Οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ προειδοποιούν για αυξημένες και προχωρημένες προσπάθειες του Ιράν να στοχοποιήσει Αμερικανούς αξιωματούχους και διπλωματικό προσωπικό
(upd) Με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί η παγκόσμια κοινή γνώμη τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, καθώς όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμη γύρο πολεμικής αναμέτρηση.
Τη στιγμή κατά την οποία ΗΠΑ και Ισραήλ καταστρώνουν τα πολεμικά τους σχέδια αίσθηση προκαλούν οι αποκαλύψεις αμερικανικών ΜΜΕ πως το Ιράν, πέραν των άλλων αντιποίνων στα οποία θα προχωρήσει, έχει εκπονήσει σχέδιο στοχοποίησης διπλωματών και στρατιωτικού προσωπικού των ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον περιορίζει τη διπλωματική παρουσία της σε μια σειρά χωρών καταδεικνύει το μέγεθος του πανικού που επικρατεί στην Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον προειδοποιεί για ιρανικές επιχειρήσεις εναντίον Αμερικανών αξιωματούχων
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποίησαν αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων το Axios, το Associated Press και το CBS News, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ προειδοποιούν για αυξημένες και προχωρημένες προσπάθειες του Ιράν να στοχοποιήσει Αμερικανούς αξιωματούχους και διπλωματικό προσωπικό.
Σε υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 2026, ο διευθυντής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Jay Clayton ενημέρωσε τον υπουργό Εξωτερικών Marco Rubio ότι ορισμένα φερόμενα σχέδια εναντίον Αμερικανών έχουν φτάσει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, σε προχωρημένο στάδιο.
Ωστόσο, το σημείωμα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένους στόχους, χρόνους εκδήλωσης επιθέσεων ή άλλα στοιχεία.
Αυτό αποτελεί μια ουσιώδη παράμετρο, καθώς οι κατηγορίες που διατυπώνονται από τις αμερικανικές υπηρεσίες δεν αναφέρονται σε χώρες.
Πάντως εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως το σημείωμα αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο επιχειρησιακών δικτύων των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπενθυμίζεται πως το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει προχωρήσει σε περιορισμό προσωπικού στις διπλωματικές αποστολές της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Στη Σαουδική Αραβία έχουν δοθεί οδηγίες αποχώρησης σε μη απαραίτητο προσωπικό και μέλη οικογενειών Αμερικανών διπλωματών, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων στο Ριάντ, στην Jeddah και στο Dhahran.
Η αμερικανική πλευρά αποδίδει τα μέτρα σε αυξημένους κινδύνους ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων απειλών που συνδέει με το Ιράν και το κίνημα Ansar Allah (Houthis) της Υεμένης.

Οι νέες απειλές Trump και η πολιτική της στρατιωτικής πίεσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Donald Trump επανέφερε ανοιχτά το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν.
Μιλώντας σε συγκέντρωση στη Florida, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στην επιχείρηση «Epic Fury», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια νέα επιχείρηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί συμφωνία με την Ουάσιγκτον.
Η διατύπωσή του επαναφέρει ένα βασικό ερώτημα: μπορεί μια βιώσιμη διπλωματική συμφωνία να επιτευχθεί υπό τη διαρκή απειλή στρατιωτικής επίθεσης;
Από την ιρανική σκοπιά, η αμερικανική στρατηγική εκλαμβάνεται ως απόπειρα επιβολής όρων μέσω στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης και όχι ως διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ κυρίαρχων κρατών.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει διαχρονικά ότι η εθνική κυριαρχία και η ασφάλειά της δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εκβιασμού.
Οι αμερικανικές κυρώσεις, η στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και η συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ συνθέτουν, κατά την ιρανική ηγεσία, ένα περιβάλλον διαρκούς εξωτερικής απειλής.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η πίεση είναι αναγκαία για να περιοριστούν οι πυρηνικές και στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και να προστατευθούν οι αμερικανικές δυνάμεις και οι περιφερειακοί εταίροι της.
Η αντιπαράθεση αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται πλέον στις διπλωματικές δηλώσεις.
Έχει άμεσες συνέπειες στη ναυσιπλοΐα, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη σταθερότητα ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Η πιο ηχηρή απάντηση στις αμερικανικές απειλές ήρθε από τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου των ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, υποστράτηγο Ali Abdollahi.
Ο Ιρανός στρατιωτικός διοικητής ξεκαθάρισε ότι η χώρα του δεν πρόκειται να επιτρέψει την είσοδο αμερικανικών πολεμικών πλοίων στον Περσικό Κόλπο.
«Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί μόνο να ονειρεύεται την επιστροφή των στρατιωτικών του δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο.
Θα πάρουν αυτό το όνειρο μαζί τους στον τάφο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Σε ακόμη αυστηρότερο τόνο, υποστήριξε ότι το Ιράν δεν θα επιτρέψει, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την παρουσία αμερικανικών πολεμικών σκαφών στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.
Οι δηλώσεις αυτές, που μεταδόθηκαν από ιρανικά μέσα ενημέρωσης, αποτυπώνουν τη στρατηγική αποτροπής την οποία επιχειρεί να προβάλει η Τεχεράνη.
Ο Ali Abdollahi ισχυρίστηκε ότι οι ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν περιορίσει δραστικά την επιχειρησιακή ελευθερία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.
Πρόκειται για ισχυρισμό της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη αποτίμηση των πραγματικών ναυτικών συσχετισμών.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία του είναι σαφής: το Ιράν επιδιώκει να δείξει ότι παραμένει στρατιωτικά υπολογίσιμο και ότι οποιαδήποτε νέα επιχείρηση εναντίον του ενδέχεται να έχει υψηλό κόστος.

Τα Στενά του Hormuz ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται η περιοχή των Στενών του Hormuz, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας.
Για το Ιράν, ο έλεγχος της ασφάλειας στα γειτονικά του ύδατα αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, αλλά και κρίσιμο εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.
Η γεωγραφική θέση της χώρας προσδίδει στην Τεχεράνη δυνατότητα άσκησης σημαντικής επιρροής στις εξελίξεις της περιοχής, ακόμη και απέναντι σε στρατιωτικά ισχυρότερους αντιπάλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν διαθέτει απεριόριστη δυνατότητα αποκλεισμού της διεθνούς ναυσιπλοΐας χωρίς συνέπειες.
Σημαίνει, όμως, ότι μια στρατιωτική αναμέτρηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις πολύ πέρα από τα σύνορά του.
Η πιθανότητα διαταραχής των ενεργειακών μεταφορών δημιουργεί κινδύνους για τις διεθνείς αγορές, τις τιμές του πετρελαίου και τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας.
Υπό αυτή την έννοια, η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε διαπραγματευτικό και αποτρεπτικό πλεονέκτημα.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικαλούνται την ανάγκη διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υποστηρίζοντας ότι οποιοσδήποτε αποκλεισμός θα έθετε σε κίνδυνο το διεθνές εμπόριο.

Η ιρανική απάντηση στις αντιφάσεις της Ουάσιγκτον
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν και οι αναφορές του Ali Abdollahi στους επανειλημμένους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί καταστροφής των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Ο Ιρανός διοικητής αμφισβήτησε τη συνέπεια της αμερικανικής επιχειρηματολογίας, διερωτώμενος γιατί η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να προειδοποιεί για τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, εφόσον υποστηρίζει ότι τις έχει ήδη εξουδετερώσει.
«Εάν έχετε καταστρέψει τα πάντα, ποιο είναι το νόημα να επαναλαμβάνετε αυτούς τους ισχυρισμούς;», αναρωτήθηκε.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση αναδεικνύει μια κεντρική γραμμή της ιρανικής επιχειρηματολογίας: ότι η αμερικανική πολιτική παρουσιάζει το Ιράν ταυτόχρονα ως αποδυναμωμένο αντίπαλο και ως σοβαρή απειλή που απαιτεί νέα στρατιωτική δράση.
Βεβαίως, η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην εξάλειψη κάθε τεχνογνωσίας ή μελλοντικής δυνατότητας.
Εντούτοις, οι αντιφατικές δημόσιες διατυπώσεις δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τους πραγματικούς στόχους της αμερικανικής στρατηγικής.
Το Ιράν, από την πλευρά του, επιμένει ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων και παρουσιάζει το πυρηνικό του πρόγραμμα ως ειρηνικό.

Η μάχη της αποτροπής και το κόστος μιας νέας σύγκρουσης
Η ταυτόχρονη εμφάνιση αμερικανικών προειδοποιήσεων, διπλωματικών αποχωρήσεων και ιρανικών στρατιωτικών δηλώσεων φανερώνει ένα περιβάλλον βαθιάς αμοιβαίας δυσπιστίας.
Για την Τεχεράνη, η σκληρή στάση συνδέεται με την ανάγκη να αποτρέψει νέες επιθέσεις και να αποδείξει ότι η στρατιωτική πίεση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πολιτική υποχώρηση.
Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της στρατιωτικής απειλής αποτελεί μέσο διαπραγματευτικής πίεσης, παρότι αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Η απομάκρυνση αμερικανικού προσωπικού δεν αποδεικνύει ότι επίκειται νέα επίθεση.
Αναδεικνύει, όμως, ότι ακόμη και η αμερικανική κυβέρνηση αναγνωρίζει το δυνητικά σοβαρό κόστος μιας διευρυμένης αντιπαράθεσης.
Η ιρανική στρατηγική στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την πραγματικότητα: στην προσπάθεια να καταστήσει το κόστος μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης μεγαλύτερο από τα πιθανά οφέλη της.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά διαθέτει περισσότερα πολεμικά μέσα, αλλά εάν η στρατιωτική υπεροχή μπορεί πράγματι να επιβάλει μια σταθερή πολιτική λύση.
Το μήνυμα που επιδιώκει να στείλει σήμερα το Ιράν είναι ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια συμφωνία υπό καθεστώς στρατιωτικού εξαναγκασμού.
Η Ουάσιγκτον καλείται, αντίστοιχα, να σταθμίσει εάν η συνέχιση των απειλών εξυπηρετεί τη διπλωματία ή οδηγεί σε έναν νέο κύκλο σύγκρουσης.
Σε μια περιοχή που έχει ήδη επιβαρυνθεί από πολέμους, κυρώσεις και αλλεπάλληλες κρίσεις, η αναγνώριση των πραγματικών συσχετισμών και η επιστροφή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις αποτελούν τη σημαντικότερη προϋπόθεση για την αποτροπή μιας ακόμη ευρύτερης ανάφλεξης.
www.bankingnews.gr
Τη στιγμή κατά την οποία ΗΠΑ και Ισραήλ καταστρώνουν τα πολεμικά τους σχέδια αίσθηση προκαλούν οι αποκαλύψεις αμερικανικών ΜΜΕ πως το Ιράν, πέραν των άλλων αντιποίνων στα οποία θα προχωρήσει, έχει εκπονήσει σχέδιο στοχοποίησης διπλωματών και στρατιωτικού προσωπικού των ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον περιορίζει τη διπλωματική παρουσία της σε μια σειρά χωρών καταδεικνύει το μέγεθος του πανικού που επικρατεί στην Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον προειδοποιεί για ιρανικές επιχειρήσεις εναντίον Αμερικανών αξιωματούχων
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποίησαν αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων το Axios, το Associated Press και το CBS News, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ προειδοποιούν για αυξημένες και προχωρημένες προσπάθειες του Ιράν να στοχοποιήσει Αμερικανούς αξιωματούχους και διπλωματικό προσωπικό.
Σε υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 2026, ο διευθυντής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Jay Clayton ενημέρωσε τον υπουργό Εξωτερικών Marco Rubio ότι ορισμένα φερόμενα σχέδια εναντίον Αμερικανών έχουν φτάσει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, σε προχωρημένο στάδιο.
Ωστόσο, το σημείωμα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένους στόχους, χρόνους εκδήλωσης επιθέσεων ή άλλα στοιχεία.
Αυτό αποτελεί μια ουσιώδη παράμετρο, καθώς οι κατηγορίες που διατυπώνονται από τις αμερικανικές υπηρεσίες δεν αναφέρονται σε χώρες.
Πάντως εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως το σημείωμα αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο επιχειρησιακών δικτύων των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπενθυμίζεται πως το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει προχωρήσει σε περιορισμό προσωπικού στις διπλωματικές αποστολές της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Στη Σαουδική Αραβία έχουν δοθεί οδηγίες αποχώρησης σε μη απαραίτητο προσωπικό και μέλη οικογενειών Αμερικανών διπλωματών, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων στο Ριάντ, στην Jeddah και στο Dhahran.
Η αμερικανική πλευρά αποδίδει τα μέτρα σε αυξημένους κινδύνους ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων απειλών που συνδέει με το Ιράν και το κίνημα Ansar Allah (Houthis) της Υεμένης.

Οι νέες απειλές Trump και η πολιτική της στρατιωτικής πίεσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Donald Trump επανέφερε ανοιχτά το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον του Ιράν.
Μιλώντας σε συγκέντρωση στη Florida, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στην επιχείρηση «Epic Fury», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια νέα επιχείρηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εάν η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί συμφωνία με την Ουάσιγκτον.
Η διατύπωσή του επαναφέρει ένα βασικό ερώτημα: μπορεί μια βιώσιμη διπλωματική συμφωνία να επιτευχθεί υπό τη διαρκή απειλή στρατιωτικής επίθεσης;
Από την ιρανική σκοπιά, η αμερικανική στρατηγική εκλαμβάνεται ως απόπειρα επιβολής όρων μέσω στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης και όχι ως διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ κυρίαρχων κρατών.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει διαχρονικά ότι η εθνική κυριαρχία και η ασφάλειά της δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εκβιασμού.
Οι αμερικανικές κυρώσεις, η στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και η συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ συνθέτουν, κατά την ιρανική ηγεσία, ένα περιβάλλον διαρκούς εξωτερικής απειλής.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η πίεση είναι αναγκαία για να περιοριστούν οι πυρηνικές και στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και να προστατευθούν οι αμερικανικές δυνάμεις και οι περιφερειακοί εταίροι της.
Η αντιπαράθεση αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται πλέον στις διπλωματικές δηλώσεις.
Έχει άμεσες συνέπειες στη ναυσιπλοΐα, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη σταθερότητα ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Ali Abdollahi: «Τα αμερικανικά πολεμικά πλοία δεν θα επιστρέψουν στον Περσικό Κόλπο»Trump: "We may do another little Epic Fury." https://t.co/hA38W1nc8M
— Faytuks Network (@FaytuksNetwork) October 23, 2026
Η πιο ηχηρή απάντηση στις αμερικανικές απειλές ήρθε από τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου των ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, υποστράτηγο Ali Abdollahi.
Ο Ιρανός στρατιωτικός διοικητής ξεκαθάρισε ότι η χώρα του δεν πρόκειται να επιτρέψει την είσοδο αμερικανικών πολεμικών πλοίων στον Περσικό Κόλπο.
«Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί μόνο να ονειρεύεται την επιστροφή των στρατιωτικών του δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο.
Θα πάρουν αυτό το όνειρο μαζί τους στον τάφο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Σε ακόμη αυστηρότερο τόνο, υποστήριξε ότι το Ιράν δεν θα επιτρέψει, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, την παρουσία αμερικανικών πολεμικών σκαφών στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.
Οι δηλώσεις αυτές, που μεταδόθηκαν από ιρανικά μέσα ενημέρωσης, αποτυπώνουν τη στρατηγική αποτροπής την οποία επιχειρεί να προβάλει η Τεχεράνη.
Ο Ali Abdollahi ισχυρίστηκε ότι οι ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν περιορίσει δραστικά την επιχειρησιακή ελευθερία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.
Πρόκειται για ισχυρισμό της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη αποτίμηση των πραγματικών ναυτικών συσχετισμών.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία του είναι σαφής: το Ιράν επιδιώκει να δείξει ότι παραμένει στρατιωτικά υπολογίσιμο και ότι οποιαδήποτε νέα επιχείρηση εναντίον του ενδέχεται να έχει υψηλό κόστος.

Τα Στενά του Hormuz ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται η περιοχή των Στενών του Hormuz, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας.
Για το Ιράν, ο έλεγχος της ασφάλειας στα γειτονικά του ύδατα αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, αλλά και κρίσιμο εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.
Η γεωγραφική θέση της χώρας προσδίδει στην Τεχεράνη δυνατότητα άσκησης σημαντικής επιρροής στις εξελίξεις της περιοχής, ακόμη και απέναντι σε στρατιωτικά ισχυρότερους αντιπάλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν διαθέτει απεριόριστη δυνατότητα αποκλεισμού της διεθνούς ναυσιπλοΐας χωρίς συνέπειες.
Σημαίνει, όμως, ότι μια στρατιωτική αναμέτρηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις πολύ πέρα από τα σύνορά του.
Η πιθανότητα διαταραχής των ενεργειακών μεταφορών δημιουργεί κινδύνους για τις διεθνείς αγορές, τις τιμές του πετρελαίου και τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας.
Υπό αυτή την έννοια, η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε διαπραγματευτικό και αποτρεπτικό πλεονέκτημα.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικαλούνται την ανάγκη διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υποστηρίζοντας ότι οποιοσδήποτε αποκλεισμός θα έθετε σε κίνδυνο το διεθνές εμπόριο.

Η ιρανική απάντηση στις αντιφάσεις της Ουάσιγκτον
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν και οι αναφορές του Ali Abdollahi στους επανειλημμένους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί καταστροφής των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Ο Ιρανός διοικητής αμφισβήτησε τη συνέπεια της αμερικανικής επιχειρηματολογίας, διερωτώμενος γιατί η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να προειδοποιεί για τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, εφόσον υποστηρίζει ότι τις έχει ήδη εξουδετερώσει.
«Εάν έχετε καταστρέψει τα πάντα, ποιο είναι το νόημα να επαναλαμβάνετε αυτούς τους ισχυρισμούς;», αναρωτήθηκε.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση αναδεικνύει μια κεντρική γραμμή της ιρανικής επιχειρηματολογίας: ότι η αμερικανική πολιτική παρουσιάζει το Ιράν ταυτόχρονα ως αποδυναμωμένο αντίπαλο και ως σοβαρή απειλή που απαιτεί νέα στρατιωτική δράση.
Βεβαίως, η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην εξάλειψη κάθε τεχνογνωσίας ή μελλοντικής δυνατότητας.
Εντούτοις, οι αντιφατικές δημόσιες διατυπώσεις δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τους πραγματικούς στόχους της αμερικανικής στρατηγικής.
Το Ιράν, από την πλευρά του, επιμένει ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων και παρουσιάζει το πυρηνικό του πρόγραμμα ως ειρηνικό.

Η μάχη της αποτροπής και το κόστος μιας νέας σύγκρουσης
Η ταυτόχρονη εμφάνιση αμερικανικών προειδοποιήσεων, διπλωματικών αποχωρήσεων και ιρανικών στρατιωτικών δηλώσεων φανερώνει ένα περιβάλλον βαθιάς αμοιβαίας δυσπιστίας.
Για την Τεχεράνη, η σκληρή στάση συνδέεται με την ανάγκη να αποτρέψει νέες επιθέσεις και να αποδείξει ότι η στρατιωτική πίεση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πολιτική υποχώρηση.
Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της στρατιωτικής απειλής αποτελεί μέσο διαπραγματευτικής πίεσης, παρότι αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Η απομάκρυνση αμερικανικού προσωπικού δεν αποδεικνύει ότι επίκειται νέα επίθεση.
Αναδεικνύει, όμως, ότι ακόμη και η αμερικανική κυβέρνηση αναγνωρίζει το δυνητικά σοβαρό κόστος μιας διευρυμένης αντιπαράθεσης.
Η ιρανική στρατηγική στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την πραγματικότητα: στην προσπάθεια να καταστήσει το κόστος μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης μεγαλύτερο από τα πιθανά οφέλη της.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά διαθέτει περισσότερα πολεμικά μέσα, αλλά εάν η στρατιωτική υπεροχή μπορεί πράγματι να επιβάλει μια σταθερή πολιτική λύση.
Το μήνυμα που επιδιώκει να στείλει σήμερα το Ιράν είναι ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια συμφωνία υπό καθεστώς στρατιωτικού εξαναγκασμού.
Η Ουάσιγκτον καλείται, αντίστοιχα, να σταθμίσει εάν η συνέχιση των απειλών εξυπηρετεί τη διπλωματία ή οδηγεί σε έναν νέο κύκλο σύγκρουσης.
Σε μια περιοχή που έχει ήδη επιβαρυνθεί από πολέμους, κυρώσεις και αλλεπάλληλες κρίσεις, η αναγνώριση των πραγματικών συσχετισμών και η επιστροφή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις αποτελούν τη σημαντικότερη προϋπόθεση για την αποτροπή μιας ακόμη ευρύτερης ανάφλεξης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών