Το αιματηρό πλήγμα στην καρδιά της Σαουδικής Αραβίας, τα στρατηγικά διλήμματα του Mohammed bin Salman και ο κίνδυνος μιας νέας ανεξέλεγκτης ανάφλεξης στην Ερυθρά Θάλασσα - Γιατί η στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει τη νίκη και πώς η Υεμένη μπορεί να εξελιχθεί σε ακόμη μία παγίδα για τις Ηνωμένες Πολιτείες
Η πυραυλική επίθεση των Houthis στο διεθνές αεροδρόμιο King Khalid του Ριάντ, στις 10 Οκτωβρίου, με 13 νεκρούς, ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο μια πραγματικότητα που η ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας προσπαθεί επί χρόνια να ανατρέψει: η τεράστια στρατιωτική υπεροχή του βασιλείου δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την ασφάλειά του απέναντι σε έναν αντίπαλο με σαφώς μικρότερους πόρους, αλλά αξιοσημείωτη επιχειρησιακή αντοχή.
Οι εκατέρωθεν επιθέσεις σε αεροδρόμια, που συνεχίστηκαν την επόμενη ημέρα, με πρόσθετες ανθρώπινες απώλειες, έφεραν τον πόλεμο της Υεμένης στο εσωτερικό της σαουδαραβικής επικράτειας.
Το μήνυμα των Houthis ήταν σαφές: η συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής του Ριάντ θα συνοδεύεται από άμεσο κόστος για τις κρίσιμες υποδομές και την οικονομία του.
Ο πρίγκιπας διάδοχος Mohammed bin Salman βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Μπορεί να κλιμακώσει τις επιχειρήσεις, διακινδυνεύοντας έναν νέο ολοκληρωτικό πόλεμο.
Μπορεί να επιλέξει αυτοσυγκράτηση, με τον κίνδυνο αυτή να εκληφθεί ως αδυναμία.
Ή μπορεί να επιδιώξει την αποδέσμευση της Σαουδικής Αραβίας από τη σύγκρουση της Υεμένης, χωρίς καμία εγγύηση ότι οι επιθέσεις θα σταματήσουν.
Και οι τρεις επιλογές έχουν σοβαρό τίμημα.
Η πρόσφατη κλιμάκωση συνδέεται με τις επιχειρήσεις δυνάμεων της Υεμένης που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, με στόχο την ανατροπή εδαφικών κερδών των Houthis και τη διασφάλιση της πρόσβασης στην Ερυθρά Θάλασσα.
Οι Houthis παρουσιάζουν τα πλήγματά τους ως απάντηση στις σαουδαραβικές επιθέσεις εναντίον της Σαναά και άλλων περιοχών υπό τον έλεγχό τους.
Στις 5 Οκτωβρίου ανακοίνωσαν επιχειρήσεις εναντίον αεροδρομίων, διυλιστηρίου και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ενώ ο συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία απάντησε ανακοινώνοντας πλήγματα σε δεκάδες στόχους.
Πέρα από τις αντικρουόμενες ανακοινώσεις, το στρατηγικό πρόβλημα είναι αδιαμφισβήτητο.
Η Σαουδική Αραβία πρέπει να προστατεύει ταυτόχρονα αεροδρόμια, λιμάνια, διυλιστήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, αστικά κέντρα και στρατιωτικές βάσεις.
Οι Houthis, αντίθετα, χρειάζεται να διαπεράσουν περιστασιακά αυτή την πολυεπίπεδη άμυνα για να προκαλέσουν δυσανάλογες οικονομικές και ψυχολογικές συνέπειες.
Ένα σχετικά περιορισμένο πυραυλικό πλήγμα μπορεί να προκαλέσει αναστολή αεροπορικών πτήσεων, αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και ανησυχία στους ξένους επενδυτές.
Αυτό ακριβώς συνιστά το παράδοξο της σύγκρουσης: το Ριάντ διαθέτει τα μέσα να προκαλέσει τεράστια καταστροφή στην Υεμένη, αλλά δεν διαθέτει την απόλυτη δυνατότητα να αποτρέψει την καταστροφή στο δικό του έδαφος.

Ο πειρασμός της εκδίκησης και η παγίδα του 2015
Η πρώτη επιλογή του Mohammed bin Salman είναι μια εκτεταμένη στρατιωτική απάντηση.
Συστηματικοί βομβαρδισμοί εκτοξευτών πυραύλων, αποθηκών οπλισμού, κέντρων διοίκησης και διαδρομών ανεφοδιασμού θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Houthis.
Παράλληλα, η υποστήριξη χερσαίων επιχειρήσεων από συμμαχικές δυνάμεις της Υεμένης θα μπορούσε να αποσπάσει κρίσιμα εδάφη.
Όμως εδώ ανακύπτει το ερώτημα που στοιχειώνει τη σαουδαραβική στρατηγική από το 2015: γιατί μια νέα εκστρατεία θα πετύχει εκεί όπου απέτυχε η προηγούμενη;
Η στρατιωτική επέμβαση που ξεκίνησε τότε δεν κατάφερε να εκδιώξει τους Houthis από τη Σαναά ούτε να εγκαθιδρύσει μια σταθερή, φιλική προς το Ριάντ κυβέρνηση.
Η αεροπορική υπεροχή δεν αρκεί για τον έλεγχο ορεινών περιοχών, την εξουδετέρωση αποκεντρωμένων ενόπλων δικτύων ή την επίλυση των εσωτερικών αντιθέσεων μεταξύ των παρατάξεων της Υεμένης.
Αντιθέτως, μια νέα μεγάλης κλίμακας επιχείρηση θα μπορούσε να ενισχύσει πολιτικά τους Houthis, επιτρέποντάς τους να εμφανιστούν ως υπερασπιστές της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε ξένη επέμβαση.
Θα μπορούσε επίσης να αυξήσει την εξάρτησή τους από το Ιράν, δημιουργώντας πρόσθετα κίνητρα για την Τεχεράνη να διατηρήσει τη στρατιωτική τους ικανότητα.
Έτσι, μια επιχείρηση που θα αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της σαουδαραβικής αποτροπής ενδέχεται να καταλήξει να ενισχύσει τον αντίπαλο που επιδιώκει να αποδυναμώσει.

Το Vision 2030 υπό την απειλή των πυραύλων
Για τον Mohammed bin Salman, το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ το πεδίο των μαχών.
Το φιλόδοξο πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού Vision 2030 στηρίζεται στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, στη διαφοροποίηση της οικονομίας και στη δημιουργία της εικόνας ενός ασφαλούς, σύγχρονου περιφερειακού οικονομικού κέντρου.
Η επανάληψη επιθέσεων σε αεροδρόμια και ενεργειακές εγκαταστάσεις υπονομεύει ακριβώς αυτές τις προϋποθέσεις.
Οι επενδυτές δεν αξιολογούν μόνο την οικονομική δυναμική μιας χώρας.
Αξιολογούν επίσης τη σταθερότητα, την ασφάλεια των μεταφορών και την προβλεψιμότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα απορροφούσε τεράστιους οικονομικούς πόρους, ενώ ακόμη και περιορισμένες επιτυχίες των Houthis θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές αναταράξεις.
Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος για το Ριάντ θα ήταν να θυσιάσει το οικονομικό του μέλλον προκειμένου να αποκαταστήσει το στρατιωτικό του κύρος.

Η αυτοσυγκράτηση ως στρατηγική επιλογή
Η δεύτερη επιλογή είναι η ελεγχόμενη αποκλιμάκωση.
Αυτό δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των επιθέσεων.
Σημαίνει ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας, προστασία κρίσιμων υποδομών, βελτίωση της συλλογής πληροφοριών και περιορισμένες επιχειρήσεις εναντίον άμεσων απειλών.
Παράλληλα, το Ριάντ θα μπορούσε να αναστείλει την υποστήριξη επιθετικών επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αναδιαμόρφωση του εδαφικού συσχετισμού στην Υεμένη.
Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε περιθώρια για διαπραγματεύσεις μέσω του Ομάν και των Ηνωμένων Εθνών.
Η αυτοσυγκράτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να στηρίζεται σε μονομερείς προσδοκίες.
Απαιτεί αμοιβαίες δεσμεύσεις, μηχανισμούς επιτήρησης, παύση επιθέσεων κατά της ναυσιπλοΐας και σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβιάσεων.
Η πρόσβαση σε αεροδρόμια και λιμάνια, η ανταλλαγή κρατουμένων και οι οικονομικές ρυθμίσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα διαπραγμάτευσης, ενώ η ανθρωπιστική βοήθεια πρέπει να συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαφωνίες.
Κρίσιμη προϋπόθεση είναι επίσης η δυνατότητα της Σαουδικής Αραβίας να συγκρατεί τους συμμάχους της στην Υεμένη, ώστε να μη διαλύσουν μια εύθραυστη εκεχειρία.

Η αποχώρηση και ο φόβος της ήττας
Η τρίτη επιλογή είναι η σταδιακή αποδέσμευση από τον πόλεμο.
Η εμπειρία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που περιόρισαν νωρίτερα τη στρατιωτική τους εμπλοκή, δείχνει ότι η μείωση της άμεσης συμμετοχής είναι εφικτή, χωρίς όμως να συνεπάγεται πλήρη απεμπλοκή από τις εξελίξεις της Υεμένης.
Για το Ριάντ, μια διαπραγματευμένη αποχώρηση θα μπορούσε να περιορίσει τις αιτίες της σύγκρουσης και να επιτρέψει τη μεταφορά πόρων στην προστασία των συνόρων και στην οικονομική ανάπτυξη.
Δεν θα εξασφάλιζε, όμως, αυτομάτως την ειρήνη.
Οι Houthis θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την αποχώρηση ως νίκη και να διατηρήσουν τους πυραύλους και τα drones ως μέσα μελλοντικού εξαναγκασμού.
Οι φιλοσαουδαραβικές δυνάμεις ενδέχεται να αποδυναμώνονταν, δημιουργώντας νέα προβλήματα στα νότια σύνορα του βασιλείου.
Γι' αυτό η μονομερής εγκατάλειψη της Υεμένης διαφέρει ουσιαστικά από μια συμφωνημένη αποδέσμευση, με εγγυήσεις μη επίθεσης, ρυθμίσεις για τα σύνορα και προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών.

Το Ιράν και η επικίνδυνη ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου
Ένα ακόμη σοβαρό σφάλμα θα ήταν να εξαρτήσει η Σαουδική Αραβία οποιαδήποτε συμφωνία από την πλήρη διακοπή των σχέσεων των Houthis με το Ιράν.
Μια τέτοια απαίτηση δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Οι Houthis διαθέτουν δική τους πολιτική ατζέντα, κοινωνική βάση και στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις επιδιώξεις της Τεχεράνης.
Το ουσιαστικό κριτήριο μιας συμφωνίας πρέπει να είναι η συμπεριφορά τους: η παύση επιθέσεων στη σαουδαραβική επικράτεια, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και η αποφυγή νέων επιθετικών επιχειρήσεων.
Το Ιράν μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις απευθείας διαπραγματεύσεις.
Η προηγούμενη εκεχειρία, που είχε διατηρηθεί επί τέσσερα χρόνια, αποτελεί προειδοποίηση.
Η επίθεση του σαουδαραβικού συνασπισμού στο αεροδρόμιο της Σαναά, στις 13 Ιουλίου, με την αιτιολογία της αποτροπής προσγείωσης ιρανικού αεροσκάφους, αποτέλεσε το σημείο καμπής που οι Houthi επικαλέστηκαν για την επανέναρξη των αντιποίνων.
Η επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών θα μπορούσε να ακυρώσει κάθε νέα διπλωματική προσπάθεια.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη Σαουδική Αραβία.
Μια νέα γενικευμένη σύγκρουση θα μπορούσε να εμπλέξει βαθύτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ακόμη έναν πόλεμο χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης στη Μέση Ανατολή.
Η ασφάλεια του στενού Bab el-Mandeb, από το οποίο διέρχονται σημαντικές εμπορικές και ενεργειακές ροές, αποτελεί κρίσιμο διεθνές διακύβευμα.
Η παρατεταμένη αποσταθεροποίησή του θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος μεταφορών, να διαταράξει τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να επιβαρύνει περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία.
Για την Ουάσιγκτον, η ενθάρρυνση μιας νέας σαουδαραβικής στρατιωτικής εκστρατείας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετες δεσμεύσεις στρατιωτικών και οικονομικών πόρων, χωρίς εγγύηση αποτελέσματος.
Η πλέον ρεαλιστική διέξοδος συνδυάζει ισχυρή άμυνα, άμεση αυτοσυγκράτηση και διαπραγματευμένη αποδέσμευση.
Η Σαουδική Αραβία έχει κάθε λόγο να προστατεύσει την επικράτειά της.
Δεν έχει, όμως, κανέναν λόγο να συνεχίσει να πιστεύει ότι μπορεί να καθορίσει με τη στρατιωτική ισχύ το πολιτικό μέλλον ολόκληρης της Υεμένης.
Το πραγματικό δίλημμα του Mohammed bin Salman δεν είναι αν μπορεί να βομβαρδίσει ξανά τους Houthi.
Είναι αν θα επιλέξει την ασφάλεια και τη σταθερότητα του βασιλείου του ή θα εγκλωβιστεί σε έναν ακόμη πόλεμο που μπορεί να κερδίζει σε επιμέρους μάχες, αλλά να χάνει στρατηγικά.
Και αυτή είναι μια επιλογή από την οποία ενδέχεται να εξαρτηθεί όχι μόνο το μέλλον της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και η σταθερότητα ολόκληρης της Ερυθράς Θάλασσας.
www.bankingnews.gr
Οι εκατέρωθεν επιθέσεις σε αεροδρόμια, που συνεχίστηκαν την επόμενη ημέρα, με πρόσθετες ανθρώπινες απώλειες, έφεραν τον πόλεμο της Υεμένης στο εσωτερικό της σαουδαραβικής επικράτειας.
Το μήνυμα των Houthis ήταν σαφές: η συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής του Ριάντ θα συνοδεύεται από άμεσο κόστος για τις κρίσιμες υποδομές και την οικονομία του.
Ο πρίγκιπας διάδοχος Mohammed bin Salman βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Μπορεί να κλιμακώσει τις επιχειρήσεις, διακινδυνεύοντας έναν νέο ολοκληρωτικό πόλεμο.
Μπορεί να επιλέξει αυτοσυγκράτηση, με τον κίνδυνο αυτή να εκληφθεί ως αδυναμία.
Ή μπορεί να επιδιώξει την αποδέσμευση της Σαουδικής Αραβίας από τη σύγκρουση της Υεμένης, χωρίς καμία εγγύηση ότι οι επιθέσεις θα σταματήσουν.
Και οι τρεις επιλογές έχουν σοβαρό τίμημα.
Η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται την ασφάλειαJUST IN: ???? Video captures moment Houthi missile strikes Saudi Arabia's King Khalid International Airpot in Riyadh. https://t.co/wzPLJwpHBx
— BRICS News (@BRICSinfo) October 11, 2026
Η πρόσφατη κλιμάκωση συνδέεται με τις επιχειρήσεις δυνάμεων της Υεμένης που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, με στόχο την ανατροπή εδαφικών κερδών των Houthis και τη διασφάλιση της πρόσβασης στην Ερυθρά Θάλασσα.
Οι Houthis παρουσιάζουν τα πλήγματά τους ως απάντηση στις σαουδαραβικές επιθέσεις εναντίον της Σαναά και άλλων περιοχών υπό τον έλεγχό τους.
Στις 5 Οκτωβρίου ανακοίνωσαν επιχειρήσεις εναντίον αεροδρομίων, διυλιστηρίου και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ενώ ο συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία απάντησε ανακοινώνοντας πλήγματα σε δεκάδες στόχους.
Πέρα από τις αντικρουόμενες ανακοινώσεις, το στρατηγικό πρόβλημα είναι αδιαμφισβήτητο.
Η Σαουδική Αραβία πρέπει να προστατεύει ταυτόχρονα αεροδρόμια, λιμάνια, διυλιστήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, αστικά κέντρα και στρατιωτικές βάσεις.
Οι Houthis, αντίθετα, χρειάζεται να διαπεράσουν περιστασιακά αυτή την πολυεπίπεδη άμυνα για να προκαλέσουν δυσανάλογες οικονομικές και ψυχολογικές συνέπειες.
Ένα σχετικά περιορισμένο πυραυλικό πλήγμα μπορεί να προκαλέσει αναστολή αεροπορικών πτήσεων, αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και ανησυχία στους ξένους επενδυτές.
Αυτό ακριβώς συνιστά το παράδοξο της σύγκρουσης: το Ριάντ διαθέτει τα μέσα να προκαλέσει τεράστια καταστροφή στην Υεμένη, αλλά δεν διαθέτει την απόλυτη δυνατότητα να αποτρέψει την καταστροφή στο δικό του έδαφος.

Ο πειρασμός της εκδίκησης και η παγίδα του 2015
Η πρώτη επιλογή του Mohammed bin Salman είναι μια εκτεταμένη στρατιωτική απάντηση.
Συστηματικοί βομβαρδισμοί εκτοξευτών πυραύλων, αποθηκών οπλισμού, κέντρων διοίκησης και διαδρομών ανεφοδιασμού θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Houthis.
Παράλληλα, η υποστήριξη χερσαίων επιχειρήσεων από συμμαχικές δυνάμεις της Υεμένης θα μπορούσε να αποσπάσει κρίσιμα εδάφη.
Όμως εδώ ανακύπτει το ερώτημα που στοιχειώνει τη σαουδαραβική στρατηγική από το 2015: γιατί μια νέα εκστρατεία θα πετύχει εκεί όπου απέτυχε η προηγούμενη;
Η στρατιωτική επέμβαση που ξεκίνησε τότε δεν κατάφερε να εκδιώξει τους Houthis από τη Σαναά ούτε να εγκαθιδρύσει μια σταθερή, φιλική προς το Ριάντ κυβέρνηση.
Η αεροπορική υπεροχή δεν αρκεί για τον έλεγχο ορεινών περιοχών, την εξουδετέρωση αποκεντρωμένων ενόπλων δικτύων ή την επίλυση των εσωτερικών αντιθέσεων μεταξύ των παρατάξεων της Υεμένης.
Αντιθέτως, μια νέα μεγάλης κλίμακας επιχείρηση θα μπορούσε να ενισχύσει πολιτικά τους Houthis, επιτρέποντάς τους να εμφανιστούν ως υπερασπιστές της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε ξένη επέμβαση.
Θα μπορούσε επίσης να αυξήσει την εξάρτησή τους από το Ιράν, δημιουργώντας πρόσθετα κίνητρα για την Τεχεράνη να διατηρήσει τη στρατιωτική τους ικανότητα.
Έτσι, μια επιχείρηση που θα αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της σαουδαραβικής αποτροπής ενδέχεται να καταλήξει να ενισχύσει τον αντίπαλο που επιδιώκει να αποδυναμώσει.

Το Vision 2030 υπό την απειλή των πυραύλων
Για τον Mohammed bin Salman, το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ το πεδίο των μαχών.
Το φιλόδοξο πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού Vision 2030 στηρίζεται στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, στη διαφοροποίηση της οικονομίας και στη δημιουργία της εικόνας ενός ασφαλούς, σύγχρονου περιφερειακού οικονομικού κέντρου.
Η επανάληψη επιθέσεων σε αεροδρόμια και ενεργειακές εγκαταστάσεις υπονομεύει ακριβώς αυτές τις προϋποθέσεις.
Οι επενδυτές δεν αξιολογούν μόνο την οικονομική δυναμική μιας χώρας.
Αξιολογούν επίσης τη σταθερότητα, την ασφάλεια των μεταφορών και την προβλεψιμότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα απορροφούσε τεράστιους οικονομικούς πόρους, ενώ ακόμη και περιορισμένες επιτυχίες των Houthis θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές αναταράξεις.
Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος για το Ριάντ θα ήταν να θυσιάσει το οικονομικό του μέλλον προκειμένου να αποκαταστήσει το στρατιωτικό του κύρος.

Η αυτοσυγκράτηση ως στρατηγική επιλογή
Η δεύτερη επιλογή είναι η ελεγχόμενη αποκλιμάκωση.
Αυτό δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των επιθέσεων.
Σημαίνει ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας, προστασία κρίσιμων υποδομών, βελτίωση της συλλογής πληροφοριών και περιορισμένες επιχειρήσεις εναντίον άμεσων απειλών.
Παράλληλα, το Ριάντ θα μπορούσε να αναστείλει την υποστήριξη επιθετικών επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αναδιαμόρφωση του εδαφικού συσχετισμού στην Υεμένη.
Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε περιθώρια για διαπραγματεύσεις μέσω του Ομάν και των Ηνωμένων Εθνών.
Η αυτοσυγκράτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να στηρίζεται σε μονομερείς προσδοκίες.
Απαιτεί αμοιβαίες δεσμεύσεις, μηχανισμούς επιτήρησης, παύση επιθέσεων κατά της ναυσιπλοΐας και σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβιάσεων.
Η πρόσβαση σε αεροδρόμια και λιμάνια, η ανταλλαγή κρατουμένων και οι οικονομικές ρυθμίσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα διαπραγμάτευσης, ενώ η ανθρωπιστική βοήθεια πρέπει να συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαφωνίες.
Κρίσιμη προϋπόθεση είναι επίσης η δυνατότητα της Σαουδικής Αραβίας να συγκρατεί τους συμμάχους της στην Υεμένη, ώστε να μη διαλύσουν μια εύθραυστη εκεχειρία.

Η αποχώρηση και ο φόβος της ήττας
Η τρίτη επιλογή είναι η σταδιακή αποδέσμευση από τον πόλεμο.
Η εμπειρία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που περιόρισαν νωρίτερα τη στρατιωτική τους εμπλοκή, δείχνει ότι η μείωση της άμεσης συμμετοχής είναι εφικτή, χωρίς όμως να συνεπάγεται πλήρη απεμπλοκή από τις εξελίξεις της Υεμένης.
Για το Ριάντ, μια διαπραγματευμένη αποχώρηση θα μπορούσε να περιορίσει τις αιτίες της σύγκρουσης και να επιτρέψει τη μεταφορά πόρων στην προστασία των συνόρων και στην οικονομική ανάπτυξη.
Δεν θα εξασφάλιζε, όμως, αυτομάτως την ειρήνη.
Οι Houthis θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την αποχώρηση ως νίκη και να διατηρήσουν τους πυραύλους και τα drones ως μέσα μελλοντικού εξαναγκασμού.
Οι φιλοσαουδαραβικές δυνάμεις ενδέχεται να αποδυναμώνονταν, δημιουργώντας νέα προβλήματα στα νότια σύνορα του βασιλείου.
Γι' αυτό η μονομερής εγκατάλειψη της Υεμένης διαφέρει ουσιαστικά από μια συμφωνημένη αποδέσμευση, με εγγυήσεις μη επίθεσης, ρυθμίσεις για τα σύνορα και προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών.

Το Ιράν και η επικίνδυνη ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου
Ένα ακόμη σοβαρό σφάλμα θα ήταν να εξαρτήσει η Σαουδική Αραβία οποιαδήποτε συμφωνία από την πλήρη διακοπή των σχέσεων των Houthis με το Ιράν.
Μια τέτοια απαίτηση δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Οι Houthis διαθέτουν δική τους πολιτική ατζέντα, κοινωνική βάση και στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις επιδιώξεις της Τεχεράνης.
Το ουσιαστικό κριτήριο μιας συμφωνίας πρέπει να είναι η συμπεριφορά τους: η παύση επιθέσεων στη σαουδαραβική επικράτεια, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και η αποφυγή νέων επιθετικών επιχειρήσεων.
Το Ιράν μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις απευθείας διαπραγματεύσεις.
Η προηγούμενη εκεχειρία, που είχε διατηρηθεί επί τέσσερα χρόνια, αποτελεί προειδοποίηση.
Η επίθεση του σαουδαραβικού συνασπισμού στο αεροδρόμιο της Σαναά, στις 13 Ιουλίου, με την αιτιολογία της αποτροπής προσγείωσης ιρανικού αεροσκάφους, αποτέλεσε το σημείο καμπής που οι Houthi επικαλέστηκαν για την επανέναρξη των αντιποίνων.
Η επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών θα μπορούσε να ακυρώσει κάθε νέα διπλωματική προσπάθεια.
Η αμερικανική παγίδα στην Ερυθρά Θάλασσα????A US citizen is DEAD after Saudi airport attack 12 lives lost, over 300 wounded and counting… King Khalid Airport in Riyadh is in total CARNAGE. Officials insist the conflict is "contained," while ballistic missiles flatten civilian departure lounges and KILL travelers from nine other nations. This isn't distant crossfire anymore, it's a full-scale international inferno. Writer: Bri https://t.co/eBvPg9qvO0
— Mario Nawfal (@MarioNawfal) October 10, 2026
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη Σαουδική Αραβία.
Μια νέα γενικευμένη σύγκρουση θα μπορούσε να εμπλέξει βαθύτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ακόμη έναν πόλεμο χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης στη Μέση Ανατολή.
Η ασφάλεια του στενού Bab el-Mandeb, από το οποίο διέρχονται σημαντικές εμπορικές και ενεργειακές ροές, αποτελεί κρίσιμο διεθνές διακύβευμα.
Η παρατεταμένη αποσταθεροποίησή του θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος μεταφορών, να διαταράξει τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να επιβαρύνει περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία.
Για την Ουάσιγκτον, η ενθάρρυνση μιας νέας σαουδαραβικής στρατιωτικής εκστρατείας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετες δεσμεύσεις στρατιωτικών και οικονομικών πόρων, χωρίς εγγύηση αποτελέσματος.
Η πλέον ρεαλιστική διέξοδος συνδυάζει ισχυρή άμυνα, άμεση αυτοσυγκράτηση και διαπραγματευμένη αποδέσμευση.
Η Σαουδική Αραβία έχει κάθε λόγο να προστατεύσει την επικράτειά της.
Δεν έχει, όμως, κανέναν λόγο να συνεχίσει να πιστεύει ότι μπορεί να καθορίσει με τη στρατιωτική ισχύ το πολιτικό μέλλον ολόκληρης της Υεμένης.
Το πραγματικό δίλημμα του Mohammed bin Salman δεν είναι αν μπορεί να βομβαρδίσει ξανά τους Houthi.
Είναι αν θα επιλέξει την ασφάλεια και τη σταθερότητα του βασιλείου του ή θα εγκλωβιστεί σε έναν ακόμη πόλεμο που μπορεί να κερδίζει σε επιμέρους μάχες, αλλά να χάνει στρατηγικά.
Και αυτή είναι μια επιλογή από την οποία ενδέχεται να εξαρτηθεί όχι μόνο το μέλλον της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και η σταθερότητα ολόκληρης της Ερυθράς Θάλασσας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών