Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης διαδραματίζουν πολλοί παράγοντες
Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, καθώς το β’ τρίμηνο του 2026 κατέγραψε αύξηση 1,7% σε ετήσια βάση, συνεισφέροντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, σύμφωνα με την έκθεση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία».
Σύμφωνα με τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών, πρόκειται για τη συνιστώσα της συνολικής δαπάνης με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.
Τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία οικονομικής δραστηριότητας και οικονομικής συγκυρίας δημιουργούν θετικές προσδοκίες για τη συνέχιση της ανοδικής πορείας της ιδιωτικής κατανάλωσης και κατά το γ’ τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, οι πρώτες ενδείξεις για το δ’ τρίμηνο εμφανίζονται λιγότερο ευνοϊκές, κυρίως εξαιτίας της ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων και της επιδείνωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Οκτώβριο.
Θετική δυναμική στο λιανικό εμπόριο το γ’ τρίμηνο
Ειδικότερα, ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου, ο οποίος αποτυπώνει την αξία των πωλήσεων του κλάδου σε σταθερές τιμές, αυξήθηκε κατά 5,5% σε ετήσια βάση το δίμηνο Ιουλίου–Αυγούστου 2026, έναντι αύξησης 2,7% το β’ τρίμηνο, καταγράφοντας επιτάχυνση του ετήσιου ρυθμού ανόδου του. Στις επιμέρους κατηγορίες καταστημάτων που συνθέτουν τον γενικό δείκτη, τις ισχυρότερες επιδόσεις παρουσίασαν τα έπιπλα, τα ηλεκτρικά είδη και ο οικιακός εξοπλισμός, με αύξηση του όγκου πωλήσεων κατά 8,9%. Ακολούθησαν τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, τα φαρμακευτικά και καλλυντικά προϊόντα, καθώς και τα τρόφιμα, ποτά και καπνικά προϊόντα, με άνοδο 6,2% σε καθεμία από τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Ηπιότερη αύξηση σημειώθηκε στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων, κατά 2,2%, στην ένδυση και υπόδηση, κατά 2,1%, και στα βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη, κατά 1,8%. Αντίθετα, στα πολυκαταστήματα καταγράφηκε οριακή υποχώρηση κατά 0,5%.
Παρά τη θετική εικόνα που παρουσιάζει το λιανικό εμπόριο, η πορεία του συγκεκριμένου δείκτη δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με εκείνη της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης, όπως αυτή υπολογίζεται στους εθνικούς λογαριασμούς. Αυτό οφείλεται τόσο στις μεθοδολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο μεγεθών όσο και στο γεγονός ότι η ιδιωτική κατανάλωση περιλαμβάνει, πέρα από τις αγορές αγαθών, και τις δαπάνες για υπηρεσίες, οι οποίες δεν αποτυπώνονται στον δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου. Επομένως, ακόμη και μια σημαντική αύξηση της κατανάλωσης αγαθών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχη άνοδο της συνολικής ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς η τελική της πορεία εξαρτάται και από την εξέλιξη των δαπανών για υπηρεσίες. Επιπλέον, η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ισόποση ενίσχυση του ΑΕΠ, καθώς ένα μέρος της μπορεί να αφορά εισαγόμενα προϊόντα ή αγαθά που προέρχονται από υφιστάμενα αποθέματα.
Πρόσθετες ενδείξεις για τη διατήρηση της θετικής δυναμικής της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το γ’ τρίμηνο προκύπτουν από τις έρευνες οικονομικής συγκυρίας του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Ειδικότερα, ο δείκτης εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε σημαντικά, φθάνοντας στις 17,6 μονάδες το γ’ τρίμηνο, έναντι 8,0 μονάδων το β’ τρίμηνο, γεγονός που αποτυπώνει τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος στον κλάδο. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -44,3 μονάδες, από -53,2 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, υποδηλώνοντας ότι η απαισιοδοξία των νοικοκυριών περιορίστηκε.
Συνολικά, η επιτάχυνση της αύξησης του όγκου των λιανικών πωλήσεων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εμπιστοσύνης τόσο των επιχειρήσεων του κλάδου όσο και των καταναλωτών, ενισχύει την εκτίμηση ότι η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε τη θετική της δυναμική και το γ’ τρίμηνο του 2026. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εξέλιξη των καταναλωτικών δαπανών για υπηρεσίες δεν αντιστάθμισε την αύξηση της κατανάλωσης αγαθών.
Η ενίσχυση της απασχόλησης στηρίζει το εισόδημα των νοικοκυριών
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης διαδραματίζουν πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα, τα επιτόκια, ο πλούτος και οι προσδοκίες των νοικοκυριών. Μία από τις σημαντικότερες συνιστώσες του διαθέσιμου εισοδήματος είναι οι αποδοχές από εξαρτημένη εργασία, οι οποίες επηρεάζονται άμεσα από το επίπεδο της απασχόλησης και τις αμοιβές ανά εργαζόμενο. Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας αποτελούν σημαντική ένδειξη για τις προοπτικές της καταναλωτικής δαπάνης.
Σύμφωνα με τη μηνιαία Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του αριθμού των απασχολουμένων επιταχύνθηκε στο 1,4% το γ’ τρίμηνο του 2026, από 0,6% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ παράλληλα το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,6%. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί θετική ένδειξη για την ενίσχυση του συνολικού εισοδήματος από εργασία και, κατ’ επέκταση, για τη στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η πορεία του διαθέσιμου εισοδήματός τους εξαρτώνται επίσης από την εξέλιξη των μισθών, τον πληθωρισμό και τις υπόλοιπες συνιστώσες του εισοδήματος. Πληρέστερη εικόνα για την κατάσταση της εγχώριας αγοράς εργασίας αναμένεται να προκύψει από τη δημοσίευση της τριμηνιαίας Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ για το γ’ τρίμηνο, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις 4 Δεκεμβρίου 2026.
Πληθωριστικές πιέσεις και υποχώρηση της εμπιστοσύνης απειλούν την κατανάλωση το δ’ τρίμηνο
Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το γ’ τρίμηνο του 2026, οι πρώτες ενδείξεις για το τελευταίο τρίμηνο του έτους δημιουργούν μεγαλύτερο προβληματισμό. Ειδικότερα, τον Οκτώβριο, υπό την επίδραση της ανόδου των τιμών της ενέργειας, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), επιταχύνθηκε για τρίτο διαδοχικό μήνα, φθάνοντας στο 5,6%, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 43 μηνών, εξέλιξη που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος διαβίωσης και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, σημαντική επιδείνωση παρουσίασε και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ο οποίος υποχώρησε στις -48,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από -41,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ενίσχυση της απαισιοδοξίας των καταναλωτών και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις αποφάσεις τους για δαπάνες το προσεχές διάστημα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, παράλληλα, το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν ήδη αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο -3,9% του διαθέσιμου εισοδήματός τους το 2025, προτού ακόμη εκδηλωθεί η νέα ενεργειακή κρίση. Εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η συνδυαστική επίδραση του αυξημένου κόστους και της επιδεινούμενης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενδέχεται να οδηγήσει σε επιβράδυνση της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, του ΑΕΠ.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών, πρόκειται για τη συνιστώσα της συνολικής δαπάνης με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.
Τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία οικονομικής δραστηριότητας και οικονομικής συγκυρίας δημιουργούν θετικές προσδοκίες για τη συνέχιση της ανοδικής πορείας της ιδιωτικής κατανάλωσης και κατά το γ’ τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, οι πρώτες ενδείξεις για το δ’ τρίμηνο εμφανίζονται λιγότερο ευνοϊκές, κυρίως εξαιτίας της ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων και της επιδείνωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Οκτώβριο.
Θετική δυναμική στο λιανικό εμπόριο το γ’ τρίμηνο
Ειδικότερα, ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου, ο οποίος αποτυπώνει την αξία των πωλήσεων του κλάδου σε σταθερές τιμές, αυξήθηκε κατά 5,5% σε ετήσια βάση το δίμηνο Ιουλίου–Αυγούστου 2026, έναντι αύξησης 2,7% το β’ τρίμηνο, καταγράφοντας επιτάχυνση του ετήσιου ρυθμού ανόδου του. Στις επιμέρους κατηγορίες καταστημάτων που συνθέτουν τον γενικό δείκτη, τις ισχυρότερες επιδόσεις παρουσίασαν τα έπιπλα, τα ηλεκτρικά είδη και ο οικιακός εξοπλισμός, με αύξηση του όγκου πωλήσεων κατά 8,9%. Ακολούθησαν τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, τα φαρμακευτικά και καλλυντικά προϊόντα, καθώς και τα τρόφιμα, ποτά και καπνικά προϊόντα, με άνοδο 6,2% σε καθεμία από τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Ηπιότερη αύξηση σημειώθηκε στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων, κατά 2,2%, στην ένδυση και υπόδηση, κατά 2,1%, και στα βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη, κατά 1,8%. Αντίθετα, στα πολυκαταστήματα καταγράφηκε οριακή υποχώρηση κατά 0,5%.
Παρά τη θετική εικόνα που παρουσιάζει το λιανικό εμπόριο, η πορεία του συγκεκριμένου δείκτη δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με εκείνη της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης, όπως αυτή υπολογίζεται στους εθνικούς λογαριασμούς. Αυτό οφείλεται τόσο στις μεθοδολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο μεγεθών όσο και στο γεγονός ότι η ιδιωτική κατανάλωση περιλαμβάνει, πέρα από τις αγορές αγαθών, και τις δαπάνες για υπηρεσίες, οι οποίες δεν αποτυπώνονται στον δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου. Επομένως, ακόμη και μια σημαντική αύξηση της κατανάλωσης αγαθών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχη άνοδο της συνολικής ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς η τελική της πορεία εξαρτάται και από την εξέλιξη των δαπανών για υπηρεσίες. Επιπλέον, η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ισόποση ενίσχυση του ΑΕΠ, καθώς ένα μέρος της μπορεί να αφορά εισαγόμενα προϊόντα ή αγαθά που προέρχονται από υφιστάμενα αποθέματα.
Πρόσθετες ενδείξεις για τη διατήρηση της θετικής δυναμικής της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το γ’ τρίμηνο προκύπτουν από τις έρευνες οικονομικής συγκυρίας του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Ειδικότερα, ο δείκτης εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε σημαντικά, φθάνοντας στις 17,6 μονάδες το γ’ τρίμηνο, έναντι 8,0 μονάδων το β’ τρίμηνο, γεγονός που αποτυπώνει τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος στον κλάδο. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -44,3 μονάδες, από -53,2 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, υποδηλώνοντας ότι η απαισιοδοξία των νοικοκυριών περιορίστηκε.
Συνολικά, η επιτάχυνση της αύξησης του όγκου των λιανικών πωλήσεων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εμπιστοσύνης τόσο των επιχειρήσεων του κλάδου όσο και των καταναλωτών, ενισχύει την εκτίμηση ότι η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε τη θετική της δυναμική και το γ’ τρίμηνο του 2026. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εξέλιξη των καταναλωτικών δαπανών για υπηρεσίες δεν αντιστάθμισε την αύξηση της κατανάλωσης αγαθών.
Η ενίσχυση της απασχόλησης στηρίζει το εισόδημα των νοικοκυριών
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης διαδραματίζουν πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα, τα επιτόκια, ο πλούτος και οι προσδοκίες των νοικοκυριών. Μία από τις σημαντικότερες συνιστώσες του διαθέσιμου εισοδήματος είναι οι αποδοχές από εξαρτημένη εργασία, οι οποίες επηρεάζονται άμεσα από το επίπεδο της απασχόλησης και τις αμοιβές ανά εργαζόμενο. Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας αποτελούν σημαντική ένδειξη για τις προοπτικές της καταναλωτικής δαπάνης.
Σύμφωνα με τη μηνιαία Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του αριθμού των απασχολουμένων επιταχύνθηκε στο 1,4% το γ’ τρίμηνο του 2026, από 0,6% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ παράλληλα το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,6%. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί θετική ένδειξη για την ενίσχυση του συνολικού εισοδήματος από εργασία και, κατ’ επέκταση, για τη στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η πορεία του διαθέσιμου εισοδήματός τους εξαρτώνται επίσης από την εξέλιξη των μισθών, τον πληθωρισμό και τις υπόλοιπες συνιστώσες του εισοδήματος. Πληρέστερη εικόνα για την κατάσταση της εγχώριας αγοράς εργασίας αναμένεται να προκύψει από τη δημοσίευση της τριμηνιαίας Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ για το γ’ τρίμηνο, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις 4 Δεκεμβρίου 2026.
Πληθωριστικές πιέσεις και υποχώρηση της εμπιστοσύνης απειλούν την κατανάλωση το δ’ τρίμηνο
Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το γ’ τρίμηνο του 2026, οι πρώτες ενδείξεις για το τελευταίο τρίμηνο του έτους δημιουργούν μεγαλύτερο προβληματισμό. Ειδικότερα, τον Οκτώβριο, υπό την επίδραση της ανόδου των τιμών της ενέργειας, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), επιταχύνθηκε για τρίτο διαδοχικό μήνα, φθάνοντας στο 5,6%, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 43 μηνών, εξέλιξη που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος διαβίωσης και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, σημαντική επιδείνωση παρουσίασε και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ο οποίος υποχώρησε στις -48,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από -41,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ενίσχυση της απαισιοδοξίας των καταναλωτών και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις αποφάσεις τους για δαπάνες το προσεχές διάστημα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, παράλληλα, το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν ήδη αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο -3,9% του διαθέσιμου εισοδήματός τους το 2025, προτού ακόμη εκδηλωθεί η νέα ενεργειακή κρίση. Εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η συνδυαστική επίδραση του αυξημένου κόστους και της επιδεινούμενης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενδέχεται να οδηγήσει σε επιβράδυνση της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, του ΑΕΠ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών