτερικά μεγέθη θα είναι πλέον περιορισμένες, σε ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων και δημοσιονομικών πιέσεων.

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: παρά τη δημοσιονομική πρόοδο και την ανάκαμψη της οικονομίας, οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν το μεγάλο «αγκάθι».
Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σοβαρός περιοριστικός παράγοντας για την πιστοληπτική της εικόνα.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών