Η προσφυγή στον ESM υπό σκληρούς όρους, το TPI και η απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας
Επικρατεί ένα παράδοξο: την ώρα που η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες δημοσιονομικές και πολιτικές δοκιμασίες των τελευταίων δεκαετιών δεν έχουμε τους δραματικούς τίτλους οι οποίοι συνόδευσαν την ελληνική κρίση της περιόδου μετά το 2010.
Φαίνεται ότι όλοι σιωπηρώς αναμένουν παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τη στιγμή που διαφανεί ότι η κρίση υπερβεί τα σύνορα της Γαλλίας και κινδυνεύσει η κρίση να μεταδοθεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να συνεχιστεί καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία λειτουργεί με έναν προσωρινό προϋπολογισμό χωρίς να είναι δυνατόν να ψηφίσει τα απαιτούμενα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής 54 δισ. ευρώ για την τρέχουσα χρήση.
Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu έχει παρουσιάσει σχέδιο προϋπολογισμού που προβλέπει σημαντικό περιορισμό των δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το 2027.
Ωστόσο, η έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας καθιστά αβέβαιη την έγκρισή του.
Την Παρασκευή (23/10), η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε το σκέλος των εσόδων του νομοσχεδίου για τον προϋπολογισμό κοινωνικής ασφάλισης του 2027, αναπέμποντας το αρχικό κείμενο στη Γερουσία.
Οι βουλευτές αναμένεται να επιστρέψουν την επόμενη εβδομάδα στη συζήτηση για τον κεντρικό κρατικό προϋπολογισμό.

Εκρηκτική κατάσταση: Κοινωνική αναταραχή και οικονομική κρίση
Η εκτίναξη των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων, η επιμονή των υψηλών ελλειμμάτων και η πολιτική αδυναμία εφαρμογής ενός αξιόπιστου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, αναδεικνύει την εκρηκτική κατάσταση.
Αφορά την ίδια τη δυνατότητα του γαλλικού κράτους να χρηματοδοτεί το χρέος του με βιώσιμο κόστος, χωρίς να υποχρεωθεί να αναθεωρήσει βαθιά τις οικονομικές και πολιτικές του προτεραιότητες.
Την υποβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης απέφυγε η Γαλλία, εξασφαλίζοντας μια προσωρινή ανάσα έπειτα από εβδομάδες έντονης αναταραχής στις αγορές ομολόγων, πολιτικού αδιεξόδου και μαζικών διαδηλώσεων.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο οίκος Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης στο Aa3, επτά βαθμίδες πάνω από την κατηγορία των μη επενδυτικών τίτλων (junk) και στο ίδιο επίπεδο με τη Βρετανία.
Διατήρησε, ωστόσο, αρνητικές τις προοπτικές.
«Η βραδύτερη ανάπτυξη και το υψηλότερο έλλειμμα έχουν οδηγήσει το χρέος της Γαλλίας σε κάπως υψηλότερα επίπεδα από τα αναμενόμενα», ανέφερε η Moody’s.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τις προβλέψεις, ενώ οι εκτεταμένες κοινωνικές κινητοποιήσεις ενδέχεται να περιορίσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Η απόφαση ανακοινώθηκε ενόψει ενός ακόμη τεταμένου Σαββατοκύριακου (24-25/10), με τις γαλλικές αρχές να επιχειρούν να αποτρέψουν την επανάληψη των εκτεταμένων επεισοδίων που προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές σε αρκετές πόλεις.
Η χώρα διατηρεί αξιολόγηση Aa3 με αρνητικές προοπτικές, ενώ οι Fitch και S&P την κατατάσσουν ήδη μία βαθμίδα χαμηλότερα, στο A+.
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία για τη γαλλική οικονομία είναι η 27η Νοεμβρίου, όταν έχει προγραμματιστεί η νέα αξιολόγηση από την S&P.
Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν στο προσεχές διάστημα επιταχυνθεί η αύξηση του κόστους δανεισμού και περιορίσει τα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών του Παρισιού.

Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν το βάθος του προβλήματος
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν στις 21 Οκτωβρίου 2026, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας διαμορφώθηκε το 2025 στο 5,1% του ΑΕΠ, έναντι 5,8% το 2024.
Παρά τη βελτίωση, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από το 112,6% στο 115,7% του ΑΕΠ, φθάνοντας περίπου τα 3,46 τρισ. ευρώ.
Για το 2025, ο μέσος όρος χρέους της ευρωζώνης ήταν 87,7% του ΑΕΠ, γεγονός που αναδεικνύει την απόσταση της Γαλλίας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ακόμη πιο ανησυχητικό: το κόστος δανεισμού.
Στις 22 Οκτωβρίου, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έφθασε στο 5,14%, ενώ η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου πλησίασε τις 174 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για επίπεδα τα οποία παραπέμπουν στις εντάσεις της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους του 2011.
Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση των επιτοκίων μεταφέρεται σταδιακά στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, καθώς το κράτος αναχρηματοδοτεί λήξεις και εκδίδει νέα ομόλογα.
Δεν επιβαρύνεται ολόκληρο το υφιστάμενο χρέος αμέσως, αλλά όσο περισσότερο διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα οι αποδόσεις τόσο δυσκολότερη γίνεται η σταθεροποίηση της δημοσιονομικής κατάστασης.
Η γαλλική οικονομία, επομένως, αντιμετωπίζει έναν φαύλο κύκλο: υψηλό έλλειμμα, αυξανόμενο χρέος, ακριβότερο δανεισμό και μεγαλύτερες δαπάνες τόκων.
Για να ανακοπεί αυτή η δυναμική, απαιτείται είτε ισχυρότερη ανάπτυξη είτε δημοσιονομική προσαρμογή είτε ένας συνδυασμός των δύο ενώ η πολιτική αστάθεια περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής και των δύο λύσεων.

Ο συναγερμός από τους οίκους αξιολόγησης
Ακόμα και εάν υπήρχε υποβάθμιση από τη Moody’s αυτό δεν σημαίνει ότι η Γαλλία χάνει αμέσως την πρόσβαση στις αγορές. Ακόμη και σε περίπτωση μετάβασης στο A1, η χώρα θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στην επενδυτική βαθμίδα.
Η σημασία της απόφασης βρίσκεται περισσότερο στη σωρευτική επίδραση των αρνητικών σημάτων.
Όταν οι οίκοι αξιολόγησης αμφισβητούν τη δημοσιονομική πορεία μιας χώρας, οι επενδυτές επανεξετάζουν τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
Ορισμένα επενδυτικά χαρτοφυλάκια υπόκεινται σε συγκεκριμένα όρια πιστοληπτικής αξιολόγησης, ενώ άλλοι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση ως αντιστάθμισμα για τον αυξημένο κίνδυνο.
Εάν ακολουθήσουν νέες υποβαθμίσεις, η πίεση θα μπορούσε να ενταθεί.
Το ουσιαστικότερο πρόβλημα, πάντως, είναι η δυνατότητα της κυβέρνησης να πετύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η Γαλλία πρέπει να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029, στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
Το σχέδιο απαιτεί σημαντική βελτίωση του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου κατά την περίοδο 2025-2029. Παράλληλα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές δυσκολίες έχουν αποδυναμώσει τις προοπτικές δημοσιονομικής προσαρμογής.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: η Γαλλία δεν καλείται απλώς να ανακοινώσει περικοπές. Πρέπει να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να τις εφαρμόσει με συνέπεια, ακόμη και όταν το πολιτικό κόστος είναι υψηλό.

ESM: Η ευρωπαϊκή βοήθεια δεν είναι… δωρεάν
Εάν η πίεση από τις αγορές εξελιχθεί σε μείζονα κρίση χρηματοδότησης, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας που διαμορφώθηκε κατά την ελληνική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρωπαϊκής λύσης.
Ο ESM δημιουργήθηκε για να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή σε κράτη της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες χρηματοδότησης, όταν η παρέμβαση κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η συνδρομή, όμως, δεν είναι αυτόματη ούτε άνευ όρων.
Σύμφωνα με το πλαίσιο λειτουργίας του ESM, τα δάνεια στο πλαίσιο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις πολιτικής.
Οι όροι αποτυπώνονται σε Μνημόνιο Συνεννόησης – όπως καλά γνωρίζουμε στην Ελλάδα - ενώ η εφαρμογή τους παρακολουθείται από τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι εκταμιεύσεις μπορούν να ανασταλούν εάν δεν τηρούνται οι συμπεφωνημένοι όροι.
Αυτό σημαίνει ότι, εάν η Γαλλία ζητούσε ένα πλήρες πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με δεσμεύσεις που θα περιόριζαν ουσιαστικά την ελευθερία της στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές;
• Δημοσιονομική προσαρμογή: αυστηρότεροι στόχοι για το έλλειμμα, περιορισμός της αύξησης των δημόσιων δαπανών και επανεξέταση επιδοτήσεων ή φορολογικών ελαφρύνσεων.
• Μεταρρυθμίσεις στις δημόσιες δαπάνες: παρεμβάσεις στη δημόσια διοίκηση, στις συνταξιοδοτικές δαπάνες και σε άλλα μεγάλα κονδύλια του προϋπολογισμού.
• Διαρθρωτικές αλλαγές: μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της απασχόλησης.
• Διαρκής εποπτεία: αξιολόγηση της εφαρμογής των δεσμεύσεων και σύνδεση της εκταμίευσης χρημάτων με την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Οι πραγματικοί όροι θα εξαρτώνταν από το χρηματοδοτικό εργαλείο, τη φύση της κρίσης και τη διαπραγμάτευση μεταξύ των θεσμών και της γαλλικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση μιας κυβέρνησης από εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη, τόσο μικρότερο γίνεται το περιθώριο να απορρίπτει τους όρους εκείνων που τη χρηματοδοτούν.
Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του κινδύνου για το Παρίσι.
Αντί να επιλεγεί η δύσκολη εγχώρια προσαρμογή αυτή αναμένεται να συμβεί υπό την πίεση της ανάγκης για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

TPI: Η ΕΚΤ δεν μπορεί να θεωρείται… δεδομένος σωτήρας
Το δεύτερο εργαλείο που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης είναι το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, γνωστό ως TPI - Transmission Protection Instrument - της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Το TPI επιτρέπει στο Ευρωσύστημα να αγοράζει τίτλους στη δευτερογενή αγορά, όταν παρατηρείται αδικαιολόγητη και άτακτη επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών που απειλεί τη μετάδοση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.
Οι αγορές δεν έχουν προκαθορισμένο ανώτατο όριο, αλλά η ενεργοποίηση του εργαλείου εξαρτάται από την αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Εδώ, όμως, εμφανίζεται μια σημαντική αντίφαση για τη Γαλλία.
Το TPI δεν σχεδιάστηκε ως γενική εγγύηση έναντι κάθε αύξησης των κρατικών επιτοκίων.
Η ΕΚΤ εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, τη βιωσιμότητα του χρέους και την ποιότητα των δημοσιονομικών πολιτικών.
Η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.
Επιπλέον, η πίεση στα ομόλογά της συνδέεται με πραγματικές δημοσιονομικές και πολιτικές ανησυχίες.
Επομένως, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι κάθε αύξηση των αποδόσεων είναι αδικαιολόγητη – δηλαδή ότι αποτελεί κάποια ανισορροπία που προκαλείται από τις αγορές - και ότι η ΕΚΤ θα παρέμβει για να την αντιστρέψει.
Σε ανάλυσή του την 1η Οκτωβρίου 2026, το Reuters επισήμανε ότι η ενεργοποίηση του TPI για τη Γαλλία δεν θεωρείται πιθανή υπό τις τότε συνθήκες, ακριβώς λόγω των δημοσιονομικών αδυναμιών και των κριτηρίων επιλεξιμότητας.
Το εργαλείο δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία.
Η διάκριση μεταξύ ESM και TPI είναι καθοριστική.
Ο ESM παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή υπό σκληρούς όρους – βλέπε μνημόνια.
Το TPI είναι εργαλείο νομισματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων διαταραχών στη μετάδοσή της.
Δεν αποτελεί απλώς ένα δεύτερο ταμείο διάσωσης.
Εάν, λοιπόν, το Παρίσι προσδοκά ότι η ΕΚΤ θα περιορίσει αυτομάτως τις αποδόσεις των ομολόγων του, μπορεί να απογοητευθεί.
Η νομισματική προστασία δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Ποιες παραχωρήσεις θα αναγκαστεί να κάνει το Παρίσι;
Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί τόσο ώστε να καταστεί αναγκαία η επίσημη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη, η Γαλλία θα μπορούσε να χρειαστεί να αναλάβει δεσμεύσεις που σήμερα θα ήταν πολιτικά δύσκολο να αποδεχθεί.
Η πρώτη παραχώρηση θα ήταν δημοσιονομική: ένα αυστηρότερο και περισσότερο δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα μείωσης του ελλείμματος.
Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει περιορισμό δαπανών, αναθεώρηση φορολογικών πολιτικών και μεταρρυθμίσεις σε μεγάλα συστήματα κοινωνικής προστασίας.
Αυτό σημαίνει μείζονες παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα με αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και μείωση των παροχών οι οποίες έχουν προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις και δεν κατέστη δυνατόν να θεσμοθετηθούν
Η δεύτερη θα ήταν θεσμική: Η γαλλική κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδεχθεί εξωτερική αξιολόγηση της εφαρμογής των δεσμεύσεών της, με την πρόσβαση σε επόμενες εκταμιεύσεις να εξαρτάται από την πρόοδο που θα καταγράφεται.
Πρόκειται για μια πρωτοφανή ταπείνωση για τον δεύτερο πυλώνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η τρίτη θα αφορούσε την πολιτική διαπραγμάτευση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Γαλλία θα είχε ισχυρό κίνητρο να αναζητήσει συμβιβασμούς με τους εταίρους της, ιδιαίτερα με τα κράτη που θα έπρεπε να εγκρίνουν ή να στηρίξουν τη χρηματοδοτική συνδρομή.
Θα μπορούσαν όλα αυτά να χαρακτηριστούν «εξευτελιστικές παραχωρήσεις».
Από πολιτική άποψη, μια κυβέρνηση που αναγκάζεται να αναθεωρήσει βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις της υπό εξωτερική πίεση μπορεί ασφαλώς να υποστεί σοβαρή απώλεια κύρους και πολιτικής επιρροής.

Το πραγματικό διακύβευμα: Η απώλεια οικονομικής αυτονομίας
Η σημαντικότερη συνέπεια μιας ενδεχόμενης κρίσης δεν θα ήταν μόνο το ύψος των επιτοκίων ή το μέγεθος των δημοσιονομικών περικοπών.
Θα ήταν η σταδιακή συρρίκνωση της δυνατότητας της γαλλικής κυβέρνησης να καθορίζει αυτόνομα την οικονομική της πολιτική.
Όταν το κόστος δανεισμού αυξάνεται, κάθε νέα δαπάνη πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους.
Όταν η πρόσβαση στις αγορές γίνεται δυσκολότερη, η κυβέρνηση αναγκάζεται να προσαρμόσει τις αποφάσεις της στις απαιτήσεις των πιστωτών.
Και όταν η επίσημη χρηματοδοτική στήριξη συνοδεύεται από δεσμευτικούς όρους, οι επιλογές περιορίζονται ακόμη περισσότερο.
Η Γαλλία έχει, βεβαίως, πλεονεκτήματα που δεν πρέπει να παραβλέπονται: μεγάλη παραγωγική βάση, ανεπτυγμένη οικονομία, θεσμική ισχύ και πρόσβαση στο κοινό νόμισμα. Το δημόσιο χρέος της, επίσης, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αδυναμία αποπληρωμής.
Όπως επισημαίνει και η ανάλυση των Financial Times στις 23 Οκτωβρίου, οι σημερινές συνθήκες στις αγορές απέχουν ακόμη από την ακραία αναταραχή που είχε παρατηρηθεί σε ορισμένες χώρες κατά την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Αλλά θα επιβεβαιώσει το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα δεν δύναται να διαχειριστεί μια κρίση.
Η Ευρώπη ως δίχτυ ασφαλείας και ως δύναμη επιβολής εξευτελιστικών όρων
Εάν οι πιέσεις εξελιχθούν σε κρίση χρηματοδότησης, ο ESM θα μπορούσε να προσφέρει μια διέξοδο, αλλά υπό όρους που θα περιόριζαν την ελευθερία οικονομικών επιλογών της γαλλικής κυβέρνησης: δηλαδή η χώρα θα σταματήσει να ασκεί την οικονομική της κυριαρχία.
Το TPI θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι σε αδικαιολόγητες και άτακτες διαταραχές των αγορών, αλλά δεν αποτελεί εγγυημένη προστασία απέναντι στις συνέπειες μιας μη βιώσιμης δημοσιονομικής πορείας.
Για τη Γαλλία, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η διατήρηση μιας υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Είναι η διατήρηση της δυνατότητας να αποφασίζει η ίδια για την οικονομική της πορεία, χωρίς να αναγκαστεί να ανταλλάξει μέρος της πολιτικής της αυτονομίας με την εξασφάλιση χρηματοδοτικής σταθερότητας.
Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της κρίσης που διαγράφεται: η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί να προστατεύσει ένα κράτος από μια χρηματοδοτική κατάρρευση, αλλά η ανάγκη προσφυγής σε αυτήν μπορεί να μεταβάλει ριζικά τους όρους με τους οποίους ασκεί την οικονομική του πολιτική.
Καθώς οι σφυγμομετρήσεις δίνουν ποσοστό 70% στην Marine Le Pen για τη γαλλική προεδρία, το σχεδόν βέβαιο είναι ότι θα αναγκαστεί να διαχειριστεί την επιβολή ενός μνημονίου.
Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε (πικρά) καλά στη Ελλάδα.
www.bankingnews.gr
Φαίνεται ότι όλοι σιωπηρώς αναμένουν παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τη στιγμή που διαφανεί ότι η κρίση υπερβεί τα σύνορα της Γαλλίας και κινδυνεύσει η κρίση να μεταδοθεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να συνεχιστεί καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία λειτουργεί με έναν προσωρινό προϋπολογισμό χωρίς να είναι δυνατόν να ψηφίσει τα απαιτούμενα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής 54 δισ. ευρώ για την τρέχουσα χρήση.
Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu έχει παρουσιάσει σχέδιο προϋπολογισμού που προβλέπει σημαντικό περιορισμό των δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το 2027.
Ωστόσο, η έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας καθιστά αβέβαιη την έγκρισή του.
Την Παρασκευή (23/10), η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε το σκέλος των εσόδων του νομοσχεδίου για τον προϋπολογισμό κοινωνικής ασφάλισης του 2027, αναπέμποντας το αρχικό κείμενο στη Γερουσία.
Οι βουλευτές αναμένεται να επιστρέψουν την επόμενη εβδομάδα στη συζήτηση για τον κεντρικό κρατικό προϋπολογισμό.

Εκρηκτική κατάσταση: Κοινωνική αναταραχή και οικονομική κρίση
Η εκτίναξη των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων, η επιμονή των υψηλών ελλειμμάτων και η πολιτική αδυναμία εφαρμογής ενός αξιόπιστου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, αναδεικνύει την εκρηκτική κατάσταση.
Αφορά την ίδια τη δυνατότητα του γαλλικού κράτους να χρηματοδοτεί το χρέος του με βιώσιμο κόστος, χωρίς να υποχρεωθεί να αναθεωρήσει βαθιά τις οικονομικές και πολιτικές του προτεραιότητες.
Την υποβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης απέφυγε η Γαλλία, εξασφαλίζοντας μια προσωρινή ανάσα έπειτα από εβδομάδες έντονης αναταραχής στις αγορές ομολόγων, πολιτικού αδιεξόδου και μαζικών διαδηλώσεων.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο οίκος Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης στο Aa3, επτά βαθμίδες πάνω από την κατηγορία των μη επενδυτικών τίτλων (junk) και στο ίδιο επίπεδο με τη Βρετανία.
Διατήρησε, ωστόσο, αρνητικές τις προοπτικές.
«Η βραδύτερη ανάπτυξη και το υψηλότερο έλλειμμα έχουν οδηγήσει το χρέος της Γαλλίας σε κάπως υψηλότερα επίπεδα από τα αναμενόμενα», ανέφερε η Moody’s.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τις προβλέψεις, ενώ οι εκτεταμένες κοινωνικές κινητοποιήσεις ενδέχεται να περιορίσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Η απόφαση ανακοινώθηκε ενόψει ενός ακόμη τεταμένου Σαββατοκύριακου (24-25/10), με τις γαλλικές αρχές να επιχειρούν να αποτρέψουν την επανάληψη των εκτεταμένων επεισοδίων που προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές σε αρκετές πόλεις.
Η χώρα διατηρεί αξιολόγηση Aa3 με αρνητικές προοπτικές, ενώ οι Fitch και S&P την κατατάσσουν ήδη μία βαθμίδα χαμηλότερα, στο A+.
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία για τη γαλλική οικονομία είναι η 27η Νοεμβρίου, όταν έχει προγραμματιστεί η νέα αξιολόγηση από την S&P.
Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν στο προσεχές διάστημα επιταχυνθεί η αύξηση του κόστους δανεισμού και περιορίσει τα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών του Παρισιού.

Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν το βάθος του προβλήματος
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν στις 21 Οκτωβρίου 2026, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας διαμορφώθηκε το 2025 στο 5,1% του ΑΕΠ, έναντι 5,8% το 2024.
Παρά τη βελτίωση, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από το 112,6% στο 115,7% του ΑΕΠ, φθάνοντας περίπου τα 3,46 τρισ. ευρώ.
Για το 2025, ο μέσος όρος χρέους της ευρωζώνης ήταν 87,7% του ΑΕΠ, γεγονός που αναδεικνύει την απόσταση της Γαλλίας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ακόμη πιο ανησυχητικό: το κόστος δανεισμού.
Στις 22 Οκτωβρίου, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έφθασε στο 5,14%, ενώ η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου πλησίασε τις 174 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για επίπεδα τα οποία παραπέμπουν στις εντάσεις της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους του 2011.
Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση των επιτοκίων μεταφέρεται σταδιακά στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, καθώς το κράτος αναχρηματοδοτεί λήξεις και εκδίδει νέα ομόλογα.
Δεν επιβαρύνεται ολόκληρο το υφιστάμενο χρέος αμέσως, αλλά όσο περισσότερο διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα οι αποδόσεις τόσο δυσκολότερη γίνεται η σταθεροποίηση της δημοσιονομικής κατάστασης.
Η γαλλική οικονομία, επομένως, αντιμετωπίζει έναν φαύλο κύκλο: υψηλό έλλειμμα, αυξανόμενο χρέος, ακριβότερο δανεισμό και μεγαλύτερες δαπάνες τόκων.
Για να ανακοπεί αυτή η δυναμική, απαιτείται είτε ισχυρότερη ανάπτυξη είτε δημοσιονομική προσαρμογή είτε ένας συνδυασμός των δύο ενώ η πολιτική αστάθεια περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής και των δύο λύσεων.

Ο συναγερμός από τους οίκους αξιολόγησης
Ακόμα και εάν υπήρχε υποβάθμιση από τη Moody’s αυτό δεν σημαίνει ότι η Γαλλία χάνει αμέσως την πρόσβαση στις αγορές. Ακόμη και σε περίπτωση μετάβασης στο A1, η χώρα θα εξακολουθούσε να βρίσκεται στην επενδυτική βαθμίδα.
Η σημασία της απόφασης βρίσκεται περισσότερο στη σωρευτική επίδραση των αρνητικών σημάτων.
Όταν οι οίκοι αξιολόγησης αμφισβητούν τη δημοσιονομική πορεία μιας χώρας, οι επενδυτές επανεξετάζουν τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
Ορισμένα επενδυτικά χαρτοφυλάκια υπόκεινται σε συγκεκριμένα όρια πιστοληπτικής αξιολόγησης, ενώ άλλοι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση ως αντιστάθμισμα για τον αυξημένο κίνδυνο.
Εάν ακολουθήσουν νέες υποβαθμίσεις, η πίεση θα μπορούσε να ενταθεί.
Το ουσιαστικότερο πρόβλημα, πάντως, είναι η δυνατότητα της κυβέρνησης να πετύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η Γαλλία πρέπει να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029, στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
Το σχέδιο απαιτεί σημαντική βελτίωση του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου κατά την περίοδο 2025-2029. Παράλληλα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές δυσκολίες έχουν αποδυναμώσει τις προοπτικές δημοσιονομικής προσαρμογής.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: η Γαλλία δεν καλείται απλώς να ανακοινώσει περικοπές. Πρέπει να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να τις εφαρμόσει με συνέπεια, ακόμη και όταν το πολιτικό κόστος είναι υψηλό.

ESM: Η ευρωπαϊκή βοήθεια δεν είναι… δωρεάν
Εάν η πίεση από τις αγορές εξελιχθεί σε μείζονα κρίση χρηματοδότησης, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας που διαμορφώθηκε κατά την ελληνική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρωπαϊκής λύσης.
Ο ESM δημιουργήθηκε για να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή σε κράτη της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες χρηματοδότησης, όταν η παρέμβαση κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η συνδρομή, όμως, δεν είναι αυτόματη ούτε άνευ όρων.
Σύμφωνα με το πλαίσιο λειτουργίας του ESM, τα δάνεια στο πλαίσιο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις πολιτικής.
Οι όροι αποτυπώνονται σε Μνημόνιο Συνεννόησης – όπως καλά γνωρίζουμε στην Ελλάδα - ενώ η εφαρμογή τους παρακολουθείται από τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι εκταμιεύσεις μπορούν να ανασταλούν εάν δεν τηρούνται οι συμπεφωνημένοι όροι.
Αυτό σημαίνει ότι, εάν η Γαλλία ζητούσε ένα πλήρες πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με δεσμεύσεις που θα περιόριζαν ουσιαστικά την ελευθερία της στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές;
• Δημοσιονομική προσαρμογή: αυστηρότεροι στόχοι για το έλλειμμα, περιορισμός της αύξησης των δημόσιων δαπανών και επανεξέταση επιδοτήσεων ή φορολογικών ελαφρύνσεων.
• Μεταρρυθμίσεις στις δημόσιες δαπάνες: παρεμβάσεις στη δημόσια διοίκηση, στις συνταξιοδοτικές δαπάνες και σε άλλα μεγάλα κονδύλια του προϋπολογισμού.
• Διαρθρωτικές αλλαγές: μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της απασχόλησης.
• Διαρκής εποπτεία: αξιολόγηση της εφαρμογής των δεσμεύσεων και σύνδεση της εκταμίευσης χρημάτων με την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Οι πραγματικοί όροι θα εξαρτώνταν από το χρηματοδοτικό εργαλείο, τη φύση της κρίσης και τη διαπραγμάτευση μεταξύ των θεσμών και της γαλλικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση μιας κυβέρνησης από εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη, τόσο μικρότερο γίνεται το περιθώριο να απορρίπτει τους όρους εκείνων που τη χρηματοδοτούν.
Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του κινδύνου για το Παρίσι.
Αντί να επιλεγεί η δύσκολη εγχώρια προσαρμογή αυτή αναμένεται να συμβεί υπό την πίεση της ανάγκης για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

TPI: Η ΕΚΤ δεν μπορεί να θεωρείται… δεδομένος σωτήρας
Το δεύτερο εργαλείο που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης είναι το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, γνωστό ως TPI - Transmission Protection Instrument - της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Το TPI επιτρέπει στο Ευρωσύστημα να αγοράζει τίτλους στη δευτερογενή αγορά, όταν παρατηρείται αδικαιολόγητη και άτακτη επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών που απειλεί τη μετάδοση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.
Οι αγορές δεν έχουν προκαθορισμένο ανώτατο όριο, αλλά η ενεργοποίηση του εργαλείου εξαρτάται από την αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Εδώ, όμως, εμφανίζεται μια σημαντική αντίφαση για τη Γαλλία.
Το TPI δεν σχεδιάστηκε ως γενική εγγύηση έναντι κάθε αύξησης των κρατικών επιτοκίων.
Η ΕΚΤ εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, τη βιωσιμότητα του χρέους και την ποιότητα των δημοσιονομικών πολιτικών.
Η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.
Επιπλέον, η πίεση στα ομόλογά της συνδέεται με πραγματικές δημοσιονομικές και πολιτικές ανησυχίες.
Επομένως, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι κάθε αύξηση των αποδόσεων είναι αδικαιολόγητη – δηλαδή ότι αποτελεί κάποια ανισορροπία που προκαλείται από τις αγορές - και ότι η ΕΚΤ θα παρέμβει για να την αντιστρέψει.
Σε ανάλυσή του την 1η Οκτωβρίου 2026, το Reuters επισήμανε ότι η ενεργοποίηση του TPI για τη Γαλλία δεν θεωρείται πιθανή υπό τις τότε συνθήκες, ακριβώς λόγω των δημοσιονομικών αδυναμιών και των κριτηρίων επιλεξιμότητας.
Το εργαλείο δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία.
Η διάκριση μεταξύ ESM και TPI είναι καθοριστική.
Ο ESM παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή υπό σκληρούς όρους – βλέπε μνημόνια.
Το TPI είναι εργαλείο νομισματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων διαταραχών στη μετάδοσή της.
Δεν αποτελεί απλώς ένα δεύτερο ταμείο διάσωσης.
Εάν, λοιπόν, το Παρίσι προσδοκά ότι η ΕΚΤ θα περιορίσει αυτομάτως τις αποδόσεις των ομολόγων του, μπορεί να απογοητευθεί.
Η νομισματική προστασία δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Ποιες παραχωρήσεις θα αναγκαστεί να κάνει το Παρίσι;
Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί τόσο ώστε να καταστεί αναγκαία η επίσημη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη, η Γαλλία θα μπορούσε να χρειαστεί να αναλάβει δεσμεύσεις που σήμερα θα ήταν πολιτικά δύσκολο να αποδεχθεί.
Η πρώτη παραχώρηση θα ήταν δημοσιονομική: ένα αυστηρότερο και περισσότερο δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα μείωσης του ελλείμματος.
Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει περιορισμό δαπανών, αναθεώρηση φορολογικών πολιτικών και μεταρρυθμίσεις σε μεγάλα συστήματα κοινωνικής προστασίας.
Αυτό σημαίνει μείζονες παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα με αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και μείωση των παροχών οι οποίες έχουν προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις και δεν κατέστη δυνατόν να θεσμοθετηθούν
Η δεύτερη θα ήταν θεσμική: Η γαλλική κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδεχθεί εξωτερική αξιολόγηση της εφαρμογής των δεσμεύσεών της, με την πρόσβαση σε επόμενες εκταμιεύσεις να εξαρτάται από την πρόοδο που θα καταγράφεται.
Πρόκειται για μια πρωτοφανή ταπείνωση για τον δεύτερο πυλώνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η τρίτη θα αφορούσε την πολιτική διαπραγμάτευση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Γαλλία θα είχε ισχυρό κίνητρο να αναζητήσει συμβιβασμούς με τους εταίρους της, ιδιαίτερα με τα κράτη που θα έπρεπε να εγκρίνουν ή να στηρίξουν τη χρηματοδοτική συνδρομή.
Θα μπορούσαν όλα αυτά να χαρακτηριστούν «εξευτελιστικές παραχωρήσεις».
Από πολιτική άποψη, μια κυβέρνηση που αναγκάζεται να αναθεωρήσει βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις της υπό εξωτερική πίεση μπορεί ασφαλώς να υποστεί σοβαρή απώλεια κύρους και πολιτικής επιρροής.

Το πραγματικό διακύβευμα: Η απώλεια οικονομικής αυτονομίας
Η σημαντικότερη συνέπεια μιας ενδεχόμενης κρίσης δεν θα ήταν μόνο το ύψος των επιτοκίων ή το μέγεθος των δημοσιονομικών περικοπών.
Θα ήταν η σταδιακή συρρίκνωση της δυνατότητας της γαλλικής κυβέρνησης να καθορίζει αυτόνομα την οικονομική της πολιτική.
Όταν το κόστος δανεισμού αυξάνεται, κάθε νέα δαπάνη πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους.
Όταν η πρόσβαση στις αγορές γίνεται δυσκολότερη, η κυβέρνηση αναγκάζεται να προσαρμόσει τις αποφάσεις της στις απαιτήσεις των πιστωτών.
Και όταν η επίσημη χρηματοδοτική στήριξη συνοδεύεται από δεσμευτικούς όρους, οι επιλογές περιορίζονται ακόμη περισσότερο.
Η Γαλλία έχει, βεβαίως, πλεονεκτήματα που δεν πρέπει να παραβλέπονται: μεγάλη παραγωγική βάση, ανεπτυγμένη οικονομία, θεσμική ισχύ και πρόσβαση στο κοινό νόμισμα. Το δημόσιο χρέος της, επίσης, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αδυναμία αποπληρωμής.
Όπως επισημαίνει και η ανάλυση των Financial Times στις 23 Οκτωβρίου, οι σημερινές συνθήκες στις αγορές απέχουν ακόμη από την ακραία αναταραχή που είχε παρατηρηθεί σε ορισμένες χώρες κατά την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Αλλά θα επιβεβαιώσει το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα δεν δύναται να διαχειριστεί μια κρίση.
Η Ευρώπη ως δίχτυ ασφαλείας και ως δύναμη επιβολής εξευτελιστικών όρων
Εάν οι πιέσεις εξελιχθούν σε κρίση χρηματοδότησης, ο ESM θα μπορούσε να προσφέρει μια διέξοδο, αλλά υπό όρους που θα περιόριζαν την ελευθερία οικονομικών επιλογών της γαλλικής κυβέρνησης: δηλαδή η χώρα θα σταματήσει να ασκεί την οικονομική της κυριαρχία.
Το TPI θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι σε αδικαιολόγητες και άτακτες διαταραχές των αγορών, αλλά δεν αποτελεί εγγυημένη προστασία απέναντι στις συνέπειες μιας μη βιώσιμης δημοσιονομικής πορείας.
Για τη Γαλλία, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η διατήρηση μιας υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Είναι η διατήρηση της δυνατότητας να αποφασίζει η ίδια για την οικονομική της πορεία, χωρίς να αναγκαστεί να ανταλλάξει μέρος της πολιτικής της αυτονομίας με την εξασφάλιση χρηματοδοτικής σταθερότητας.
Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της κρίσης που διαγράφεται: η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί να προστατεύσει ένα κράτος από μια χρηματοδοτική κατάρρευση, αλλά η ανάγκη προσφυγής σε αυτήν μπορεί να μεταβάλει ριζικά τους όρους με τους οποίους ασκεί την οικονομική του πολιτική.
Καθώς οι σφυγμομετρήσεις δίνουν ποσοστό 70% στην Marine Le Pen για τη γαλλική προεδρία, το σχεδόν βέβαιο είναι ότι θα αναγκαστεί να διαχειριστεί την επιβολή ενός μνημονίου.
Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε (πικρά) καλά στη Ελλάδα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών