Ένα μήνα μετά την κήρυξη του πολέμου κατά του Ιράν από τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, η πραγματικότητα έχει διασπαστεί σε τρεις αλληλοαναιρούμενες εικόνες: μία στρατιωτική επιτυχία μετρήσιμη με αριθμούς, μία στρατηγική αποτυχία, και μία πολιτική-οικονομική κρίση που βαθαίνει καθημερινά.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες της Ουάσιγκτον να παρουσιαστεί ως νικήτρια μέσω της λεγόμενης επιχείρησης «Επική Οργή» τα γεγονότα στο έδαφος αποκαλύπτουν την αδυναμία των ΗΠΑ να επιβληθούν στρατηγικά και την σταθερότητα και αποφασιστικότητα του Ιράν.
Η φαινομενική στρατιωτική επιτυχία των ΗΠΑ
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Πενταγώνου, στις πρώτες 29 ημέρες της επιχείρησης, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ισχυρίζονται ότι έχουν πλήξει πάνω από 11.000 στόχους, έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 11.000 αεροπορικές αποστολές και έχουν καταστρέψει ή προκαλέσει ζημιές σε πάνω από 150 ιρανικά πλοία.
Η φάση έναρξης της σύγκρουσης στοχεύει στην αποκοπή της ηγεσίας του ιρανικού στρατού και στην επιβράδυνση του πυραυλικού προγράμματος της χώρας.
Το Πεντάγωνο μιλά για «επιτυχημένη εκτέλεση αποστολών» και «ικανότητα να εκτελεί οποιαδήποτε αποστολή σε οποιονδήποτε χρόνο και τόπο», ενώ αναζητά περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια για την αναπλήρωση πυρομαχικών, σημειώνοντας την τεράστια οικονομική επιβάρυνση του πολέμου.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξοδέψει πάνω από 850 πυραύλους Tomahawk μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, ενώ οι στρατιωτικές τους βάσεις στη Μέση Ανατολή υποφέρουν από τα πλήγματα του Ιράν.
Ο φοβερός αντίκτυπος για την αμερικανική στρατιωτική δύναμη
Παρά την επίδειξη δύναμης, η αλήθεια στο πεδίο μάχης είναι πολύ διαφορετική.
Οι ιρανικοί πύραυλοι συνεχίζουν να πλήττουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ, τραυματίζοντας δεκάδες Αμερικανούς στρατιώτες και προκαλώντας ζημιές σε αεροσκάφη ανεφοδιασμού και παρακολούθησης.
Οι 13 κύριες βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή έχουν καταστεί σχεδόν μη λειτουργικές λόγω των ιρανικών επιθέσεων, σύμφωνα με δημοσιεύματα της New York Times.
Η εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei, δεν έχει αποσταθεροποιήσει το καθεστώς ούτε έχει μειώσει την αντι-αμερικανική στάση της Τεχεράνης.
Αντιθέτως, οι Ιρανοί συνεχίζουν να διατηρούν τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, προκαλώντας ιστορική ενεργειακή κρίση και πιέζοντας στρατηγικά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Η πολιτική και οικονομική αποτυχία των ΗΠΑ
Εντός ΗΠΑ, ο πόλεμος επιβαρύνει το πολιτικό προφίλ του Trump.
Η μέση δημοτικότητα του προέδρου έχει πέσει κάτω από 40%, ενώ η τιμή της βενζίνης έχει ξεπεράσει τα 4 δολάρια το γαλόνι, υπονομεύοντας την οικονομική του αξιοπιστία.
Περισσότερο από το 60% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τη διαχείριση του πολέμου, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Pew Research.
Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διχασμένη: οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της αποφεύγουν την πλήρη συνεργασία, με χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Βρετανία και η Ισπανία να περιορίζουν τη στρατιωτική στήριξη.
Ο Trump κατηγορεί τη Γαλλία για την αποτυχία διέλευσης αεροσκαφών με πολεμικό εξοπλισμό, ενώ η Ιταλία δεν επιτρέπει τη χρήση της βάσης Sigonla για στρατιωτικά φορτία.
Η πολιτική απομόνωση των ΗΠΑ ενισχύει την εικόνα αποτυχίας.
Ο διπλωματικός θρίαμβος του Ιράν
Σε αντίθεση με την αμερικανική αναστάτωση, το Ιράν διατηρεί σταθερή και αποφασιστική στάση.
Ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi δήλωσε σε συνέντευξή του ότι η Τεχεράνη δεν θα δεχθεί ανακωχή, αλλά επιδιώκει την πλήρη διακοπή του πολέμου σε όλη την περιοχή.
Οι Ιρανοί επιμένουν στην κυριαρχία τους στα Στενά του Hormuz και αρνούνται να ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις υπό αμερικανική πίεση.
Αυτή η σταθερότητα σε συνδυασμό με την ικανότητα να πλήττουν στρατηγικούς στόχους αποδεικνύει την αποφασιστικότητα και την ανωτερότητά τους στο γεωπολιτικό πεδίο.
Το Ιράν έχει συνεχίσει τις επιθέσεις σε στρατηγικά κέντρα και υποδομές στο Ισραήλ και σε πόλεις όπως το Tel Aviv και η Beer al-Saba.
Οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) πλήττουν επίσης αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, δείχνοντας ότι το Ιράν είναι σε θέση να επηρεάσει σημαντικά τις επιχειρηματικές και στρατιωτικές υποδομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Abbas Araghchi
Η συμβολή της διεθνούς κοινότητας
Η διεθνής σκηνή δείχνει σαφώς ποιος κρατά τα ηνία.
Πακιστάν και Κίνα παρουσίασαν σχέδιο πέντε σημείων για την άμεση διακοπή των εχθροπραξιών και την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών, ενώ το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ενισχύουν τη διπλωματική πίεση υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Αντιθέτως, οι ΗΠΑ δείχνουν να αδυνατούν να προωθήσουν μια βιώσιμη λύση χωρίς να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις του Ιράν.
Η αλλαγή τόνου από τον Trump, με δηλώσεις όπως «ο πόλεμος με το Ιράν σύντομα θα τελειώσει», αποκαλύπτει έμμεσα την αποτυχία των αρχικών στόχων: ούτε η αναγκαστική παράδοση 60% εμπλουτισμένου ουρανίου, ούτε η στρατιωτική αποκατάσταση του ελέγχου στα Στενά του Hormuz επιτεύχθηκαν.
Ο Trump φαίνεται να προτιμάει την τερματισμό του πολέμου χωρίς στρατηγική νίκη, ενώ το Ιράν διατηρεί σαφείς και μη διαπραγματεύσιμους όρους.
Οικονομικός απολογισμός
Η οικονομική επιβάρυνση των ΗΠΑ είναι τεράστια.
Οι δαπάνες για εξοπλισμό και στρατιωτικές επιχειρήσεις ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια μηνιαίως, ενώ η ενεργειακή κρίση λόγω του ελέγχου των Στενών του Hormuz από το Ιράν αυξάνει την τιμή της βενζίνης και επιβαρύνει τους Αμερικανούς πολίτες.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, το Ιράν εκμεταλλεύεται στρατηγικά την κρίση για να ενισχύσει τη θέση του στην περιοχή και διεθνώς, παρουσιάζοντας μια εικόνα σταθερότητας και ανθεκτικότητας.
Ανεπιτυχής στρατηγική ΗΠΑ, θρίαμβος Ιράν για 3 λόγους
Παρά την εντυπωσιακή παρουσίαση αριθμών και στρατιωτικών επιδόσεων από το Πεντάγωνο και την Ουάσιγκτον, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη:
1. Οι στρατιωτικοί στόχοι των ΗΠΑ έχουν αποτύχει στην επίτευξη στρατηγικής υπεροχής και στην αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος.
2. Η οικονομική και πολιτική πίεση εντός ΗΠΑ αυξάνεται δραματικά, οδηγώντας τον πρόεδρο σε πολιτική απομόνωση και υποχώρηση.
3. Το Ιράν επιδεικνύει αποφασιστικότητα, στρατιωτική αποτελεσματικότητα και διπλωματική ικανότητα, κατοχυρώνοντας τη νίκη του στον γεωπολιτικό χάρτη.
Η Τεχεράνη όχι μόνο αντιστάθηκε στις αμερικανικές και ισραηλινές πιέσεις, αλλά κατάφερε να υπερβεί τις προσδοκίες των αντιπάλων της.
Ο Trump είναι πλέον αναγκασμένος να παραδεχθεί ότι η στρατηγική των ΗΠΑ έχει αποτύχει, ενώ το Ιράν εμφανίζεται ισχυρότερο, πιο σίγουρο και σε θέση να διαμορφώσει τις εξελίξεις στην περιοχή.
Ο πόλεμος μπορεί να συνεχίζεται σε τεχνικό επίπεδο, αλλά η ψυχολογική, στρατηγική και διπλωματική νίκη είναι αναμφισβήτητα της Τεχεράνης.
Έλλειψη σαφούς στρατηγικής εξόδου των ΗΠΑ
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάλυση του διάσημου καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, John Mearsheimer, προσφέρει ένα ξεκάθαρο γεωστρατηγικό πλαίσιο, απαλλαγμένο από ιδεολογικές προσεγγίσεις και εστιασμένο στην κατανομή ισχύος, τα συμφέροντα και τους περιορισμούς των κρατών στην πολιτική ασφάλειας.
Σύμφωνα με τη θεωρία του γεωπολιτικού ρεαλισμού, η κρίση με το Ιράν δεν αποτελεί συγκυριακή εκτροπή, αλλά την αναμενόμενη έκφραση ενός ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος.
Ένα βασικό σημείο του Mearsheimer ήταν η αμφισβήτηση της ιδέας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορούν να επιτύχουν μια γρήγορη και καθοριστική νίκη.
Το Ιράν δεν είναι αδύναμο κράτος, αλλά μια περιφερειακή δύναμη με σημαντικά στρατιωτικά, γεωγραφικά και πολιτικά πλεονεκτήματα. 
John Mearsheimer
Το μέγεθος της χώρας, η μορφολογία του εδάφους και η ανθεκτικότητα των κρατικών του δομών καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια πλήρους στρατιωτικής επικράτησης, όπως αυτή που επιχείρησε ο Donald Trump.
Η Τεχεράνη έχει επενδύσει σε ασύμμετρες στρατιωτικές δυνατότητες, όπως το πυραυλικό της πρόγραμμα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και δίκτυα συνεργασίας με μη κρατικούς δρώντες στην περιοχή.
Αυτό της επιτρέπει να πλήττει στόχους με χαμηλό κόστος και υψηλή αποτελεσματικότητα, διατηρώντας τη δυνατότητα αντίδρασης ακόμα και μετά από ισχυρά πλήγματα.
Ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος που επιχειρεί η Αμερική ως υπερδύναμη
Κεντρικό στη θεωρία του Mearsheimer είναι το λεγόμενο «δίλημμα ασφαλείας»: κάθε ενέργεια για ενίσχυση της ασφάλειας εκλαμβάνεται ως απειλή από τον αντίπαλο, οδηγώντας σε φαύλο κύκλο κλιμάκωσης.
Η ισραηλινή επίθεση σε ιρανικές υποδομές θεωρείται προληπτική, αλλά για την Τεχεράνη αποτελεί άμεση πρόκληση που απαιτεί απάντηση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αποκλιμάκωση είναι εξαιρετικά δύσκολη και κάθε ένδειξη αδυναμίας υπονομεύει την αξιοπιστία του κράτους.
Η σύνδεση της κρίσης με την παγκόσμια ενεργειακή αγορά ενισχύει τον παγκόσμιο αντίκτυπο της σύγκρουσης.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν στρατηγικό κόμβο, από όπου περνά σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το Ιράν έχει επανειλημμένα δείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τον έλεγχο του στενού ως εργαλείο πίεσης.
Η παραμικρή αβεβαιότητα αρκεί για να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας και να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία.
Η στρατηγική του αποκεφαλισμού, που επιχείρησαν οι ΗΠΑ με πλήγματα στην ηγεσία του Ιράν, αντιμετωπίζεται από τον Mearsheimer με σκεπτικισμό.
Τα καθεστώτα δεν καταρρέουν εύκολα και συχνά η εξωτερική απειλή ενισχύει την εσωτερική συνοχή.
Η στρατιωτική εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος είναι εξαιρετικά δύσκολη, με υψηλό ρίσκο αποτυχίας και πιθανή ενίσχυση της ιρανικής αποφασιστικότητας.
Τέλος, η έλλειψη σαφούς στρατηγικής εξόδου για τις ΗΠΑ είναι εμφανής.
Η εμπλοκή χωρίς καθορισμένο τερματισμό οδηγεί σε παρατεταμένες συγκρούσεις, αυξανόμενο κόστος και φθορά της διεθνούς θέσης της Αμερικής.
Η κρίση αυτή υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες δυνάμεις, ακόμη και όταν δρουν ορθολογικά, μπορούν να οδηγηθούν σε συγκρούσεις με απρόβλεπτες και δυνητικά καταστροφικές συνέπειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος κατά του Ιράν μπορεί να είναι ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος που επιχειρεί η Αμερική ως υπερδύναμη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών