Η κατάρρευση του δόγματος ασφαλείας, οι δικαστικές εκκρεμότητες και η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σηματοδοτούν τη βαθύτερη κρίση στην πολιτική διαδρομή του Benjamin Netanyahu
Υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες που χάνουν εκλογές, υπάρχουν άλλοι που χάνουν την εξουσία.
Και υπάρχουν εκείνοι που, πριν ακόμη εγκαταλείψουν το κυβερνητικό τους γραφείο, έχουν χάσει κάτι πολύ σημαντικότερο: τον μύθο πάνω στον οποίο οικοδόμησαν ολόκληρη την πολιτική τους κυριαρχία.
Ο Benjamin Netanyahu βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την τρίτη και πιο επικίνδυνη εκδοχή.
Ο άνθρωπος που επί σχεδόν δύο δεκαετίες κυριάρχησε στην ισραηλινή πολιτική σκηνή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως αναντικατάστατο εγγυητή της εθνικής ασφάλειας, βλέπει σήμερα το οικοδόμημά του να κλονίζεται από δύο κρίσεις που συγκλίνουν: την ιστορική αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τις υποθέσεις διαφθοράς που εξακολουθούν να τον πλήττουν το κύρος του.
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 δεν επέφεραν τον οριστικό πολιτικό του αφανισμό.
Κατέγραψαν, όμως, την απώλεια της δυνατότητάς του να επιβάλλει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού.
Το Likud παρέμεινε το μεγαλύτερο κόμμα, με 27 έδρες.
Ωστόσο, ο συνασπισμός του Netanyahu περιορίστηκε στις 53 από τις 120 έδρες της Knesset, οκτώ λιγότερες από την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61.
Η πολιτική ανατροπή έγινε ακόμη πιο εμφανής στις 7 και 8 Νοεμβρίου, όταν ο πρόεδρος Isaac Herzog επέλεξε τον πρώην αρχηγό του στρατού Gadi Eisenkot, και όχι τον Netanyahu, για να επιχειρήσει πρώτος τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα.
Ο Netanyahu μπορεί να διατηρεί ακόμη τον τίτλο του πρωθυπουργού και τη δυνατότητα πολιτικών ελιγμών.
Δεν είναι, όμως, πλέον ο αυτονόητος εντολοδόχος της εξουσίας.

Η 7η Οκτωβρίου κατέρριψε τον μύθο της ασφάλειας
Η πολιτική κυριαρχία του Netanyahu στηρίχθηκε σε μία βασική υπόσχεση: ότι μόνο ο ίδιος μπορούσε να προστατεύσει αποτελεσματικά το Ισραήλ απέναντι στις απειλές της περιοχής.
Αυτό το αφήγημα δέχθηκε συντριπτικό πλήγμα στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Η πολύνεκρη επίθεση της Hamas κατά ισραηλινών κοινοτήτων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, με τις δολοφονίες αμάχων και την αρπαγή ομήρων, αποκάλυψε την αποτυχία των μηχανισμών πληροφοριών, της στρατιωτικής ετοιμότητας και της πολιτικής ηγεσίας.
Το πλήγμα δεν ήταν απλώς επιχειρησιακό. Ήταν βαθιά πολιτικό.
Ο πρωθυπουργός που είχε ταυτίσει το όνομά του με την ασφάλεια βρέθηκε επικεφαλής του κράτους τη στιγμή της μεγαλύτερης αποτυχίας αυτού ακριβώς του συστήματος.
Η στρατιωτική απάντηση στη Γάζα, οι καταστροφικές συνέπειες για τον παλαιστινιακό άμαχο πληθυσμό, η διεύρυνση των περιφερειακών συγκρούσεων και η παρατεταμένη κατάσταση πολέμου δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν το αρχικό ερώτημα: πώς μπόρεσε να συμβεί η 7η Οκτωβρίου έπειτα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης Netanyahu;
Αυτό το ερώτημα μετατράπηκε σταδιακά από αντικείμενο δημόσιας συζήτησης σε καθοριστικό παράγοντα πολιτικής φθοράς.
Και το σημαντικότερο, δεν έχει ακόμη απαντηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί την απαίτηση για ανεξάρτητη λογοδοσία.
Οι αποκαλύψεις που επιστρέφουν ως πολιτικός εφιάλτης
Τις εβδομάδες πριν από τις εκλογές, μαρτυρίες πρώην στελεχών και δημοσιεύματα ισραηλινών μέσων επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των προειδοποιήσεων που είχαν φτάσει στις υπηρεσίες ασφαλείας και στην πολιτική ηγεσία πριν από την επίθεση.
Ιδιαίτερα σοβαρές υπήρξαν οι καταγγελίες για ενδεχόμενη αλλοίωση της επίσημης καταγραφής τηλεφωνικής επικοινωνίας το πρωί της 7ης Οκτωβρίου.
Η υπόθεση αφορά φερόμενη μετατόπιση της ώρας μιας συνομιλίας από τις 6:40 στις 6:29, δηλαδή κατά έντεκα λεπτά, και βρίσκεται υπό δικαστική αξιολόγηση, χωρίς να έχει υπάρξει οριστική κρίση περί ενοχής.
Παράλληλα, δημοσιογραφικές έρευνες έχουν καταγράψει σοβαρές διαφωνίες για το περιεχόμενο και την παρουσίαση προειδοποιήσεων που είχαν προηγηθεί της επίθεσης.
Ο Netanyahu αρνείται ότι είχε λάβει συγκεκριμένη προειδοποίηση για το επικείμενο χτύπημα και μεταθέτει σημαντικό μέρος της ευθύνης προς τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας.
Η πολιτική ουσία είναι ότι η 7η Οκτωβρίου δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα τραύμα του παρελθόντος.
Παραμένει ανοικτός λογαριασμός για την εξουσία.
Τρία χρόνια μετά, η αντιπαράθεση για τη συγκρότηση ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής εξακολουθεί να αποτελεί σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης.

Η διαφθορά ως δεύτερο μέτωπο φθοράς
Η 7η Οκτωβρίου δεν βρήκε τον Netanyahu πολιτικά αλώβητο.
Εδώ και χρόνια, ο Ισραηλινός ηγέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με τρεις ποινικές υποθέσεις, γνωστές ως Cases 1000, 2000 και 4000.
Οι κατηγορίες αφορούν απάτη και απιστία, καθώς και δωροληψία στην υπόθεση 4000.
Ο ίδιος απορρίπτει όλες τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντας τη δίωξή του πολιτικά υποκινούμενη. Δεν έχει καταδικαστεί.
Η διαδικασία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πολιτικό βάρος, ακόμη κι αν η έκβασή της παραμένει ανοιχτή.
Στις 5 Νοεμβρίου, μόλις τρεις ημέρες πριν από τη σημερινή ημερομηνία, έγινε γνωστό ότι οι δικαστές εξετάζουν το ενδεχόμενο να καλέσουν τη γενική εισαγγελέα Gali Baharav-Miara, μετά την αμφισβήτηση από την υπεράσπιση του τρόπου με τον οποίο εγκρίθηκαν συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες.
Η εξέλιξη καταδεικνύει ότι η δικαστική αντιπαράθεση συνεχίζεται και ότι η ενοχή του Netanyahu δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.
Όμως η πολιτική ζημιά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μια μελλοντική καταδικαστική απόφαση.

Για έναν ηγέτη που οικοδόμησε την εικόνα του ισχυρού και αναντικατάστατου κυβερνήτη, η διαρκής παρουσία στο εδώλιο, η σύγκρουση με δικαστικούς θεσμούς και η προσπάθεια διατήρησης μιας εξαιρετικά ετερόκλητης συμμαχίας δημιουργούν μια μόνιμη κατάσταση πολιτικής πολιορκίας.
Η διαφθορά, ως εκκρεμής ποινική υπόθεση και ως ζήτημα δημόσιας εμπιστοσύνης, λειτουργεί αθροιστικά με την κρίση της 7ης Οκτωβρίου.
Η πρώτη πλήττει την εικόνα της πολιτικής ακεραιότητας.
Η δεύτερη πλήττει την εικόνα της στρατηγικής ικανότητας.
Και οι δύο αμφισβητούν τον ίδιο πυρήνα του αφηγήματος Netanyahu: ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να κυβερνήσει το Ισραήλ.
Από τον θρίαμβο του 2022 στην πολιτική απομόνωση
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι αποκαλυπτική.

Τον Νοέμβριο του 2022, ο Netanyahu επέστρεφε θριαμβευτικά στην εξουσία, με μια δεξιά και υπερορθόδοξη κοινοβουλευτική πλειοψηφία 64 εδρών.
Είχε προηγηθεί μια τετραετία ακραίας πολιτικής αστάθειας, με πέντε εκλογικές αναμετρήσεις.
Τότε φαινόταν ότι είχε πετύχει το ακατόρθωτο: να επιβιώσει πολιτικά από όλους τους αντιπάλους του, να επανενώσει τη δεξιά και να εξασφαλίσει μια νέα περίοδο κυριαρχίας.
Η 7η Οκτωβρίου ανέτρεψε αυτή την προοπτική.
Ο πόλεμος αρχικά του επέτρεψε να μετατοπίσει την πολιτική συζήτηση από τη διαφθορά και τις θεσμικές συγκρούσεις στην εθνική ασφάλεια. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης διευκόλυνε την πολιτική του επιβίωση, ακόμη και όταν η κοινωνική οργή μεγάλωνε.
Ωστόσο, η στρατηγική της διαρκούς συσπείρωσης γύρω από τον πόλεμο άρχισε να εμφανίζει τα όριά της.
Τώρα, η συμμαχία που έφτασε να διαθέτει 68 έδρες στην απερχόμενη Knesset περιορίζεται στις 53.
Πρόκειται για απώλεια 15 εδρών, η οποία μεταβάλλει ριζικά τις δυνατότητες του Netanyahu να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η εκλογική κάλπη δεν εξαφάνισε τη δεξιά ούτε έθεσε τέλος στην ισχύ του Likud.
Αφαίρεσε όμως από τον Netanyahu το σημαντικότερο πολιτικό του όπλο: τη βεβαιότητα ότι, όποιες κι αν είναι οι κρίσεις, στο τέλος εκείνος θα έχει την πλειοψηφία.
Η τελευταία πράξη: Αμφισβήτηση ακόμη και της εκλογικής ετυμηγορίας
Η αντίδρασή του στο εκλογικό αποτέλεσμα είναι χαρακτηριστική της νέας φάσης.
Ο Netanyahu και στελέχη του Likud προέβαλαν ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην ψήφο των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Όμως, στις 4 Νοεμβρίου, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή επικύρωσε τα αποτελέσματα, δηλώνοντας ότι δεν είχε εντοπίσει παρατυπίες ικανές να επηρεάσουν την εκλογική έκβαση.

Ο πρόεδρος Isaac Herzog αποδέχθηκε το αποτέλεσμα ως νομικά δεσμευτικό.
Το γεγονός αυτό προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην πολιτική κρίση.
Ο ηγέτης που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως ο απόλυτος γνώστης των κοινοβουλευτικών συσχετισμών βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με μια νέα πραγματικότητα, την οποία δυσκολεύεται να ελέγξει.
Η εντολή στον Gadi Eisenkot δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα προκύψει νέα κυβέρνηση.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα κόμματα που τον στηρίζουν παραμένουν μεγάλες, ιδίως όσον αφορά τη συμμετοχή ή την κοινοβουλευτική στήριξη των αραβικών κομμάτων και τις εξαιρέσεις από τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων.
Αν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, ο Netanyahu μπορεί να αποκτήσει νέα ευκαιρία ή το Ισραήλ να οδηγηθεί και πάλι σε εκλογές.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη σημασία της στιγμής.
Για πρώτη φορά μετά την πολυετή προσπάθειά του να εμφανίζεται ως ο αναντικατάστατος κυβερνήτης, η πολιτική του επιβίωση εξαρτάται περισσότερο από την αποτυχία των αντιπάλων του παρά από τη δύναμη της δικής του πλειοψηφίας.
Το τέλος ενός πολιτικού μοντέλου
Η κρίση του Netanyahu υπερβαίνει το προσωπικό του μέλλον.
Αποτυπώνει τα όρια ενός πολιτικού μοντέλου που στηρίχθηκε στην προσωποποίηση της εξουσίας, στη διαρκή επίκληση εξωτερικών απειλών, στον φόβο και στην εξάρτηση από ολοένα πιο ακραίους κυβερνητικούς συμμάχους.
Ο Netanyahu υπήρξε εξαιρετικά ικανός στην κοινοβουλευτική τακτική.
Μπόρεσε να διασπάσει αντιπάλους, να ανασυνθέσει συμμαχίες και να μετατρέψει διαδοχικές κρίσεις σε ευκαιρίες πολιτικής επιβίωσης.
Αλλά η 7η Οκτωβρίου ανέδειξε την απόσταση ανάμεσα στην ικανότητα διατήρησης της εξουσίας και στην ικανότητα αποτροπής μιας στρατηγικής καταστροφής.
Η δικαστική περιπέτεια, από την άλλη, ανέδειξε το τίμημα της ταύτισης ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος με την προσωπική τύχη του ηγέτη του.
Το Ισραήλ δεν έχει απεγκλωβιστεί από τις αντιφάσεις που δημιούργησαν οι πολιτικές αυτής της περιόδου.
Η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών, το μέλλον της Gaza, η ενίσχυση της ακροδεξιάς, οι σχέσεις κράτους και θρησκείας και η εσωτερική θεσμική σύγκρουση θα εξακολουθήσουν να καθορίζουν την πολιτική σκηνή, είτε ο Netanyahu παραμείνει είτε αποχωρήσει.
Γι' αυτό και το τέλος της πολιτικής κυριαρχίας ενός προσώπου δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με τέλος της πολιτικής που εκπροσώπησε.
Ο άνθρωπος που επέζησε από όλα, εκτός ίσως από τις συνέπειες των επιλογών του
Η ιστορία του Benjamin Netanyahu δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Θα ήταν πρόωρο να προεξοφληθεί ο οριστικός πολιτικός του θάνατος.
Έχει επιστρέψει πολλές φορές εκεί όπου οι αντίπαλοί του θεωρούσαν ότι είχε τελειώσει. Διατηρεί ισχυρή εκλογική βάση, ένα μεγάλο κόμμα και σημαντική επιρροή στο ισραηλινό κράτος.



Αλλά αυτή τη φορά τα δεδομένα είναι διαφορετικά.
Δεν αντιμετωπίζει απλώς έναν νέο πολιτικό αντίπαλο.
Αντιμετωπίζει μια ιστορική αποτυχία ασφαλείας που παραμένει ανεξιχνίαστη σε κρίσιμες πτυχές της, μια κοινωνία βαθιά διχασμένη, εκκρεμείς κατηγορίες διαφθοράς και μια κοινοβουλευτική αριθμητική που δεν υπακούει πλέον στη θέλησή του.
Ο πολιτικός που πίστευε ότι μπορούσε να ελέγχει επ' αόριστον τις κρίσεις ανακαλύπτει ότι ορισμένες κρίσεις δεν μπορούν να περιοριστούν με επικοινωνιακούς χειρισμούς, στρατιωτικές επιχειρήσεις ή κοινοβουλευτικές συμφωνίες.
Η 7η Οκτωβρίου κατέστρεψε τον μύθο της απόλυτης ασφάλειας.
Οι υποθέσεις διαφθοράς διαβρώνουν την εικόνα της προσωπικής αξιοπιστίας.
Και οι εκλογές του Οκτωβρίου 2026 αμφισβήτησαν πλέον την ίδια την πολιτική του παντοδυναμία.
Ο Netanyahu μπορεί να παραμένει ακόμη στην εξουσία.
Αλλά η εποχή κατά την οποία φαινόταν ότι η εξουσία τού ανήκε δικαιωματικά έχει τελειώσει.
Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστικότερη ήττα του.
www.bankingnews.gr
Και υπάρχουν εκείνοι που, πριν ακόμη εγκαταλείψουν το κυβερνητικό τους γραφείο, έχουν χάσει κάτι πολύ σημαντικότερο: τον μύθο πάνω στον οποίο οικοδόμησαν ολόκληρη την πολιτική τους κυριαρχία.
Ο Benjamin Netanyahu βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την τρίτη και πιο επικίνδυνη εκδοχή.
Ο άνθρωπος που επί σχεδόν δύο δεκαετίες κυριάρχησε στην ισραηλινή πολιτική σκηνή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως αναντικατάστατο εγγυητή της εθνικής ασφάλειας, βλέπει σήμερα το οικοδόμημά του να κλονίζεται από δύο κρίσεις που συγκλίνουν: την ιστορική αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τις υποθέσεις διαφθοράς που εξακολουθούν να τον πλήττουν το κύρος του.
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 δεν επέφεραν τον οριστικό πολιτικό του αφανισμό.
Κατέγραψαν, όμως, την απώλεια της δυνατότητάς του να επιβάλλει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού.
Το Likud παρέμεινε το μεγαλύτερο κόμμα, με 27 έδρες.
Ωστόσο, ο συνασπισμός του Netanyahu περιορίστηκε στις 53 από τις 120 έδρες της Knesset, οκτώ λιγότερες από την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61.
Η πολιτική ανατροπή έγινε ακόμη πιο εμφανής στις 7 και 8 Νοεμβρίου, όταν ο πρόεδρος Isaac Herzog επέλεξε τον πρώην αρχηγό του στρατού Gadi Eisenkot, και όχι τον Netanyahu, για να επιχειρήσει πρώτος τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα.
Ο Netanyahu μπορεί να διατηρεί ακόμη τον τίτλο του πρωθυπουργού και τη δυνατότητα πολιτικών ελιγμών.
Δεν είναι, όμως, πλέον ο αυτονόητος εντολοδόχος της εξουσίας.
Η 7η Οκτωβρίου κατέρριψε τον μύθο της ασφάλειας
Η πολιτική κυριαρχία του Netanyahu στηρίχθηκε σε μία βασική υπόσχεση: ότι μόνο ο ίδιος μπορούσε να προστατεύσει αποτελεσματικά το Ισραήλ απέναντι στις απειλές της περιοχής.
Αυτό το αφήγημα δέχθηκε συντριπτικό πλήγμα στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Η πολύνεκρη επίθεση της Hamas κατά ισραηλινών κοινοτήτων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, με τις δολοφονίες αμάχων και την αρπαγή ομήρων, αποκάλυψε την αποτυχία των μηχανισμών πληροφοριών, της στρατιωτικής ετοιμότητας και της πολιτικής ηγεσίας.
Το πλήγμα δεν ήταν απλώς επιχειρησιακό. Ήταν βαθιά πολιτικό.
Ο πρωθυπουργός που είχε ταυτίσει το όνομά του με την ασφάλεια βρέθηκε επικεφαλής του κράτους τη στιγμή της μεγαλύτερης αποτυχίας αυτού ακριβώς του συστήματος.
Η στρατιωτική απάντηση στη Γάζα, οι καταστροφικές συνέπειες για τον παλαιστινιακό άμαχο πληθυσμό, η διεύρυνση των περιφερειακών συγκρούσεων και η παρατεταμένη κατάσταση πολέμου δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν το αρχικό ερώτημα: πώς μπόρεσε να συμβεί η 7η Οκτωβρίου έπειτα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης Netanyahu;
Αυτό το ερώτημα μετατράπηκε σταδιακά από αντικείμενο δημόσιας συζήτησης σε καθοριστικό παράγοντα πολιτικής φθοράς.
Και το σημαντικότερο, δεν έχει ακόμη απαντηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί την απαίτηση για ανεξάρτητη λογοδοσία.
Οι αποκαλύψεις που επιστρέφουν ως πολιτικός εφιάλτης
Τις εβδομάδες πριν από τις εκλογές, μαρτυρίες πρώην στελεχών και δημοσιεύματα ισραηλινών μέσων επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των προειδοποιήσεων που είχαν φτάσει στις υπηρεσίες ασφαλείας και στην πολιτική ηγεσία πριν από την επίθεση.
Ιδιαίτερα σοβαρές υπήρξαν οι καταγγελίες για ενδεχόμενη αλλοίωση της επίσημης καταγραφής τηλεφωνικής επικοινωνίας το πρωί της 7ης Οκτωβρίου.
Η υπόθεση αφορά φερόμενη μετατόπιση της ώρας μιας συνομιλίας από τις 6:40 στις 6:29, δηλαδή κατά έντεκα λεπτά, και βρίσκεται υπό δικαστική αξιολόγηση, χωρίς να έχει υπάρξει οριστική κρίση περί ενοχής.
Παράλληλα, δημοσιογραφικές έρευνες έχουν καταγράψει σοβαρές διαφωνίες για το περιεχόμενο και την παρουσίαση προειδοποιήσεων που είχαν προηγηθεί της επίθεσης.
Ο Netanyahu αρνείται ότι είχε λάβει συγκεκριμένη προειδοποίηση για το επικείμενο χτύπημα και μεταθέτει σημαντικό μέρος της ευθύνης προς τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας.
Η πολιτική ουσία είναι ότι η 7η Οκτωβρίου δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα τραύμα του παρελθόντος.
Παραμένει ανοικτός λογαριασμός για την εξουσία.
Τρία χρόνια μετά, η αντιπαράθεση για τη συγκρότηση ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής εξακολουθεί να αποτελεί σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης.
Η διαφθορά ως δεύτερο μέτωπο φθοράς
Η 7η Οκτωβρίου δεν βρήκε τον Netanyahu πολιτικά αλώβητο.
Εδώ και χρόνια, ο Ισραηλινός ηγέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με τρεις ποινικές υποθέσεις, γνωστές ως Cases 1000, 2000 και 4000.
Οι κατηγορίες αφορούν απάτη και απιστία, καθώς και δωροληψία στην υπόθεση 4000.
Ο ίδιος απορρίπτει όλες τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντας τη δίωξή του πολιτικά υποκινούμενη. Δεν έχει καταδικαστεί.
Η διαδικασία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πολιτικό βάρος, ακόμη κι αν η έκβασή της παραμένει ανοιχτή.
Στις 5 Νοεμβρίου, μόλις τρεις ημέρες πριν από τη σημερινή ημερομηνία, έγινε γνωστό ότι οι δικαστές εξετάζουν το ενδεχόμενο να καλέσουν τη γενική εισαγγελέα Gali Baharav-Miara, μετά την αμφισβήτηση από την υπεράσπιση του τρόπου με τον οποίο εγκρίθηκαν συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες.
Η εξέλιξη καταδεικνύει ότι η δικαστική αντιπαράθεση συνεχίζεται και ότι η ενοχή του Netanyahu δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.
Όμως η πολιτική ζημιά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μια μελλοντική καταδικαστική απόφαση.
Για έναν ηγέτη που οικοδόμησε την εικόνα του ισχυρού και αναντικατάστατου κυβερνήτη, η διαρκής παρουσία στο εδώλιο, η σύγκρουση με δικαστικούς θεσμούς και η προσπάθεια διατήρησης μιας εξαιρετικά ετερόκλητης συμμαχίας δημιουργούν μια μόνιμη κατάσταση πολιτικής πολιορκίας.
Η διαφθορά, ως εκκρεμής ποινική υπόθεση και ως ζήτημα δημόσιας εμπιστοσύνης, λειτουργεί αθροιστικά με την κρίση της 7ης Οκτωβρίου.
Η πρώτη πλήττει την εικόνα της πολιτικής ακεραιότητας.
Η δεύτερη πλήττει την εικόνα της στρατηγικής ικανότητας.
Και οι δύο αμφισβητούν τον ίδιο πυρήνα του αφηγήματος Netanyahu: ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να κυβερνήσει το Ισραήλ.
Από τον θρίαμβο του 2022 στην πολιτική απομόνωση
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι αποκαλυπτική.
Τον Νοέμβριο του 2022, ο Netanyahu επέστρεφε θριαμβευτικά στην εξουσία, με μια δεξιά και υπερορθόδοξη κοινοβουλευτική πλειοψηφία 64 εδρών.
Είχε προηγηθεί μια τετραετία ακραίας πολιτικής αστάθειας, με πέντε εκλογικές αναμετρήσεις.
Τότε φαινόταν ότι είχε πετύχει το ακατόρθωτο: να επιβιώσει πολιτικά από όλους τους αντιπάλους του, να επανενώσει τη δεξιά και να εξασφαλίσει μια νέα περίοδο κυριαρχίας.
Η 7η Οκτωβρίου ανέτρεψε αυτή την προοπτική.
Ο πόλεμος αρχικά του επέτρεψε να μετατοπίσει την πολιτική συζήτηση από τη διαφθορά και τις θεσμικές συγκρούσεις στην εθνική ασφάλεια. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης διευκόλυνε την πολιτική του επιβίωση, ακόμη και όταν η κοινωνική οργή μεγάλωνε.
Ωστόσο, η στρατηγική της διαρκούς συσπείρωσης γύρω από τον πόλεμο άρχισε να εμφανίζει τα όριά της.
Τώρα, η συμμαχία που έφτασε να διαθέτει 68 έδρες στην απερχόμενη Knesset περιορίζεται στις 53.
Πρόκειται για απώλεια 15 εδρών, η οποία μεταβάλλει ριζικά τις δυνατότητες του Netanyahu να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η εκλογική κάλπη δεν εξαφάνισε τη δεξιά ούτε έθεσε τέλος στην ισχύ του Likud.
Αφαίρεσε όμως από τον Netanyahu το σημαντικότερο πολιτικό του όπλο: τη βεβαιότητα ότι, όποιες κι αν είναι οι κρίσεις, στο τέλος εκείνος θα έχει την πλειοψηφία.
Η τελευταία πράξη: Αμφισβήτηση ακόμη και της εκλογικής ετυμηγορίας
Η αντίδρασή του στο εκλογικό αποτέλεσμα είναι χαρακτηριστική της νέας φάσης.
Ο Netanyahu και στελέχη του Likud προέβαλαν ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην ψήφο των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Όμως, στις 4 Νοεμβρίου, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή επικύρωσε τα αποτελέσματα, δηλώνοντας ότι δεν είχε εντοπίσει παρατυπίες ικανές να επηρεάσουν την εκλογική έκβαση.
Ο πρόεδρος Isaac Herzog αποδέχθηκε το αποτέλεσμα ως νομικά δεσμευτικό.
Το γεγονός αυτό προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην πολιτική κρίση.
Ο ηγέτης που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως ο απόλυτος γνώστης των κοινοβουλευτικών συσχετισμών βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με μια νέα πραγματικότητα, την οποία δυσκολεύεται να ελέγξει.
Η εντολή στον Gadi Eisenkot δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα προκύψει νέα κυβέρνηση.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα κόμματα που τον στηρίζουν παραμένουν μεγάλες, ιδίως όσον αφορά τη συμμετοχή ή την κοινοβουλευτική στήριξη των αραβικών κομμάτων και τις εξαιρέσεις από τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων.
Αν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, ο Netanyahu μπορεί να αποκτήσει νέα ευκαιρία ή το Ισραήλ να οδηγηθεί και πάλι σε εκλογές.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη σημασία της στιγμής.
Για πρώτη φορά μετά την πολυετή προσπάθειά του να εμφανίζεται ως ο αναντικατάστατος κυβερνήτης, η πολιτική του επιβίωση εξαρτάται περισσότερο από την αποτυχία των αντιπάλων του παρά από τη δύναμη της δικής του πλειοψηφίας.
Το τέλος ενός πολιτικού μοντέλου
Η κρίση του Netanyahu υπερβαίνει το προσωπικό του μέλλον.
Αποτυπώνει τα όρια ενός πολιτικού μοντέλου που στηρίχθηκε στην προσωποποίηση της εξουσίας, στη διαρκή επίκληση εξωτερικών απειλών, στον φόβο και στην εξάρτηση από ολοένα πιο ακραίους κυβερνητικούς συμμάχους.
Ο Netanyahu υπήρξε εξαιρετικά ικανός στην κοινοβουλευτική τακτική.
Μπόρεσε να διασπάσει αντιπάλους, να ανασυνθέσει συμμαχίες και να μετατρέψει διαδοχικές κρίσεις σε ευκαιρίες πολιτικής επιβίωσης.
Αλλά η 7η Οκτωβρίου ανέδειξε την απόσταση ανάμεσα στην ικανότητα διατήρησης της εξουσίας και στην ικανότητα αποτροπής μιας στρατηγικής καταστροφής.
Η δικαστική περιπέτεια, από την άλλη, ανέδειξε το τίμημα της ταύτισης ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος με την προσωπική τύχη του ηγέτη του.
Το Ισραήλ δεν έχει απεγκλωβιστεί από τις αντιφάσεις που δημιούργησαν οι πολιτικές αυτής της περιόδου.
Η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών, το μέλλον της Gaza, η ενίσχυση της ακροδεξιάς, οι σχέσεις κράτους και θρησκείας και η εσωτερική θεσμική σύγκρουση θα εξακολουθήσουν να καθορίζουν την πολιτική σκηνή, είτε ο Netanyahu παραμείνει είτε αποχωρήσει.
Γι' αυτό και το τέλος της πολιτικής κυριαρχίας ενός προσώπου δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με τέλος της πολιτικής που εκπροσώπησε.
Ο άνθρωπος που επέζησε από όλα, εκτός ίσως από τις συνέπειες των επιλογών του
Η ιστορία του Benjamin Netanyahu δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Θα ήταν πρόωρο να προεξοφληθεί ο οριστικός πολιτικός του θάνατος.
Έχει επιστρέψει πολλές φορές εκεί όπου οι αντίπαλοί του θεωρούσαν ότι είχε τελειώσει. Διατηρεί ισχυρή εκλογική βάση, ένα μεγάλο κόμμα και σημαντική επιρροή στο ισραηλινό κράτος.


Αλλά αυτή τη φορά τα δεδομένα είναι διαφορετικά.
Δεν αντιμετωπίζει απλώς έναν νέο πολιτικό αντίπαλο.
Αντιμετωπίζει μια ιστορική αποτυχία ασφαλείας που παραμένει ανεξιχνίαστη σε κρίσιμες πτυχές της, μια κοινωνία βαθιά διχασμένη, εκκρεμείς κατηγορίες διαφθοράς και μια κοινοβουλευτική αριθμητική που δεν υπακούει πλέον στη θέλησή του.
Ο πολιτικός που πίστευε ότι μπορούσε να ελέγχει επ' αόριστον τις κρίσεις ανακαλύπτει ότι ορισμένες κρίσεις δεν μπορούν να περιοριστούν με επικοινωνιακούς χειρισμούς, στρατιωτικές επιχειρήσεις ή κοινοβουλευτικές συμφωνίες.
Η 7η Οκτωβρίου κατέστρεψε τον μύθο της απόλυτης ασφάλειας.
Οι υποθέσεις διαφθοράς διαβρώνουν την εικόνα της προσωπικής αξιοπιστίας.
Και οι εκλογές του Οκτωβρίου 2026 αμφισβήτησαν πλέον την ίδια την πολιτική του παντοδυναμία.
Ο Netanyahu μπορεί να παραμένει ακόμη στην εξουσία.
Αλλά η εποχή κατά την οποία φαινόταν ότι η εξουσία τού ανήκε δικαιωματικά έχει τελειώσει.
Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστικότερη ήττα του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών