Πολλοί συμμετέχοντες στις αγορές αντιμετωπίζουν θετικά τη συνεχή συσσώρευση χρέους και τη διεύρυνση του δημόσιου τομέα στην οικονομία
Οι παγκόσμιοι επενδυτές αφιερώνουν σημαντικό χρόνο και ενέργεια στις ανησυχίες για μια υποτιθέμενη φούσκα στην τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτό αναφέρει σε άρθρο του ο γνωστός οικονομολόγος Daniel Lacalle.
Ωστόσο, μεγαλύτερη προσοχή θα έπρεπε να συγκεντρώνει η φούσκα του δημόσιου χρέους. Η πιο επικίνδυνη παραδοχή είναι ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να συνεχίσουν επ’ αόριστον να δανείζονται και να αναλαμβάνουν νέες δεσμεύσεις, θεωρώντας ότι οι κεντρικές τράπεζες θα παρεμβαίνουν κάθε φορά που χρειάζεται, καλύπτοντας τη δημοσιονομική ανευθυνότητα μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης.
Πολλοί συμμετέχοντες στις αγορές αντιμετωπίζουν θετικά τη συνεχή συσσώρευση χρέους και τη διεύρυνση του δημόσιου τομέα στην οικονομία, καθώς εκτιμούν ότι αυτή η τάση μπορεί να συντηρεί επ’ αόριστον την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, η ενθάρρυνση κακών επενδυτικών επιλογών και η καλλιέργεια εφησυχασμού δεν αποτελούν βιώσιμη μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Επιπλέον, η αγορά κρατικών ομολόγων δεν δημιουργεί τον πλούτο που απαιτείται για την κάλυψη των συγκεκριμένων υποσχέσεων. Πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία και κεϋνσιανοί επενδυτές διαπιστώνουν πλέον ότι η στήριξη της διαρκούς διεύρυνσης του κράτους δεν αποδεικνύεται επικερδής. Οι μεγάλες απώλειες που καταγράφονται σε ορισμένα χαρτοφυλάκια ομολόγων, τα οποία θεωρούσαν την κατάσταση δεδομένη, αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη του προβλήματος.
Ο Παγκόσμιος Συνολικός Δείκτης Bloomberg παραμένει σημαντικά χαμηλότερα από το υψηλό που κατέγραψε στις αρχές του 2021, εμφανίζοντας συνολική καθαρή πτώση περίπου 16% στις 25 Σεπτεμβρίου 2026. Οι επενδυτές ομολόγων που έχουν προσαρμόσει εγκαίρως τη στρατηγική τους έχουν μειώσει την έκθεσή τους στη διάρκεια και στο δημόσιο χρέος, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στην πίστωση, τη χαμηλή διάρκεια και το ιδιωτικό χρέος.
Το δημόσιο χρέος μοιάζει με ένα τεράστιο παγόβουνο. Το χρέος που έχει ήδη εκδοθεί αποτελεί το ορατό τμήμα του. Ωστόσο, το ποσοστό του παγκόσμιου δημόσιου χρέους, που αντιστοιχεί στο 94% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της πραγματικής εικόνας. Κάτω από την επιφάνεια βρίσκονται μη χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και άλλες κρατικές δαπάνες, οι οποίες δεν διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση και φτάνουν στο 300% του ΑΕΠ.
Επομένως, η εξέταση αποκλειστικά του υφιστάμενου χρέους δεν αποτυπώνει το σύνολο των υποχρεώσεων που ενδέχεται τελικά να κληθούν να χρηματοδοτήσουν οι φορολογούμενοι. Ακόμη χειρότερα, δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα σχετικά με τη φερεγγυότητα των κυβερνήσεων.
Παγκόσμια μακροοικονομική επιβράδυνση, ενεργειακός κίνδυνος και το λάθος της αύξησης των επιτοκίων
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 100% του ΑΕΠ έως το 2029, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από τις μεγάλες οικονομίες. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις αναδυόμενες αγορές, οι οποίες παραδοσιακά συνδέονται με τις κρίσεις χρέους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η οικονομική έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών για το οικονομικό έτος 2025 υπολογίζει το ομοσπονδιακό χρέος που κατέχει το κοινό στο 99% του ΑΕΠ. Παράλληλα, αναφέρει ξεχωριστά περίπου 88,4 τρισεκατομμύρια δολάρια σε προβλεπόμενα χρηματοδοτικά ελλείμματα της Κοινωνικής Ασφάλισης, σε όρους παρούσας αξίας και με ορίζοντα 75 ετών.
Το ποσό αυτό αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ των προβλεπόμενων παροχών και των ειδικών εσόδων, προεξοφλημένη σε σημερινά δολάρια, και βασίζεται σε υποθέσεις για τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μελλοντικές δεσμεύσεις δαπανών που θα απαιτήσουν είτε χρηματοδότηση είτε αλλαγές στους ισχύοντες κανόνες.
Η αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων θα καταστεί ακόμη δυσκολότερη εάν οι κυβερνήσεις εξακολουθήσουν να αναβάλλουν τις περικοπές δαπανών και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι αυξανόμενες ανάγκες για κοινωνικές δαπάνες και άμυνα, σε συνδυασμό με το ολοένα μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης των τόκων, επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση. Κάθε κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι όλες οι δαπάνες που προωθεί είναι απαραίτητες, όμως η περιγραφή τους ως «απαραίτητων» δεν σημαίνει ότι είναι και οικονομικά βιώσιμες.
Τα πολιτικά κίνητρα είναι εύκολα αντιληπτά. Οι πολιτικοί μπορούν να ανακοινώνουν οφέλη σήμερα, αφήνοντας στους μελλοντικούς φορολογούμενους την ευθύνη για την κάλυψη του κόστους. Όσο ενισχύεται ο λαϊκισμός, οι υποσχέσεις διευρύνονται και η δημοσιονομική φερεγγυότητα αποδυναμώνεται.
Οι περικοπές δαπανών προκαλούν άμεσες αντιδράσεις, ενώ ο νέος δανεισμός συχνά αντιμετωπίζεται θετικά και μεταθέτει τη δύσκολη συζήτηση για αργότερα. Όμως η αποφυγή των δύσκολων επιλογών δεν εξαφανίζει το κόστος. Απλώς μεταφέρει τον λογαριασμό σε κάποιον άλλον και, πιθανότατα, υπό δυσμενέστερες συνθήκες.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να διευκολύνουν τον δανεισμό και να βοηθήσουν τις κυβερνήσεις να καλύψουν προσωρινά το πρόβλημα. Η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να προσφέρει μια ανάσα. Όταν όμως οι κυβερνήσεις αξιοποιούν αυτή την ανακούφιση για να αυξήσουν εκ νέου τις δαπάνες αντί να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους, το βασικό πρόβλημα εξακολουθεί να διογκώνεται.
Η ποσοτική χαλάρωση μπορεί προσωρινά να ηρεμήσει τις αγορές και να περιορίσει τα ασφάλιστρα κινδύνου. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να δημιουργήσουν φερεγγυότητα με την έκδοση χρήματος, ούτε οι αγορές κρατικών ομολόγων μπορούν να καταστήσουν βιώσιμες τις μόνιμες υπερβάσεις δαπανών.
Επιπλέον, η ποσοτική χαλάρωση δεν εξαφανίζει τις υποχρεώσεις του δημόσιου τομέα. Όταν μια κεντρική τράπεζα αγοράζει μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιώντας τοκοφόρα τραπεζικά αποθεματικά, ουσιαστικά αντικαθιστά τον μακροπρόθεσμο δανεισμό με υποχρεώσεις των οποίων το κόστος μεταβάλλεται ανάλογα με τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.
Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα καθίστανται συνολικά περισσότερο και όχι λιγότερο εκτεθειμένες σε αυξήσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων. Όταν γίνει κατανοητός αυτός ο μηχανισμός, γίνεται επίσης αντιληπτό γιατί αυξάνονται οι πληθωριστικές πιέσεις. Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις αποδυναμώνουν την αγοραστική δύναμη του νομίσματος, εκδίδοντας υπερβολικό χρηματικό χρέος σε σχέση με τη ζήτηση του ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης αποδυναμώνει διαρκώς τον ιδιωτικό τομέα. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων οδηγεί σε στασιμότητα και επίμονο πληθωρισμό.
Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα. Μια κυβέρνηση μειώνει κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το κόστος εξυπηρέτησης των τόκων, αλλά αυξάνει κατά την ίδια ποσοστιαία μονάδα το έλλειμμα πριν από τις πληρωμές τόκων. Η πρόσθετη υπερβολική δαπάνη απορροφά πλήρως το όφελος από τη φθηνότερη χρηματοδότηση. Έτσι, μια νομισματική παρέμβαση στην αγορά ομολόγων συνυπάρχει με επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης.
Οι κυβερνήσεις έχουν πλέον συνηθίσει στην ιδέα ότι μπορούν να αυξάνουν τις δαπάνες σε περιόδους ανάπτυξης και να τις αυξάνουν ακόμη περισσότερο όταν έρχεται μια ύφεση. Ως αποτέλεσμα, το φαινόμενο placebo από τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών διαρκεί κάθε φορά και λιγότερο.
Υπάρχει, παράλληλα, και ζήτημα κινήτρων. Εάν οι πολιτικοί θεωρούν ότι η κεντρική τράπεζα θα παρεμβαίνει κάθε φορά που ο δανεισμός γίνεται δυσβάσταχτος, δεν έχουν ουσιαστικό κίνητρο να λάβουν δύσκολες αποφάσεις για τις δημόσιες δαπάνες. Κάθε διάσωση μπορεί να αγοράζει χρόνο, όμως ο χρόνος αποκτά αξία μόνο εφόσον χρησιμοποιείται για αλλαγή πορείας.
Αντίθετα, οι κυβερνήσεις αξιοποιούν συχνά περιόδους νομισματικής χαλάρωσης για να ανακοινώσουν ακόμη περισσότερες δαπάνες και να υποστηρίξουν ότι οι πολιτικές τους αποδίδουν.
Η οικονομική καταστολή μεταφέρει επίσης το βάρος στους πολίτες, καθιστώντας τους παράλληλα φτωχότερους. Οι κυβερνήσεις μπορούν να κατευθύνουν τις αποταμιεύσεις προς το δημόσιο χρέος, διατηρώντας όμως τις αποδόσεις χαμηλότερα από τον πληθωρισμό και μειώνοντας έτσι την πραγματική αξία των υποχρεώσεών τους.
Η αύξηση των επιτοκίων τώρα είναι πολιτικό λάθος που αγνοεί το ενεργειακό και κρατικό κόστος
Η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να προσφέρει στους αποταμιευτές πραγματική οικονομική απόδοση όταν αυτοί επενδύουν στο χρέος της. Πρόκειται για πραγματική και, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και ονομαστική ζημία.
Οι αποταμιευτές και οι φορολογούμενοι πληρώνουν μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης. Όταν οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν στη συνέχεια αυτές τις αποταμιεύσεις για να χρηματοδοτήσουν νέα ελλείμματα, οι πολίτες επιβαρύνονται χωρίς να βλέπουν τα δημόσια οικονομικά να γίνονται πιο υγιή. Η αφαίρεση αγοραστικής δύναμης από τους αποταμιευτές δεν καθιστά το χρέος πιο διαχειρίσιμο. Απλώς κάνει τους πάντες φτωχότερους.
Η αναβολή της αντιμετώπισης του προβλήματος και των αναγκαίων περικοπών δαπανών καθιστά, παράλληλα, δυσκολότερη τη δημοσιονομική προσαρμογή. Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι εάν η δημοσιονομική μεταρρύθμιση αναβληθεί έως το 2036, η μέση απαιτούμενη προσαρμογή θα αυξηθεί από 4,7% σε 5,6% του ΑΕΠ. Επομένως, η αναμονή για την επόμενη παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας αποτελεί μια βολική, αλλά ακριβή επιλογή πολιτικής.
Η λύση βρίσκεται στη συγκράτηση των δαπανών και στην αναμόρφωση των προγραμμάτων με δεσμευμένες δαπάνες πριν μια κρίση επιβάλει απότομες και επώδυνες αλλαγές. Στην αντιμετώπιση του προβλήματος θα πρέπει να συμβάλουν επίσης η υψηλότερη παραγωγικότητα, οι ιδιωτικές επενδύσεις και ο ανταγωνισμός.
Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν να αποδυναμώνουν την παραγωγική οικονομία επιβάλλοντας διαρκώς υψηλότερους φόρους, ενώ ταυτόχρονα περιμένουν από αυτήν να χρηματοδοτεί ολοένα μεγαλύτερες κρατικές υποσχέσεις.
Οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να λύσουν τη φούσκα του δημόσιου χρέους. Το βραχυπρόθεσμο φαινόμενο placebo εξασθενεί όλο και ταχύτερα, ανεξάρτητα από το μέγεθος των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων. Η ποσοτική χαλάρωση και η οικονομική καταστολή δεν έδωσαν ουσιαστικά χρόνο για προσαρμογή, καθώς οι κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν το περιθώριο αυτό για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και το άφησαν να διογκωθεί.
Οι πολίτες πληρώνουν τελικά το τίμημα μέσω του πληθωρισμού, της χαμηλότερης ανάπτυξης, των μειωμένων πραγματικών καθαρών μισθών και της υψηλότερης φορολογίας. Το γεγονός ότι σήμερα δεν έχει εκδηλωθεί κρίση στην αγορά ομολόγων δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει εξαφανιστεί. Απλώς συνεχίζει να διαβρώνει την παραγωγική οικονομία μέσω του παραγκωνισμού και της οικονομικής καταστολής.
Την επόμενη φορά που θα ακούσετε έναν πολιτικό να υπόσχεται κάτι «δωρεάν», να θυμάστε ότι τελικά ο λογαριασμός θα είναι πολλαπλάσιος.
www.bankingnews.gr
Αυτό αναφέρει σε άρθρο του ο γνωστός οικονομολόγος Daniel Lacalle.
Ωστόσο, μεγαλύτερη προσοχή θα έπρεπε να συγκεντρώνει η φούσκα του δημόσιου χρέους. Η πιο επικίνδυνη παραδοχή είναι ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να συνεχίσουν επ’ αόριστον να δανείζονται και να αναλαμβάνουν νέες δεσμεύσεις, θεωρώντας ότι οι κεντρικές τράπεζες θα παρεμβαίνουν κάθε φορά που χρειάζεται, καλύπτοντας τη δημοσιονομική ανευθυνότητα μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης.
Πολλοί συμμετέχοντες στις αγορές αντιμετωπίζουν θετικά τη συνεχή συσσώρευση χρέους και τη διεύρυνση του δημόσιου τομέα στην οικονομία, καθώς εκτιμούν ότι αυτή η τάση μπορεί να συντηρεί επ’ αόριστον την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, η ενθάρρυνση κακών επενδυτικών επιλογών και η καλλιέργεια εφησυχασμού δεν αποτελούν βιώσιμη μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Επιπλέον, η αγορά κρατικών ομολόγων δεν δημιουργεί τον πλούτο που απαιτείται για την κάλυψη των συγκεκριμένων υποσχέσεων. Πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία και κεϋνσιανοί επενδυτές διαπιστώνουν πλέον ότι η στήριξη της διαρκούς διεύρυνσης του κράτους δεν αποδεικνύεται επικερδής. Οι μεγάλες απώλειες που καταγράφονται σε ορισμένα χαρτοφυλάκια ομολόγων, τα οποία θεωρούσαν την κατάσταση δεδομένη, αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη του προβλήματος.
Ο Παγκόσμιος Συνολικός Δείκτης Bloomberg παραμένει σημαντικά χαμηλότερα από το υψηλό που κατέγραψε στις αρχές του 2021, εμφανίζοντας συνολική καθαρή πτώση περίπου 16% στις 25 Σεπτεμβρίου 2026. Οι επενδυτές ομολόγων που έχουν προσαρμόσει εγκαίρως τη στρατηγική τους έχουν μειώσει την έκθεσή τους στη διάρκεια και στο δημόσιο χρέος, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στην πίστωση, τη χαμηλή διάρκεια και το ιδιωτικό χρέος.
Το δημόσιο χρέος μοιάζει με ένα τεράστιο παγόβουνο. Το χρέος που έχει ήδη εκδοθεί αποτελεί το ορατό τμήμα του. Ωστόσο, το ποσοστό του παγκόσμιου δημόσιου χρέους, που αντιστοιχεί στο 94% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της πραγματικής εικόνας. Κάτω από την επιφάνεια βρίσκονται μη χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και άλλες κρατικές δαπάνες, οι οποίες δεν διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση και φτάνουν στο 300% του ΑΕΠ.
Επομένως, η εξέταση αποκλειστικά του υφιστάμενου χρέους δεν αποτυπώνει το σύνολο των υποχρεώσεων που ενδέχεται τελικά να κληθούν να χρηματοδοτήσουν οι φορολογούμενοι. Ακόμη χειρότερα, δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα σχετικά με τη φερεγγυότητα των κυβερνήσεων.
Παγκόσμια μακροοικονομική επιβράδυνση, ενεργειακός κίνδυνος και το λάθος της αύξησης των επιτοκίων
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 100% του ΑΕΠ έως το 2029, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από τις μεγάλες οικονομίες. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις αναδυόμενες αγορές, οι οποίες παραδοσιακά συνδέονται με τις κρίσεις χρέους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η οικονομική έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών για το οικονομικό έτος 2025 υπολογίζει το ομοσπονδιακό χρέος που κατέχει το κοινό στο 99% του ΑΕΠ. Παράλληλα, αναφέρει ξεχωριστά περίπου 88,4 τρισεκατομμύρια δολάρια σε προβλεπόμενα χρηματοδοτικά ελλείμματα της Κοινωνικής Ασφάλισης, σε όρους παρούσας αξίας και με ορίζοντα 75 ετών.
Το ποσό αυτό αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ των προβλεπόμενων παροχών και των ειδικών εσόδων, προεξοφλημένη σε σημερινά δολάρια, και βασίζεται σε υποθέσεις για τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μελλοντικές δεσμεύσεις δαπανών που θα απαιτήσουν είτε χρηματοδότηση είτε αλλαγές στους ισχύοντες κανόνες.
Η αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων θα καταστεί ακόμη δυσκολότερη εάν οι κυβερνήσεις εξακολουθήσουν να αναβάλλουν τις περικοπές δαπανών και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι αυξανόμενες ανάγκες για κοινωνικές δαπάνες και άμυνα, σε συνδυασμό με το ολοένα μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης των τόκων, επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση. Κάθε κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι όλες οι δαπάνες που προωθεί είναι απαραίτητες, όμως η περιγραφή τους ως «απαραίτητων» δεν σημαίνει ότι είναι και οικονομικά βιώσιμες.
Τα πολιτικά κίνητρα είναι εύκολα αντιληπτά. Οι πολιτικοί μπορούν να ανακοινώνουν οφέλη σήμερα, αφήνοντας στους μελλοντικούς φορολογούμενους την ευθύνη για την κάλυψη του κόστους. Όσο ενισχύεται ο λαϊκισμός, οι υποσχέσεις διευρύνονται και η δημοσιονομική φερεγγυότητα αποδυναμώνεται.
Οι περικοπές δαπανών προκαλούν άμεσες αντιδράσεις, ενώ ο νέος δανεισμός συχνά αντιμετωπίζεται θετικά και μεταθέτει τη δύσκολη συζήτηση για αργότερα. Όμως η αποφυγή των δύσκολων επιλογών δεν εξαφανίζει το κόστος. Απλώς μεταφέρει τον λογαριασμό σε κάποιον άλλον και, πιθανότατα, υπό δυσμενέστερες συνθήκες.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να διευκολύνουν τον δανεισμό και να βοηθήσουν τις κυβερνήσεις να καλύψουν προσωρινά το πρόβλημα. Η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να προσφέρει μια ανάσα. Όταν όμως οι κυβερνήσεις αξιοποιούν αυτή την ανακούφιση για να αυξήσουν εκ νέου τις δαπάνες αντί να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους, το βασικό πρόβλημα εξακολουθεί να διογκώνεται.
Η ποσοτική χαλάρωση μπορεί προσωρινά να ηρεμήσει τις αγορές και να περιορίσει τα ασφάλιστρα κινδύνου. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να δημιουργήσουν φερεγγυότητα με την έκδοση χρήματος, ούτε οι αγορές κρατικών ομολόγων μπορούν να καταστήσουν βιώσιμες τις μόνιμες υπερβάσεις δαπανών.
Επιπλέον, η ποσοτική χαλάρωση δεν εξαφανίζει τις υποχρεώσεις του δημόσιου τομέα. Όταν μια κεντρική τράπεζα αγοράζει μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιώντας τοκοφόρα τραπεζικά αποθεματικά, ουσιαστικά αντικαθιστά τον μακροπρόθεσμο δανεισμό με υποχρεώσεις των οποίων το κόστος μεταβάλλεται ανάλογα με τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.
Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα καθίστανται συνολικά περισσότερο και όχι λιγότερο εκτεθειμένες σε αυξήσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων. Όταν γίνει κατανοητός αυτός ο μηχανισμός, γίνεται επίσης αντιληπτό γιατί αυξάνονται οι πληθωριστικές πιέσεις. Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις αποδυναμώνουν την αγοραστική δύναμη του νομίσματος, εκδίδοντας υπερβολικό χρηματικό χρέος σε σχέση με τη ζήτηση του ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης αποδυναμώνει διαρκώς τον ιδιωτικό τομέα. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων οδηγεί σε στασιμότητα και επίμονο πληθωρισμό.
Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα. Μια κυβέρνηση μειώνει κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το κόστος εξυπηρέτησης των τόκων, αλλά αυξάνει κατά την ίδια ποσοστιαία μονάδα το έλλειμμα πριν από τις πληρωμές τόκων. Η πρόσθετη υπερβολική δαπάνη απορροφά πλήρως το όφελος από τη φθηνότερη χρηματοδότηση. Έτσι, μια νομισματική παρέμβαση στην αγορά ομολόγων συνυπάρχει με επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης.
Οι κυβερνήσεις έχουν πλέον συνηθίσει στην ιδέα ότι μπορούν να αυξάνουν τις δαπάνες σε περιόδους ανάπτυξης και να τις αυξάνουν ακόμη περισσότερο όταν έρχεται μια ύφεση. Ως αποτέλεσμα, το φαινόμενο placebo από τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών διαρκεί κάθε φορά και λιγότερο.
Υπάρχει, παράλληλα, και ζήτημα κινήτρων. Εάν οι πολιτικοί θεωρούν ότι η κεντρική τράπεζα θα παρεμβαίνει κάθε φορά που ο δανεισμός γίνεται δυσβάσταχτος, δεν έχουν ουσιαστικό κίνητρο να λάβουν δύσκολες αποφάσεις για τις δημόσιες δαπάνες. Κάθε διάσωση μπορεί να αγοράζει χρόνο, όμως ο χρόνος αποκτά αξία μόνο εφόσον χρησιμοποιείται για αλλαγή πορείας.
Αντίθετα, οι κυβερνήσεις αξιοποιούν συχνά περιόδους νομισματικής χαλάρωσης για να ανακοινώσουν ακόμη περισσότερες δαπάνες και να υποστηρίξουν ότι οι πολιτικές τους αποδίδουν.
Η οικονομική καταστολή μεταφέρει επίσης το βάρος στους πολίτες, καθιστώντας τους παράλληλα φτωχότερους. Οι κυβερνήσεις μπορούν να κατευθύνουν τις αποταμιεύσεις προς το δημόσιο χρέος, διατηρώντας όμως τις αποδόσεις χαμηλότερα από τον πληθωρισμό και μειώνοντας έτσι την πραγματική αξία των υποχρεώσεών τους.
Η αύξηση των επιτοκίων τώρα είναι πολιτικό λάθος που αγνοεί το ενεργειακό και κρατικό κόστος
Η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να προσφέρει στους αποταμιευτές πραγματική οικονομική απόδοση όταν αυτοί επενδύουν στο χρέος της. Πρόκειται για πραγματική και, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και ονομαστική ζημία.
Οι αποταμιευτές και οι φορολογούμενοι πληρώνουν μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης. Όταν οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν στη συνέχεια αυτές τις αποταμιεύσεις για να χρηματοδοτήσουν νέα ελλείμματα, οι πολίτες επιβαρύνονται χωρίς να βλέπουν τα δημόσια οικονομικά να γίνονται πιο υγιή. Η αφαίρεση αγοραστικής δύναμης από τους αποταμιευτές δεν καθιστά το χρέος πιο διαχειρίσιμο. Απλώς κάνει τους πάντες φτωχότερους.
Η αναβολή της αντιμετώπισης του προβλήματος και των αναγκαίων περικοπών δαπανών καθιστά, παράλληλα, δυσκολότερη τη δημοσιονομική προσαρμογή. Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι εάν η δημοσιονομική μεταρρύθμιση αναβληθεί έως το 2036, η μέση απαιτούμενη προσαρμογή θα αυξηθεί από 4,7% σε 5,6% του ΑΕΠ. Επομένως, η αναμονή για την επόμενη παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας αποτελεί μια βολική, αλλά ακριβή επιλογή πολιτικής.
Η λύση βρίσκεται στη συγκράτηση των δαπανών και στην αναμόρφωση των προγραμμάτων με δεσμευμένες δαπάνες πριν μια κρίση επιβάλει απότομες και επώδυνες αλλαγές. Στην αντιμετώπιση του προβλήματος θα πρέπει να συμβάλουν επίσης η υψηλότερη παραγωγικότητα, οι ιδιωτικές επενδύσεις και ο ανταγωνισμός.
Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν να αποδυναμώνουν την παραγωγική οικονομία επιβάλλοντας διαρκώς υψηλότερους φόρους, ενώ ταυτόχρονα περιμένουν από αυτήν να χρηματοδοτεί ολοένα μεγαλύτερες κρατικές υποσχέσεις.
Οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να λύσουν τη φούσκα του δημόσιου χρέους. Το βραχυπρόθεσμο φαινόμενο placebo εξασθενεί όλο και ταχύτερα, ανεξάρτητα από το μέγεθος των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων. Η ποσοτική χαλάρωση και η οικονομική καταστολή δεν έδωσαν ουσιαστικά χρόνο για προσαρμογή, καθώς οι κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν το περιθώριο αυτό για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και το άφησαν να διογκωθεί.
Οι πολίτες πληρώνουν τελικά το τίμημα μέσω του πληθωρισμού, της χαμηλότερης ανάπτυξης, των μειωμένων πραγματικών καθαρών μισθών και της υψηλότερης φορολογίας. Το γεγονός ότι σήμερα δεν έχει εκδηλωθεί κρίση στην αγορά ομολόγων δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει εξαφανιστεί. Απλώς συνεχίζει να διαβρώνει την παραγωγική οικονομία μέσω του παραγκωνισμού και της οικονομικής καταστολής.
Την επόμενη φορά που θα ακούσετε έναν πολιτικό να υπόσχεται κάτι «δωρεάν», να θυμάστε ότι τελικά ο λογαριασμός θα είναι πολλαπλάσιος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών