Τα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων αποτυπώνουν το μέγεθος αυτής της στροφής
Η Κίνα επιταχύνει τις αγορές χρυσού με εντυπωσιακούς ρυθμούς, ενισχύοντας τη διεθνή ζήτηση και δημιουργώντας ένα σημαντικό αντίβαρο στις πιέσεις που δέχεται η τιμή του πολύτιμου μετάλλου.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία τα υψηλά επιτόκια στις ΗΠΑ και οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καθιστούν τις εναλλακτικές επενδύσεις πιο ανταγωνιστικές απέναντι στον χρυσό.
Τα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων αποτυπώνουν το μέγεθος αυτής της στροφής. Από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο του 2026, οι εισαγωγές χρυσού ξεπέρασαν τους 1.000 τόνους, με τη συνολική τους αξία να ανέρχεται σε 158,8 δισ. δολάρια. Συγκριτικά, σε ολόκληρο το 2025 η Κίνα είχε εισαγάγει 886 τόνους, αξίας 96,5 δισ. δολαρίων.
Η εκρηκτική αυτή άνοδος δεν οφείλεται αποκλειστικά στις αγορές της κινεζικής κεντρικής τράπεζας. Νοικοκυριά, επιχειρήσεις και μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές αυξάνουν επίσης τις τοποθετήσεις τους στο πολύτιμο μέταλλο, αναζητώντας προστασία από την παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων, τις ισχνές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων και τις αδυναμίες του εγχώριου χρηματιστηρίου.
Το σχέδιο του Πεκίνου για απεξάρτηση από το δολάριο
Η συστηματική ενίσχυση των κινεζικών αποθεμάτων χρυσού εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική με στόχο τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης της χώρας από το αμερικανικό νόμισμα και τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ.
Τον Σεπτέμβριο, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας αγόρασε περίπου 23 τόνους χρυσού, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση των αποθεμάτων της εδώ και σχεδόν τρία χρόνια. Ήταν ο 23ος συνεχόμενος μήνας αγορών, με τα συνολικά αποθέματα να διαμορφώνονται σε περίπου 2.410 τόνους.
Η αυξανόμενη βαρύτητα του χρυσού στα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας καταγράφεται και στα δεδομένα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού (World Gold Council). Τον Αύγουστο, το μέταλλο αντιστοιχούσε στο 9% των συνολικών αποθεμάτων της Κίνας, από 8% τον Ιούλιο. Ο Carsten Menke, αναλυτής της Julius Baer, θεωρεί ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα πίσω από αυτή την επιλογή.
Σε δηλώσεις του στο CNBC, ο αναλυτής εξηγεί ότι η αξιοποίηση του δολαρίου ως μέσου άσκησης οικονομικής και πολιτικής πίεσης έχει ενισχύσει την πρόθεση του Πεκίνου να περιορίσει την έκθεσή του σε περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενδεικτική είναι η απόφαση των δυτικών κυβερνήσεων να δεσμεύσουν συναλλαγματικά αποθέματα της ρωσικής κεντρικής τράπεζας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Το γεγονός ανέδειξε τους κινδύνους που προκύπτουν όταν ένα κράτος διατηρεί σημαντικό μέρος των αποθεμάτων του σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται υπό ξένη δικαιοδοσία.
Αντίθετα, ο χρυσός που φυλάσσεται σε εγχώρια θησαυροφυλάκια δεν υπόκειται στον ίδιο κίνδυνο δέσμευσης από ξένες κυβερνήσεις.
Η αλλαγή κατεύθυνσης του Πεκίνου γίνεται ορατή και στις επενδύσεις του σε αμερικανικό δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ που επικαλείται το CNBC, οι κινεζικές συμμετοχές σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα υποχώρησαν τον Ιούλιο στα 618 δισ. δολάρια, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών.
Γιατί οι Κινέζοι εγκαταλείπουν τα ακίνητα και επιλέγουν χρυσό
Πέρα από τις κινήσεις της κεντρικής τράπεζας, η εκτίναξη της ζήτησης συνδέεται και με τη μεταβολή των αποταμιευτικών συνηθειών των κινεζικών νοικοκυριών. Για δεκαετίες, τα ακίνητα αποτελούσαν μία από τις βασικότερες επιλογές επένδυσης και διαφύλαξης περιουσίας για εκατομμύρια πολίτες της χώρας. Η παρατεταμένη κρίση, ωστόσο, έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη στην αγορά, ωθώντας όλο και περισσότερους αποταμιευτές να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις.
Ταυτόχρονα, οι χαμηλές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων και των κινεζικών κρατικών ομολόγων περιορίζουν την ελκυστικότητα των παραδοσιακών τοποθετήσεων. Ούτε το χρηματιστήριο προσφέρει ιδιαίτερα ενθαρρυντική εικόνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του CNBC, ο βασικός δείκτης CSI 300 έχει υποχωρήσει περίπου 8% από την αρχή του 2026, την ώρα που ο αμερικανικός S&P 500 ενισχύεται κατά 13%.
Ανάλογη είναι η απόσταση στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων: το κινεζικό μονοετές ομόλογο αποδίδει περίπου 1,2%, έναντι περίπου 4,46% για το αντίστοιχο αμερικανικό.
Η διαφορά αυτή επηρεάζει τις επιλογές των επενδυτών, καθώς ο χρυσός δεν αποδίδει τόκο ούτε προσφέρει μέρισμα, σε αντίθεση με τις καταθέσεις και τα ομόλογα. Όταν οι εναλλακτικές τοποθετήσεις προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης χρυσού αυξάνεται. Στην Κίνα, όμως, όπου οι αποδόσεις παραμένουν χαμηλές, το συγκεκριμένο μειονέκτημα περιορίζεται. Αυτό επισημαίνει ο Ole Hansen, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της Saxo Bank, εξηγώντας γιατί το πολύτιμο μέταλλο κερδίζει έδαφος μεταξύ των Κινέζων αποταμιευτών.
Η στροφή των κεφαλαίων αποτυπώνεται και στα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν σε χρυσό (ETFs). Σύμφωνα με το World Gold Council, τα κινεζικά ETFs χρυσού προσέλκυσαν τον Αύγουστο εισροές 11 τόνων, ανεβάζοντας τις συνολικές τους τοποθετήσεις στους 293 τόνους. Τα κεφάλαια υπό διαχείριση ανήλθαν σε 42 δισ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις κατηγορίες της αγοράς. Τον Αύγουστο, οι αποσύρσεις φυσικού χρυσού από το Χρηματιστήριο Χρυσού της Σαγκάης μειώθηκαν κατά 22% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ η κατανάλωση χρυσών κοσμημάτων παρέμεινε υποτονική. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η επενδυτική ζήτηση ενισχύεται, χωρίς να ακολουθεί αντίστοιχη άνοδος σε κάθε επιμέρους χρήση του φυσικού χρυσού.
Το κινεζικό «ανάχωμα» στις πιέσεις των διεθνών τιμών
Η αυξανόμενη παρουσία της Κίνας στην παγκόσμια αγορά χρυσού αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την πρόσφατη διόρθωση των τιμών. Τον Ιανουάριο, η τιμή του πολύτιμου μετάλλου είχε υπερβεί τα 5.500 δολάρια ανά ουγγιά, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό. Στη συνέχεια, όμως, οι πιέσεις εντάθηκαν: τον Σεπτέμβριο σημείωσε πτώση άνω του 8%, υποχωρώντας κοντά στα 4.176 δολάρια ανά ουγγιά.
Καθοριστικό ρόλο στην υποχώρηση διαδραματίζουν οι αυξημένες αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, καθώς και οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed). Οι εξελίξεις αυτές περιορίζουν την ελκυστικότητα του χρυσού έναντι άλλων επενδυτικών επιλογών.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι συνεχιζόμενες αγορές της κινεζικής κεντρικής τράπεζας λειτουργούν ως αντίβαρο στις πιέσεις. Η Eva Manthey, αναλύτρια εμπορευμάτων της ING, επισημαίνει στο CNBC ότι η κινεζική ζήτηση έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα διαρθρωτικής στήριξης για τις διεθνείς τιμές.
Σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι συχνά προσαρμόζουν τις κινήσεις τους στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς, οι κεντρικές τράπεζες ακολουθούν συνήθως μακροπρόθεσμη στρατηγική στη διαχείριση των αποθεμάτων τους. Ως εκ τούτου, εμφανίζονται λιγότερο ευαίσθητες στις καθημερινές μεταβολές των τιμών και μπορούν να συνεχίζουν τις αγορές τους ακόμη και σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.
Οι τοποθετήσεις αυτές είναι δυνατόν να απορροφούν μέρος της προσφοράς που προκύπτει όταν άλλοι επενδυτές προχωρούν σε ρευστοποιήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι αγορές των κεντρικών τραπεζών μπορούν να αποτρέψουν κάθε νέα πτώση, ιδιαίτερα όσο τα υψηλά αμερικανικά επιτόκια εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις.
Σενάρια για εκτόξευση του χρυσού έως τα 5.500 δολάρια
Παρά την πρόσφατη υποχώρηση, οι εκτιμήσεις αρκετών αναλυτών για τη μεσοπρόθεσμη πορεία του χρυσού παραμένουν θετικές. Ο Aakash Doshi, επικεφαλής στρατηγικής χρυσού της State Street Investment Management, προβλέπει ότι η τιμή του μετάλλου θα μπορούσε να κινηθεί σε εύρος 4.750 έως 5.500 δολαρίων ανά ουγγιά μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2027.
Η πρόβλεψη στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα εξακολουθήσουν να αυξάνουν τα αποθέματά τους και ότι οι επενδυτές θα συνεχίσουν να αναζητούν ασφαλή καταφύγια εν μέσω γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση της ισχυρής κινεζικής ζήτησης θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη στήριξη της αγοράς.
Υπάρχουν, ωστόσο, εξελίξεις που θα μπορούσαν να ανακόψουν την ανοδική πορεία. Μια ουσιαστική ανάκαμψη της κινεζικής αγοράς ακινήτων ή μια δυναμική επιστροφή των επενδυτών στις εγχώριες μετοχές θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη των νοικοκυριών να διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις τους στον χρυσό.
Παράλληλα, μια νέα υποτίμηση του γουάν θα αύξανε το κόστος εισαγωγής του πολύτιμου μετάλλου, καθιστώντας το ακριβότερο για τους Κινέζους αγοραστές. Αντίστοιχα, ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να ενισχύσει εκ νέου την ελκυστικότητα των τραπεζικών καταθέσεων και των ομολογιακών επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον Ole Hansen, καθοριστική αλλαγή για τις προοπτικές του χρυσού θα αποτελούσε η ουσιαστική αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των προσπαθειών των κεντρικών τραπεζών να διαφοροποιήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα. Προς το παρόν, πάντως, κανένα από τα δύο ενδεχόμενα δεν φαίνεται να βρίσκεται άμεσα στον ορίζοντα.
Παρά την ταχύτητα με την οποία αυξάνει τις αγορές της, η Κίνα εξακολουθεί να διαθέτει λιγότερο από το ένα τρίτο των αποθεμάτων χρυσού των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μεγάλη αυτή απόσταση αφήνει σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω ενίσχυση των κινεζικών αποθεμάτων, γεγονός που θα μπορούσε να αναβαθμίσει ακόμη περισσότερο τον ρόλο του χρυσού τόσο στη στρατηγική διαχείρισης του κρατικού πλούτου του Πεκίνου όσο και στη διεθνή επενδυτική αγορά.
www.bankingnews.gr
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία τα υψηλά επιτόκια στις ΗΠΑ και οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καθιστούν τις εναλλακτικές επενδύσεις πιο ανταγωνιστικές απέναντι στον χρυσό.
Τα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων αποτυπώνουν το μέγεθος αυτής της στροφής. Από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο του 2026, οι εισαγωγές χρυσού ξεπέρασαν τους 1.000 τόνους, με τη συνολική τους αξία να ανέρχεται σε 158,8 δισ. δολάρια. Συγκριτικά, σε ολόκληρο το 2025 η Κίνα είχε εισαγάγει 886 τόνους, αξίας 96,5 δισ. δολαρίων.
Η εκρηκτική αυτή άνοδος δεν οφείλεται αποκλειστικά στις αγορές της κινεζικής κεντρικής τράπεζας. Νοικοκυριά, επιχειρήσεις και μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές αυξάνουν επίσης τις τοποθετήσεις τους στο πολύτιμο μέταλλο, αναζητώντας προστασία από την παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων, τις ισχνές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων και τις αδυναμίες του εγχώριου χρηματιστηρίου.
Το σχέδιο του Πεκίνου για απεξάρτηση από το δολάριο
Η συστηματική ενίσχυση των κινεζικών αποθεμάτων χρυσού εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική με στόχο τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης της χώρας από το αμερικανικό νόμισμα και τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ.
Τον Σεπτέμβριο, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας αγόρασε περίπου 23 τόνους χρυσού, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση των αποθεμάτων της εδώ και σχεδόν τρία χρόνια. Ήταν ο 23ος συνεχόμενος μήνας αγορών, με τα συνολικά αποθέματα να διαμορφώνονται σε περίπου 2.410 τόνους.
Η αυξανόμενη βαρύτητα του χρυσού στα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας καταγράφεται και στα δεδομένα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού (World Gold Council). Τον Αύγουστο, το μέταλλο αντιστοιχούσε στο 9% των συνολικών αποθεμάτων της Κίνας, από 8% τον Ιούλιο. Ο Carsten Menke, αναλυτής της Julius Baer, θεωρεί ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα πίσω από αυτή την επιλογή.
Σε δηλώσεις του στο CNBC, ο αναλυτής εξηγεί ότι η αξιοποίηση του δολαρίου ως μέσου άσκησης οικονομικής και πολιτικής πίεσης έχει ενισχύσει την πρόθεση του Πεκίνου να περιορίσει την έκθεσή του σε περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενδεικτική είναι η απόφαση των δυτικών κυβερνήσεων να δεσμεύσουν συναλλαγματικά αποθέματα της ρωσικής κεντρικής τράπεζας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Το γεγονός ανέδειξε τους κινδύνους που προκύπτουν όταν ένα κράτος διατηρεί σημαντικό μέρος των αποθεμάτων του σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται υπό ξένη δικαιοδοσία.
Αντίθετα, ο χρυσός που φυλάσσεται σε εγχώρια θησαυροφυλάκια δεν υπόκειται στον ίδιο κίνδυνο δέσμευσης από ξένες κυβερνήσεις.
Η αλλαγή κατεύθυνσης του Πεκίνου γίνεται ορατή και στις επενδύσεις του σε αμερικανικό δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ που επικαλείται το CNBC, οι κινεζικές συμμετοχές σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα υποχώρησαν τον Ιούλιο στα 618 δισ. δολάρια, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών.
Γιατί οι Κινέζοι εγκαταλείπουν τα ακίνητα και επιλέγουν χρυσό
Πέρα από τις κινήσεις της κεντρικής τράπεζας, η εκτίναξη της ζήτησης συνδέεται και με τη μεταβολή των αποταμιευτικών συνηθειών των κινεζικών νοικοκυριών. Για δεκαετίες, τα ακίνητα αποτελούσαν μία από τις βασικότερες επιλογές επένδυσης και διαφύλαξης περιουσίας για εκατομμύρια πολίτες της χώρας. Η παρατεταμένη κρίση, ωστόσο, έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη στην αγορά, ωθώντας όλο και περισσότερους αποταμιευτές να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις.
Ταυτόχρονα, οι χαμηλές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων και των κινεζικών κρατικών ομολόγων περιορίζουν την ελκυστικότητα των παραδοσιακών τοποθετήσεων. Ούτε το χρηματιστήριο προσφέρει ιδιαίτερα ενθαρρυντική εικόνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του CNBC, ο βασικός δείκτης CSI 300 έχει υποχωρήσει περίπου 8% από την αρχή του 2026, την ώρα που ο αμερικανικός S&P 500 ενισχύεται κατά 13%.
Ανάλογη είναι η απόσταση στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων: το κινεζικό μονοετές ομόλογο αποδίδει περίπου 1,2%, έναντι περίπου 4,46% για το αντίστοιχο αμερικανικό.
Η διαφορά αυτή επηρεάζει τις επιλογές των επενδυτών, καθώς ο χρυσός δεν αποδίδει τόκο ούτε προσφέρει μέρισμα, σε αντίθεση με τις καταθέσεις και τα ομόλογα. Όταν οι εναλλακτικές τοποθετήσεις προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης χρυσού αυξάνεται. Στην Κίνα, όμως, όπου οι αποδόσεις παραμένουν χαμηλές, το συγκεκριμένο μειονέκτημα περιορίζεται. Αυτό επισημαίνει ο Ole Hansen, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της Saxo Bank, εξηγώντας γιατί το πολύτιμο μέταλλο κερδίζει έδαφος μεταξύ των Κινέζων αποταμιευτών.
Η στροφή των κεφαλαίων αποτυπώνεται και στα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν σε χρυσό (ETFs). Σύμφωνα με το World Gold Council, τα κινεζικά ETFs χρυσού προσέλκυσαν τον Αύγουστο εισροές 11 τόνων, ανεβάζοντας τις συνολικές τους τοποθετήσεις στους 293 τόνους. Τα κεφάλαια υπό διαχείριση ανήλθαν σε 42 δισ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις κατηγορίες της αγοράς. Τον Αύγουστο, οι αποσύρσεις φυσικού χρυσού από το Χρηματιστήριο Χρυσού της Σαγκάης μειώθηκαν κατά 22% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ η κατανάλωση χρυσών κοσμημάτων παρέμεινε υποτονική. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η επενδυτική ζήτηση ενισχύεται, χωρίς να ακολουθεί αντίστοιχη άνοδος σε κάθε επιμέρους χρήση του φυσικού χρυσού.
Το κινεζικό «ανάχωμα» στις πιέσεις των διεθνών τιμών
Η αυξανόμενη παρουσία της Κίνας στην παγκόσμια αγορά χρυσού αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την πρόσφατη διόρθωση των τιμών. Τον Ιανουάριο, η τιμή του πολύτιμου μετάλλου είχε υπερβεί τα 5.500 δολάρια ανά ουγγιά, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό. Στη συνέχεια, όμως, οι πιέσεις εντάθηκαν: τον Σεπτέμβριο σημείωσε πτώση άνω του 8%, υποχωρώντας κοντά στα 4.176 δολάρια ανά ουγγιά.
Καθοριστικό ρόλο στην υποχώρηση διαδραματίζουν οι αυξημένες αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, καθώς και οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed). Οι εξελίξεις αυτές περιορίζουν την ελκυστικότητα του χρυσού έναντι άλλων επενδυτικών επιλογών.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι συνεχιζόμενες αγορές της κινεζικής κεντρικής τράπεζας λειτουργούν ως αντίβαρο στις πιέσεις. Η Eva Manthey, αναλύτρια εμπορευμάτων της ING, επισημαίνει στο CNBC ότι η κινεζική ζήτηση έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα διαρθρωτικής στήριξης για τις διεθνείς τιμές.
Σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι συχνά προσαρμόζουν τις κινήσεις τους στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς, οι κεντρικές τράπεζες ακολουθούν συνήθως μακροπρόθεσμη στρατηγική στη διαχείριση των αποθεμάτων τους. Ως εκ τούτου, εμφανίζονται λιγότερο ευαίσθητες στις καθημερινές μεταβολές των τιμών και μπορούν να συνεχίζουν τις αγορές τους ακόμη και σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.
Οι τοποθετήσεις αυτές είναι δυνατόν να απορροφούν μέρος της προσφοράς που προκύπτει όταν άλλοι επενδυτές προχωρούν σε ρευστοποιήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι αγορές των κεντρικών τραπεζών μπορούν να αποτρέψουν κάθε νέα πτώση, ιδιαίτερα όσο τα υψηλά αμερικανικά επιτόκια εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις.
Σενάρια για εκτόξευση του χρυσού έως τα 5.500 δολάρια
Παρά την πρόσφατη υποχώρηση, οι εκτιμήσεις αρκετών αναλυτών για τη μεσοπρόθεσμη πορεία του χρυσού παραμένουν θετικές. Ο Aakash Doshi, επικεφαλής στρατηγικής χρυσού της State Street Investment Management, προβλέπει ότι η τιμή του μετάλλου θα μπορούσε να κινηθεί σε εύρος 4.750 έως 5.500 δολαρίων ανά ουγγιά μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2027.
Η πρόβλεψη στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα εξακολουθήσουν να αυξάνουν τα αποθέματά τους και ότι οι επενδυτές θα συνεχίσουν να αναζητούν ασφαλή καταφύγια εν μέσω γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση της ισχυρής κινεζικής ζήτησης θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη στήριξη της αγοράς.
Υπάρχουν, ωστόσο, εξελίξεις που θα μπορούσαν να ανακόψουν την ανοδική πορεία. Μια ουσιαστική ανάκαμψη της κινεζικής αγοράς ακινήτων ή μια δυναμική επιστροφή των επενδυτών στις εγχώριες μετοχές θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη των νοικοκυριών να διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις τους στον χρυσό.
Παράλληλα, μια νέα υποτίμηση του γουάν θα αύξανε το κόστος εισαγωγής του πολύτιμου μετάλλου, καθιστώντας το ακριβότερο για τους Κινέζους αγοραστές. Αντίστοιχα, ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να ενισχύσει εκ νέου την ελκυστικότητα των τραπεζικών καταθέσεων και των ομολογιακών επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον Ole Hansen, καθοριστική αλλαγή για τις προοπτικές του χρυσού θα αποτελούσε η ουσιαστική αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των προσπαθειών των κεντρικών τραπεζών να διαφοροποιήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα. Προς το παρόν, πάντως, κανένα από τα δύο ενδεχόμενα δεν φαίνεται να βρίσκεται άμεσα στον ορίζοντα.
Παρά την ταχύτητα με την οποία αυξάνει τις αγορές της, η Κίνα εξακολουθεί να διαθέτει λιγότερο από το ένα τρίτο των αποθεμάτων χρυσού των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μεγάλη αυτή απόσταση αφήνει σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω ενίσχυση των κινεζικών αποθεμάτων, γεγονός που θα μπορούσε να αναβαθμίσει ακόμη περισσότερο τον ρόλο του χρυσού τόσο στη στρατηγική διαχείρισης του κρατικού πλούτου του Πεκίνου όσο και στη διεθνή επενδυτική αγορά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών