Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Εγκλωβισμένοι στο πατρικό μέχρι τα 31 - Νέα έκθεση του ΟΟΣΑ παρουσιάζει τη σκληρή πραγματικότητα για τους νέους στην Ελλάδα

Εγκλωβισμένοι στο πατρικό μέχρι τα 31 - Νέα έκθεση του ΟΟΣΑ παρουσιάζει τη σκληρή πραγματικότητα για τους νέους στην Ελλάδα
Ο ΟΟΣΑ αποδίδει τη σημερινή στεγαστική δυσκολία σε μια σειρά από διαχρονικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς ακινήτων
Σχετικά Άρθρα
Οι νέοι στην Ελλάδα χρειάζονται σχεδόν πέντε επιπλέον χρόνια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για να εγκαταλείψουν το πατρικό τους σπίτι.
Η μέση ηλικία κατά την οποία πραγματοποιείται η έξοδος από το γονεϊκό σπίτι ανέρχεται πλέον στα 30,9 έτη, όταν στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται στα 26,2 έτη. Η μεγάλη αυτή απόσταση αποτυπώνει τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι νέοι στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν οικονομική και στεγαστική αυτονομία.
Το στεγαστικό πρόβλημα, μάλιστα, δεν αφορά αποκλειστικά όσους βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας ή δεν έχουν ένα σταθερό εισόδημα. Ένας νέος ηλικίας 18 έως 29 ετών στην Ελλάδα κατευθύνει κατά μέσο όρο περισσότερο από το 60% του εισοδήματός του στην κάλυψη στεγαστικών αναγκών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι σχεδόν το μισό.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική στα αστικά κέντρα. Εκεί, σχεδόν οκτώ στους δέκα νέους διαθέτουν πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους για τη στέγασή τους, με αποτέλεσμα να κατατάσσονται στην κατηγορία όσων αντιμετωπίζουν υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση.
Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν από τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων στην Ελλάδα. Ο διεθνής οργανισμός θεωρεί ότι η έλλειψη οικονομικά προσιτής κατοικίας αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια που δυσκολεύουν τη μετάβαση των νέων από την εξάρτηση στην πλήρη ενηλικίωση και οικονομική αυτονομία.

Τρεις στους τέσσερις νέους παραμένουν με τους γονείς τους

Η εικόνα γίνεται ιδιαίτερα χαρακτηριστική από το γεγονός ότι το 74% των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών εξακολουθεί να κατοικεί στο πατρικό του. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με υψηλότερες επιδόσεις να καταγράφονται μόνο στη Νότια Κορέα, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Σλοβακία.
Η στεγαστική ανασφάλεια, ωστόσο, κάνει την εμφάνισή της ήδη από τις μικρότερες ηλικίες. Περίπου επτά στους δέκα νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών στην Ελλάδα δηλώνουν ότι ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια να βρουν ή να διατηρήσουν μια κατάλληλη κατοικία. Το ποσοστό αυτό είναι το πέμπτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και βρίσκεται αισθητά πάνω από τον μέσο όρο του 61%.
Ακόμη πιο έντονα αποτυπώνεται η οικονομική πίεση από τις καθυστερήσεις στις στεγαστικές πληρωμές. Στην Ελλάδα καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό νέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση που αδυνατούν να καταβάλουν εμπρόθεσμα το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου. Το ποσοστό ανέρχεται στο 18,9%, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στο 4,7%.

Οι λόγοι πίσω από την έλλειψη προσιτής στέγης

Ο ΟΟΣΑ αποδίδει τη σημερινή στεγαστική δυσκολία σε μια σειρά από διαχρονικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η μεγάλη υποχώρηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η ανεπαρκής διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτών κατοικιών στις περιοχές όπου η ζήτηση είναι υψηλή, η παλαιότητα σημαντικού τμήματος του κτιριακού αποθέματος, αλλά και η δυσκολία των νοικοκυριών να αποκτήσουν πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση.
Στις χρόνιες αυτές παθογένειες έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια η σημαντική άνοδος τόσο των ενοικίων όσο και των τιμών πώλησης των ακινήτων. Παράλληλα, η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών, παρά τη συνολική μείωση του πληθυσμού, ενισχύει τη ζήτηση για κατοικίες, ενώ επιπλέον πιέσεις δημιουργούνται από την τουριστική δραστηριότητα.
Η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, σε συνδυασμό με τα προγράμματα προσέλκυσης ξένων επενδυτών, έχει συμβάλει στην περαιτέρω άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα στα δημοφιλή τουριστικά σημεία και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Για τους νέους που έχουν ήδη αποχωρήσει από το πατρικό τους, η ιδιωτική αγορά ενοικίων αποτελεί βασική πηγή στέγασης για σχεδόν τους μισούς.
Το υψηλό κόστος, πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Οι νεότερες ηλικίες εμφανίζονται συχνότερα να κατοικούν σε υπερπλήρη σπίτια ή σε ακίνητα που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως υγρασία και μούχλα. Ενδεικτικά, το 2020 περίπου το 8% των ενοικιαστών που πλήρωναν ενοίκιο σε τιμές αγοράς αντιμετώπιζαν σοβαρή στεγαστική στέρηση, έναντι 5,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η μεγάλη απόσταση στην ιδιοκατοίκηση

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό συνολικό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται σημαντικά περισσότερο να αποκτήσουν δικό τους σπίτι. Το 2017, μόλις τρεις στους δέκα νέους ηλικίας 16 έως 34 ετών ήταν ιδιοκτήτες της κατοικίας τους, ενώ στις ηλικίες 35 έως 64 ετών το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε περίπου στο 70%.
Η διαφορά μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ανάμεσα σε 18 ευρωπαϊκές χώρες για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι νέοι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση στη στεγαστική πίστη, καθώς συνήθως διαθέτουν μικρότερες αποταμιεύσεις, περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό και λιγότερο σταθερές συνθήκες απασχόλησης.
Η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από το εξαιρετικά περιορισμένο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας. Τα προγράμματα εργατικής στέγης σταμάτησαν το 2012, όταν καταργήθηκε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας. Αντίθετα, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ οι κοινωνικές κατοικίες αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 7%-8% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος.

Τα μέτρα που βρίσκονται σε εξέλιξη

Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα έχει διευρυνθεί. Παράλληλα, καταγράφεται σταδιακή μετατόπιση από πολιτικές που επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση της ζήτησης προς παρεμβάσεις που επιδιώκουν την αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών.
Στον πρώτο κύκλο του προγράμματος «Σπίτι μου» εγκρίθηκαν περισσότερες από 8.900 αιτήσεις. Ακολούθησε το «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2025, διαθέτει προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ και είχε ήδη ξεπεράσει τις 15.000 εγκρίσεις, με συνολικό στόχο να υποστηριχθούν περίπου 20.000 δικαιούχοι.
Στην έκθεση γίνεται ειδική αναφορά και στο μοντέλο της «Κοινωνικής Αντιπαροχής». Μέσω αυτού, ιδιώτες θα έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν δημόσια γη και ακίνητα για την ανάπτυξη κατοικιών. Προβλέπεται ότι τουλάχιστον το 30% των κατοικιών που θα προκύψουν θα παραμείνει υπό δημόσιο έλεγχο και θα διατίθεται ως κοινωνική ή οικονομικά προσιτή κατοικία.
Ωστόσο, αρκετές βασικές παράμετροι του σχεδίου δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα κριτήρια με τα οποία θα επιλέγονται οι δικαιούχοι, ο τρόπος με τον οποίο θα καθορίζονται τα ενοίκια και η διαδικασία μέσω της οποίας θα γίνεται η κατανομή των κατοικιών.
Παράλληλα, βρίσκεται στον σχεδιασμό η δημιουργία περίπου 2.300 κοινωνικών κατοικιών κατά την πρώτη φάση του προγράμματος, μεταξύ άλλων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Επιπλέον, το πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών που έχει προγραμματιστεί για το 2026 διαθέτει προϋπολογισμό 400 εκατ. ευρώ και προβλέπει την αναβάθμιση 15.000 έως 20.000 ακινήτων.

Το τεράστιο κενό στη φοιτητική στέγη

Ανάλογη είναι η εικόνα και στον τομέα της φοιτητικής κατοικίας. Εκτιμάται ότι περίπου 450.000 φοιτητές ενδέχεται να χρειάζονται στέγαση, ενώ οι διαθέσιμες δωρεάν θέσεις στις φοιτητικές εστίες δεν ξεπερνούν τις 13.000.
Μέσω συνεργασιών με ιδιώτες προβλέπεται η δημιουργία περίπου 10.000 επιπλέον μονάδων έως το 2027-2028. Οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 650 εκατ. ευρώ. Παρά την ενίσχυση αυτή, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των έργων η ζήτηση θα εξακολουθεί να είναι σημαντικά υψηλότερη από τη διαθέσιμη προσφορά.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι δεν μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί με βεβαιότητα κατά πόσο οι νέες στεγαστικές παρεμβάσεις θα οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση της οικονομικής προσιτότητας της κατοικίας. Η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτηθεί από το ύψος των διαθέσιμων πόρων, την ικανότητα υλοποίησης των σχεδίων, τον συντονισμό μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και δήμων και, κυρίως, από το εάν ο αριθμός των νέων κατοικιών θα είναι επαρκής για να αντιμετωπίσει το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης