Ο στασιμοπληθωρισμός-τέρας του 1970 επιστρέφει για να ισοπεδώσει ομόλογα και μετοχές
Σε έναν κόσμο που εθελοτυφλεί μπροστά στις γεωπολιτικές αναταράξεις, ο Nouriel Roubini κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το Hormuz και το «όπλο» του πετρελαίου που ιστορικά ισοπέδωσε αυτοκρατορίες.
Ενώ η Wall Street ζει στον αστερισμό της ψευδαίσθησης της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι ακραίοι κίνδυνοι συσσωρεύονται απειλητικά.
Η παγκόσμια οικονομία ακροβατεί πλέον σε τεντωμένο σχοινί, έτοιμη να βυθιστεί σε έναν εφιαλτικό στασιμοπληθωριστικό σύμπαν.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Roubini, ο Περσικός Κόλπος τελεί σε ασταθή ανισορροπία.
Δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένουν πολύ μακριά σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις τους, με τους Ιρανούς να διαθέτουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ τον ερχόμενο Νοέμβριο.
Ελλείψει ολοκληρωμένης συμφωνίας, η επανέναρξη των εχθροπραξιών ήταν εξαιρετικά πιθανή, όπως αντανακλάται στον αυξανόμενο κίνδυνο επιστροφής σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές μετοχών κινούνται ανοδικά λόγω της ελπίδας ότι μια εκεχειρία θα οδηγούσε σε πλήρη συμφωνία.
Επίσης, ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος, όσον αφορά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, υπήρξε σχετικά μέτριος.
Παρότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαταραχή που έχει καταγραφεί ποτέ στις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 είχαν μεγαλύτερες επιπτώσεις.
Η στρατηγική του Ιράν εξακολουθεί να βασίζεται στη χρήση του πετρελαίου ως όπλου, μια πρακτική με μακρά ιστορία.
Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Γερμανία έχασε εν μέρει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή ένας ναυτικός αποκλεισμός των Συμμάχων της στέρησε το πετρέλαιο.
Αντίστοιχα, η Αυτοκρατορική Ιαπωνία πήρε τη μοιραία απόφαση να επιτεθεί στον αμερικανικό στόλο στο Pearl Harbor, επειδή η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούσβελτ είχε επιβάλει εμπάργκο πετρελαίου εναντίον της λόγω της εισβολής της στην Κίνα.
Ο Στάλιν, αργότερα, θα υποστήριζε ότι οι Ναζί έχασαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή οι Σοβιετικοί εμπόδισαν τις δυνάμεις του Άξονα να καταλάβουν τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Καυκάσου.
Μετά τον πόλεμο, η Κρίση του Σουέζ το 1956 διατάραξε τις αποστολές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, όταν η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ ξεκίνησαν επιχείρηση για την κατάληψη της Διώρυγας του Σουέζ μετά την εθνικοποίησή της από την Αίγυπτο.
(Τελικά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν υπό την πίεση των ΗΠΑ, οι οποίες επικεντρώνονταν στην αποτροπή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να εμπλέξει τους Σοβιετικούς.)
Μια δεκαετία αργότερα, η αφορμή για τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και διαφόρων αραβικών κρατών ήταν η προσπάθεια της Αιγύπτου να εμποδίσει τις αποστολές ιρανικού πετρελαίου προς το Ισραήλ μέσω των Στενών του Tiran.
Σοβαρές επιπτώσεις
Σύμφωνα με τον Roubini, οι γεωπολιτικές αναταράξεις της δεκαετίας του 1970 οδήγησαν σε μια χαμένη δεκαετία στασιμοπληθωρισμού (αρκετές υφέσεις και υψηλό πληθωρισμό), αδύναμες χρηματιστηριακές αγορές και διψήφιες αποδόσεις στα ομόλογα.
Οι επιπτώσεις ήταν τόσο σοβαρές, που η δεκαετία του 1970 παρέμεινε βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μας μνήμη.
«Ωστόσο, όπως και ο φετινός πόλεμος, μεταγενέστερες πολιτικά υποκινούμενες πετρελαϊκές κρίσεις, μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990, το πετρελαϊκό σοκ του 2000–01, την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και τον περυσινό πόλεμο 12 ημερών εναντίον του Ιράν, είχαν πολύ ηπιότερες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτό» σημειώνει ο οικονομολόγος και προσθέτει:
«Κατ’ αρχάς, μετά τη δεκαετία του 1970, οι παραγωγοί του ΟΠΕΚ συνειδητοποίησαν ότι η χρήση του πετρελαίου ως όπλου μπορεί να είναι αντιπαραγωγική.
Ένα πετρελαϊκό σοκ αρκετά μεγάλο ώστε να προκαλέσει παγκόσμιο στασιμοπληθωρισμό θα οδηγήσει τελικά σε κατάρρευση της ζήτησης για πετρέλαιο και των τιμών του, όπως συνέβη το 1981–82.
Έτσι, ορισμένοι υπεύθυνοι παράγοντες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου, αυξάνουν την προσφορά όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις προκαλούν απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου.
Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, τα κέρδη στην ενεργειακή αποδοτικότητα τείνουν να μειώνουν το μερίδιο του εισαγόμενου πετρελαίου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και την κατανάλωση.
Παράλληλα, η ισχύς του ΟΠΕΚ έχει μειωθεί, καθώς τα μέλη του έχουν θέσει τα δικά τους συμφέροντα πάνω από την ανάγκη να κινούνται συντονισμένα (με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να αποτελούν τον πιο πρόσφατο αποστάτη), ενώ νέες πηγές προσφοράς έχουν εισέλθει στην αγορά, κυρίως στις ΗΠΑ μετά την επανάσταση της σχιστολιθικής ενέργειας».
Μετά τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970, οι μεγάλοι καταναλωτές πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Κίνας και της Ιαπωνίας, δημιούργησαν επίσης στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία μπορούν να απελευθερώνονται όταν οι τιμές εκτοξεύονται (αποτελώντας σημαντική πηγή ανθεκτικότητας φέτος).
Παράλληλα, οι εναλλακτικές λύσεις έναντι του πετρελαίου —το φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι νέοι, ασφαλέστεροι αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (με την ενέργεια από σύντηξη να ενδέχεται να καταστεί διαθέσιμη την επόμενη δεκαετία)— έχουν αποκτήσει δυναμική και μερίδιο αγοράς.
Το μέλλον
Σύμφωνα με τον Roubini, κοιτάζοντας προς το μέλλον, ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής ζήτησης (μέσω των ηλεκτρικών οχημάτων και των μπαταριών) θα καλύπτεται από ηλεκτρική ενέργεια που μπορεί να παράγεται χωρίς τη χρήση πετρελαίου.
Ταυτόχρονα, η συνήθης μακροοικονομική αντίδραση πολιτικής (τόσο η δημοσιονομική όσο και η νομισματική) απέναντι στα πετρελαϊκά σοκ έχει βελτιωθεί, γεγονός που έχει συμβάλει στην αποτροπή μιας αποδέσμευσης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1970.
Και εν μέρει ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, τα πετρελαϊκά σοκ έχουν καταστεί λιγότερο επίμονα και μικρότερης διάρκειας σε σχέση με εκείνα της δεκαετίας του 1970, τα οποία διήρκεσαν περίπου μία δεκαετία.
Το πετρελαϊκό σοκ του 1990-91 διήρκεσε εννέα μήνες, εκείνο του 2000-01 ήταν ακόμη συντομότερο, ενώ το σοκ που ακολούθησε τον περυσινό πόλεμο των 12 ημερών διήρκεσε μόλις λίγες εβδομάδες.
Τέλος, και το σημαντικότερο, σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους κατά τις οποίες οι μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές τάσεις κυριαρχούνταν από ένα πετρελαϊκό σοκ που εξελισσόταν σε αρνητικό σοκ συνολικής προσφοράς, η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από ένα διαρθρωτικό θετικό σοκ συνολικής προσφοράς με τη μορφή της επενδυτικής έκρηξης στην τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Οι ευνοϊκοί άνεμοι από τον τεχνολογικό κλάδο ενισχύουν την ανάπτυξη και περιορίζουν τον πληθωρισμό σε πολλές χώρες και περιοχές, γεγονός που εξηγεί γιατί οι αμερικανικές μετοχές έφτασαν σε νέα υψηλά ακόμη και όταν η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι αυτή την άνοιξη.
Παρότι έκτοτε σημειώθηκε διόρθωση μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών, αυτή παρέμεινε περιορισμένη.
Βεβαίως, εάν οι τελευταίες συγκρούσεις οδηγήσουν σε πλήρη κλιμάκωση των εχθροπραξιών, οι οικονομικές συνέπειες και οι επιπτώσεις στις αγορές θα μπορούσαν να είναι σοβαρότερες, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση θα αύξανε τον κίνδυνο μιας πραγματικά στασιμοπληθωριστικής εξέλιξης.
Αυτό δεν αποτελεί το βασικό σενάριο• ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι οι ακραίοι κίνδυνοι (tail risks) είναι μεγαλύτεροι από όσο αποτιμούν σήμερα οι χρηματοπιστωτικές αγορές, καταλήγει ο οικονομολόγος.
www.bankingnews.gr
Ενώ η Wall Street ζει στον αστερισμό της ψευδαίσθησης της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι ακραίοι κίνδυνοι συσσωρεύονται απειλητικά.
Η παγκόσμια οικονομία ακροβατεί πλέον σε τεντωμένο σχοινί, έτοιμη να βυθιστεί σε έναν εφιαλτικό στασιμοπληθωριστικό σύμπαν.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Roubini, ο Περσικός Κόλπος τελεί σε ασταθή ανισορροπία.
Δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένουν πολύ μακριά σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις τους, με τους Ιρανούς να διαθέτουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ τον ερχόμενο Νοέμβριο.
Ελλείψει ολοκληρωμένης συμφωνίας, η επανέναρξη των εχθροπραξιών ήταν εξαιρετικά πιθανή, όπως αντανακλάται στον αυξανόμενο κίνδυνο επιστροφής σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές μετοχών κινούνται ανοδικά λόγω της ελπίδας ότι μια εκεχειρία θα οδηγούσε σε πλήρη συμφωνία.
Επίσης, ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος, όσον αφορά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, υπήρξε σχετικά μέτριος.
Παρότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαταραχή που έχει καταγραφεί ποτέ στις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 είχαν μεγαλύτερες επιπτώσεις.
Η στρατηγική του Ιράν εξακολουθεί να βασίζεται στη χρήση του πετρελαίου ως όπλου, μια πρακτική με μακρά ιστορία.
Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Γερμανία έχασε εν μέρει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή ένας ναυτικός αποκλεισμός των Συμμάχων της στέρησε το πετρέλαιο.
Αντίστοιχα, η Αυτοκρατορική Ιαπωνία πήρε τη μοιραία απόφαση να επιτεθεί στον αμερικανικό στόλο στο Pearl Harbor, επειδή η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούσβελτ είχε επιβάλει εμπάργκο πετρελαίου εναντίον της λόγω της εισβολής της στην Κίνα.
Ο Στάλιν, αργότερα, θα υποστήριζε ότι οι Ναζί έχασαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή οι Σοβιετικοί εμπόδισαν τις δυνάμεις του Άξονα να καταλάβουν τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Καυκάσου.
Μετά τον πόλεμο, η Κρίση του Σουέζ το 1956 διατάραξε τις αποστολές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, όταν η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ ξεκίνησαν επιχείρηση για την κατάληψη της Διώρυγας του Σουέζ μετά την εθνικοποίησή της από την Αίγυπτο.
(Τελικά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν υπό την πίεση των ΗΠΑ, οι οποίες επικεντρώνονταν στην αποτροπή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να εμπλέξει τους Σοβιετικούς.)
Μια δεκαετία αργότερα, η αφορμή για τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και διαφόρων αραβικών κρατών ήταν η προσπάθεια της Αιγύπτου να εμποδίσει τις αποστολές ιρανικού πετρελαίου προς το Ισραήλ μέσω των Στενών του Tiran.
Σοβαρές επιπτώσεις
Σύμφωνα με τον Roubini, οι γεωπολιτικές αναταράξεις της δεκαετίας του 1970 οδήγησαν σε μια χαμένη δεκαετία στασιμοπληθωρισμού (αρκετές υφέσεις και υψηλό πληθωρισμό), αδύναμες χρηματιστηριακές αγορές και διψήφιες αποδόσεις στα ομόλογα.
Οι επιπτώσεις ήταν τόσο σοβαρές, που η δεκαετία του 1970 παρέμεινε βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μας μνήμη.
«Ωστόσο, όπως και ο φετινός πόλεμος, μεταγενέστερες πολιτικά υποκινούμενες πετρελαϊκές κρίσεις, μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990, το πετρελαϊκό σοκ του 2000–01, την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και τον περυσινό πόλεμο 12 ημερών εναντίον του Ιράν, είχαν πολύ ηπιότερες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτό» σημειώνει ο οικονομολόγος και προσθέτει:
«Κατ’ αρχάς, μετά τη δεκαετία του 1970, οι παραγωγοί του ΟΠΕΚ συνειδητοποίησαν ότι η χρήση του πετρελαίου ως όπλου μπορεί να είναι αντιπαραγωγική.
Ένα πετρελαϊκό σοκ αρκετά μεγάλο ώστε να προκαλέσει παγκόσμιο στασιμοπληθωρισμό θα οδηγήσει τελικά σε κατάρρευση της ζήτησης για πετρέλαιο και των τιμών του, όπως συνέβη το 1981–82.
Έτσι, ορισμένοι υπεύθυνοι παράγοντες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου, αυξάνουν την προσφορά όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις προκαλούν απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου.
Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, τα κέρδη στην ενεργειακή αποδοτικότητα τείνουν να μειώνουν το μερίδιο του εισαγόμενου πετρελαίου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και την κατανάλωση.
Παράλληλα, η ισχύς του ΟΠΕΚ έχει μειωθεί, καθώς τα μέλη του έχουν θέσει τα δικά τους συμφέροντα πάνω από την ανάγκη να κινούνται συντονισμένα (με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να αποτελούν τον πιο πρόσφατο αποστάτη), ενώ νέες πηγές προσφοράς έχουν εισέλθει στην αγορά, κυρίως στις ΗΠΑ μετά την επανάσταση της σχιστολιθικής ενέργειας».
Μετά τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970, οι μεγάλοι καταναλωτές πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Κίνας και της Ιαπωνίας, δημιούργησαν επίσης στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία μπορούν να απελευθερώνονται όταν οι τιμές εκτοξεύονται (αποτελώντας σημαντική πηγή ανθεκτικότητας φέτος).
Παράλληλα, οι εναλλακτικές λύσεις έναντι του πετρελαίου —το φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι νέοι, ασφαλέστεροι αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (με την ενέργεια από σύντηξη να ενδέχεται να καταστεί διαθέσιμη την επόμενη δεκαετία)— έχουν αποκτήσει δυναμική και μερίδιο αγοράς.
Το μέλλον
Σύμφωνα με τον Roubini, κοιτάζοντας προς το μέλλον, ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής ζήτησης (μέσω των ηλεκτρικών οχημάτων και των μπαταριών) θα καλύπτεται από ηλεκτρική ενέργεια που μπορεί να παράγεται χωρίς τη χρήση πετρελαίου.
Ταυτόχρονα, η συνήθης μακροοικονομική αντίδραση πολιτικής (τόσο η δημοσιονομική όσο και η νομισματική) απέναντι στα πετρελαϊκά σοκ έχει βελτιωθεί, γεγονός που έχει συμβάλει στην αποτροπή μιας αποδέσμευσης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1970.
Και εν μέρει ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, τα πετρελαϊκά σοκ έχουν καταστεί λιγότερο επίμονα και μικρότερης διάρκειας σε σχέση με εκείνα της δεκαετίας του 1970, τα οποία διήρκεσαν περίπου μία δεκαετία.
Το πετρελαϊκό σοκ του 1990-91 διήρκεσε εννέα μήνες, εκείνο του 2000-01 ήταν ακόμη συντομότερο, ενώ το σοκ που ακολούθησε τον περυσινό πόλεμο των 12 ημερών διήρκεσε μόλις λίγες εβδομάδες.
Τέλος, και το σημαντικότερο, σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους κατά τις οποίες οι μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές τάσεις κυριαρχούνταν από ένα πετρελαϊκό σοκ που εξελισσόταν σε αρνητικό σοκ συνολικής προσφοράς, η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται από ένα διαρθρωτικό θετικό σοκ συνολικής προσφοράς με τη μορφή της επενδυτικής έκρηξης στην τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Οι ευνοϊκοί άνεμοι από τον τεχνολογικό κλάδο ενισχύουν την ανάπτυξη και περιορίζουν τον πληθωρισμό σε πολλές χώρες και περιοχές, γεγονός που εξηγεί γιατί οι αμερικανικές μετοχές έφτασαν σε νέα υψηλά ακόμη και όταν η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι αυτή την άνοιξη.
Παρότι έκτοτε σημειώθηκε διόρθωση μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών, αυτή παρέμεινε περιορισμένη.
Βεβαίως, εάν οι τελευταίες συγκρούσεις οδηγήσουν σε πλήρη κλιμάκωση των εχθροπραξιών, οι οικονομικές συνέπειες και οι επιπτώσεις στις αγορές θα μπορούσαν να είναι σοβαρότερες, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση θα αύξανε τον κίνδυνο μιας πραγματικά στασιμοπληθωριστικής εξέλιξης.
Αυτό δεν αποτελεί το βασικό σενάριο• ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι οι ακραίοι κίνδυνοι (tail risks) είναι μεγαλύτεροι από όσο αποτιμούν σήμερα οι χρηματοπιστωτικές αγορές, καταλήγει ο οικονομολόγος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών