Oι περιορισμοί παραγωγικής δυναμικότητας και τα δημοσιονομικά εμπόδια περιορίζουν το οικονομικό όφελος, σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη το 2025 ήταν ελαφρώς ταχύτερη και προσανατολίστηκε περισσότερο προς την εγχώρια παραγωγή από ό,τι αναμενόταν.
Ωστόσο, η υπεραπόδοση ήταν περιορισμένη και ενισχύθηκε από τις λογιστικές μεθόδους καταγραφής, γεγονός που δεν δικαιολογεί αναθεώρηση της πρόβλεψης για μια σταδιακή και ήπια ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία, όπως σημειώνει σε ανάλυσή της η Oxford Economics.
Παρότι η παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού στην Ευρώπη αυξάνεται με ισχυρούς ρυθμούς, οι παραγγελίες αυξάνονται πολύ περισσότερο από την παραγωγική δυναμικότητα. Αυτό δημιουργεί σημεία συμφόρησης και ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ενώ περίπου το 40% των δαπανών για εξοπλισμό κατευθύνεται σε εισαγωγές. Οι συνεχιζόμενοι περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα δυσκολεύουν περαιτέρω αυξήσεις στις δαπάνες εξοπλισμού.
Τα οφέλη από την αυξανόμενη ζήτηση διαχέονται όλο και περισσότερο στην εφοδιαστική αλυσίδα του αμυντικού τομέα, αντισταθμίζοντας εν μέρει το ενεργειακό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τη διαρθρωτική ύφεση της ενεργοβόρας βιομηχανίας.
Η επίδραση είναι πιο έντονη σε προηγμένες εισροές, όπως τα ηλεκτρονικά και τα οπτικά προϊόντα, ενώ σε βασικές εισροές όπως τα μέταλλα και τα χημικά προϊόντα ο επανεξοπλισμός απλώς περιορίζει την πτώση χωρίς να την αντιστρέφει.
Οι περιορισμένες θετικές επιδράσεις στην ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη σημαίνουν ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η οποία χρηματοδοτείται κυρίως μέσω ελλειμμάτων, αποτελεί καθαρή επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά.
Υπό το βάρος και του ενεργειακού σοκ, ενισχύεται η ανάγκη αντιστάθμισης των δαπανών μέσω αυξήσεων φόρων ή περικοπών σε άλλες δαπάνες. Εκτιμάται ότι υπάρχει κίνδυνος επιβράδυνσης των αμυντικών δαπανών στις χώρες με πιο ευάλωτα δημόσια οικονομικά.

Ένας χρόνος μετά τη Σύνοδο της Χάγης
Έχει περάσει ένας χρόνος από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, όπου η Συμμαχία έθεσε νέο στόχο αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ ετησίως (3,5% για βασικές αμυντικές δαπάνες), με ορίζοντα επίτευξης το 2035. Έναν χρόνο μετά, τίθεται το ερώτημα πώς έχουν μεταβληθεί οι αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ και ποια είναι η βραχυπρόθεσμη επίδρασή τους στην παραγωγή και στη δημοσιονομική θέση κάθε χώρας.

Καμία έκπληξη στην αύξηση των αμυντικών δαπανών – αργή και άνιση πορεία
Η εξέλιξη των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών κινήθηκε γενικά σύμφωνα με τις προβλέψεις του τελευταίου έτους. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΝΑΤΟ, τα οποία εξακολουθούν να βασίζονται σε αυτοαναφορές των κρατών, δείχνουν ότι όλες οι χώρες της ΕΕ που ανήκουν στο ΝΑΤΟ πέτυχαν τον προηγούμενο στόχο του 2% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ στο ΝΑΤΟ ανήλθε στο 2,5%, αυξημένος κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν μόνο στην Ουγγαρία και στην Τσεχική Δημοκρατία, ενώ οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και η Δανία συνέχισαν να βρίσκονται στην κορυφή, με ποσοστά άνω του 3% του ΑΕΠ.

Ο εξοπλισμός οδηγεί την αύξηση των δαπανών
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ προήλθε κυρίως από τις δαπάνες εξοπλισμού, οι οποίες αντιπροσώπευσαν περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από τη συνολική αύξηση των 0,9 μονάδων του ΑΕΠ από το 2021. Μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών, τη μεγαλύτερη αύξηση στις αμυντικές δαπάνες κατέγραψαν η Γερμανία και η Ισπανία.
Σε επίπεδο ΕΕ, οι δαπάνες εξοπλισμού αντιστοιχούν πλέον περίπου στο ένα τρίτο των συνολικών αμυντικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ, έναντι ενός τετάρτου πριν από πέντε χρόνια.
Το ποσοστό αυτό βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ και συμβαδίζει με τις προβλέψεις.
Μέρος της αύξησης αφορά την αναπλήρωση αποθεμάτων που μεταφέρθηκαν στην Ουκρανία και όχι αποκλειστικά νέες επενδύσεις, ωστόσο η συνολική ενίσχυση των αμυντικών δαπανών είναι σημαντική. Εκτιμάται ότι ο εξοπλισμός θα συνεχίσει να αντιπροσωπεύει πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών αμυντικών δαπανών καθώς επιταχύνονται τα πολυετή προγράμματα εκσυγχρονισμού των ευρωπαϊκών στρατών.
Γιατί τα στοιχεία του ΝΑΤΟ είναι υψηλότερα από εκείνα της Eurostat
Οι στρατιωτικές δαπάνες σύμφωνα με τον ορισμό του ΝΑΤΟ είναι συνήθως υψηλότερες από εκείνες που καταγράφει η Eurostat, η οποία διαθέτει στοιχεία μόνο έως το 2024.
Η διαφορά οφείλεται εν μέρει στις διαφορετικές λογιστικές μεθόδους. Το ΝΑΤΟ περιλαμβάνει τις στρατιωτικές συντάξεις και καταγράφει τις δαπάνες σε ταμειακή βάση, ενώ η Eurostat χρησιμοποιεί δεδουλευμένη βάση και περιλαμβάνει επίσης δαπάνες πολιτικής προστασίας που εξαιρούνται από τον ορισμό του ΝΑΤΟ.
Παρά το γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες σύμφωνα με το ΝΑΤΟ κινούνται ελαφρώς πάνω από τις προβλέψεις, απαιτείται προσοχή στην ερμηνεία τους.
Οι προκαταβολές για πολυετείς προμήθειες καταγράφονται άμεσα σε ταμειακή βάση, γεγονός που μπορεί να διογκώνει τα σημερινά μεγέθη πριν από την παράδοση του εξοπλισμού. Επιπλέον, επειδή τα στοιχεία βασίζονται σε αυτοαναφορές των κρατών, εκτιμάται ότι υπερεκτιμούν ελαφρώς τις πραγματικές αμυντικές δαπάνες.
Αμφιβολίες για τις υποδομές του νέου στόχου 1,5%
Με την προσθήκη του νέου στόχου 1,5% για υποδομές, δεν υπάρχει ακόμη σαφής εκ των προτέρων καθορισμός των έργων που μπορούν να ενταχθούν.
Οι οδηγίες του ΝΑΤΟ αναφέρουν ότι υπολογίζονται μόνο τα τμήματα έργων που συνδέονται άμεσα με την άμυνα, όπως η ενίσχυση γεφυρών ώστε να μπορούν να μεταφέρουν βαρέα στρατιωτικά οχήματα, και όχι η κατασκευή ενός ολόκληρου αυτοκινητοδρόμου.
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες χώρες επιχειρούν να εντάξουν ως αμυντικές δαπάνες έργα πολιτικού χαρακτήρα με ελάχιστη στρατιωτική χρήση, όπως νοσοκομεία.
Επιβράδυνση της αύξησης το 2026
Παρά τη σημαντική άνοδο του 2025, δεν αναμένεται η ίδια δυναμική φέτος, καθώς τα προβλήματα παραγωγικής ικανότητας περιορίζουν την ταχύτερη αύξηση.
Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι οι αμυντικές δαπάνες της ΕΕ θα αυξηθούν μόλις κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας το 2,6% του ΑΕΠ.
Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η Γερμανία αναμένεται να αυξήσει τις δαπάνες κατά 0,2 μονάδες του ΑΕΠ, ενώ η Ιταλία και η Γαλλία κατά 0,1 μονάδα. Για την Ισπανία δεν προβλέπεται περαιτέρω αύξηση.
Αντίθετα, η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και οι σκανδιναβικές χώρες αναμένεται να παραμείνουν οι πρωτοπόροι στις αμυντικές δαπάνες.
Μικρότερη εξάρτηση από εισαγωγές από ό,τι αναμενόταν
Η ενίσχυση των δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό ήταν σημαντική τα τελευταία χρόνια, όμως η συμβολή της στη συνολική αύξηση του ΑΕΠ παρέμεινε περιορισμένη.
Ένας βασικός λόγος είναι η μεγάλη διαρροή μέσω εισαγωγών. Παρά το ανεπτυγμένο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα, οι περιορισμένες αρχικές δυνατότητες παραγωγής και τα τεχνολογικά κενά οδηγούν σε σημαντικές εισαγωγές εξοπλισμού.
Αρχικά είχε εκτιμηθεί ότι περίπου το 50% του εξοπλισμού θα εισαγόταν από χώρες εκτός ΕΕ. Ωστόσο, η ανάλυση λεπτομερών εμπορικών στοιχείων δείχνει ότι το πραγματικό ποσοστό είναι περίπου 40%.
Το ποσοστό αυτό πιθανόν είναι αυξημένο λόγω των επειγόντων προμηθειών για την Ουκρανία, όπου προτεραιότητα έχει η ταχύτητα και όχι η εγχώρια παραγωγή.
Η Ευρώπη θα συνεχίσει να εξαρτάται από κρίσιμες τεχνολογίες
Παρότι η επέκταση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μπορεί να μειώσει σταδιακά τις εισαγωγές, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει για πολλά χρόνια να εξαρτάται από το εξωτερικό σε κρίσιμους τομείς.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς, τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας μεγάλης εμβέλειας, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και εντοπισμού, τα τακτικά μεταγωγικά μέσα, τα μαχητικά πέμπτης γενιάς τεχνολογίας stealth και τα μεγάλα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η αυξανόμενη σημασία της τεχνητής νοημοσύνης στα πεδία των μαχών δημιουργεί επίσης τον κίνδυνο η Ευρώπη να υστερήσει στην έρευνα, στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών, παραμένοντας εξαρτημένη από εισαγόμενα μικροτσίπ για την αμυντική της βιομηχανία.
Τα οφέλη διαχέονται στην ευρωπαϊκή βιομηχανία
Σημαντικές διασυνοριακές επιδράσεις παρατηρούνται μέσω κοινών προγραμμάτων παραγωγής και αδειοδότησης, κυρίως σε τεθωρακισμένα οχήματα, πυρομαχικά πυροβολικού και πυραύλους, αλλά και στις αλυσίδες εφοδιασμού μετάλλων, χημικών, πλαστικών και ηλεκτρονικών.
Εκτός από τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, σημαντικοί ωφελημένοι είναι οι διαφοροποιημένες μεταποιητικές βάσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των σκανδιναβικών χωρών.
Παρά ταύτα, η εθνική προτίμηση στις προμήθειες παραμένει ισχυρή. Υπολογίζεται ότι το 75% των προμηθειών εξακολουθεί να κατευθύνεται σε εγχώριες εταιρείες, ενώ ορισμένες χώρες, όπως η Πολωνία, προτιμούν την ταχύτητα προμήθειας έναντι της παραγωγής εντός ΕΕ.
Η άνοδος της αμυντικής παραγωγής αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία
Στους βασικούς αμυντικούς κλάδους, η παραγωγή στην ΕΕ έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2021 και αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 18%.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή προέρχεται από σχετικά χαμηλή βάση και οι συγκεκριμένοι κλάδοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 2% της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής.
Η παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται παράλληλα με την ενίσχυση των κυβερνητικών δαπανών, ενώ η μεταφορά πόρων στον κλάδο, οι υψηλές επενδύσεις και η σταθερή διαρθρωτική ζήτηση δημιουργούν προϋποθέσεις για συνέχιση της ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Παρ' όλα αυτά, στις εφοδιαστικές αλυσίδες οι θετικές επιδράσεις εξουδετερώνονται εν μέρει από άλλους αρνητικούς παράγοντες, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, η αυξανόμενη κινεζική ανταγωνιστικότητα και η ασθενής εξωτερική ζήτηση.
Οι καθυστερήσεις στις παραγγελίες αυξάνονται
Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας αναμένεται να επιταχυνθεί καθώς θα μειώνονται σταδιακά τα σημερινά σημεία συμφόρησης.
Προς το παρόν, η αύξηση των παραγγελιών εξακολουθεί να ξεπερνά την αύξηση της παραγωγής, δημιουργώντας ολοένα μεγαλύτερο ανεκτέλεστο υπόλοιπο.
Παρατηρείται σαφής άνοδος τόσο της παραγωγικής δυναμικότητας όσο και της αξιοποίησής της, καθώς οι υφιστάμενες επιχειρήσεις επεκτείνονται, απορροφούν εργαζομένους από πιο αδύναμους βιομηχανικούς κλάδους και νέες εταιρείες εισέρχονται στην αμυντική αγορά μετατρέποντας υπάρχουσες γραμμές παραγωγής.
Η άμυνα ως αντίβαρο στην κρίση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Η αμυντική βιομηχανία δεν είναι πλήρως προστατευμένη από το αρνητικό σοκ προσφοράς που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς χρησιμοποιεί πετρελαϊκά προϊόντα, αλουμίνιο και μικροτσίπ.
Οι κλάδοι μετάλλων και εκρηκτικών παραμένουν ιδιαίτερα ενεργοβόροι, όμως οι ελλείψεις παραγωγικής δυναμικότητας θεωρούνται ο βασικός παράγοντας που ωθεί τις τιμές προς τα πάνω.
Η στροφή της ΕΕ προς μεγαλύτερη αμυντική αυτάρκεια και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης διαρθρωτικής αναδιάταξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Μέχρι στιγμής υπάρχουν μόνο οι πρώτες ενδείξεις, αλλά η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος της διαρθρωτικής υποχώρησης ενεργοβόρων κλάδων όπως η χημική βιομηχανία.
Οι αμυντικές δαπάνες θα λειτουργήσουν ως «μαξιλάρι» και όχι ως κινητήρας ανάπτυξης
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτελεί έναν από τους λίγους θετικούς παράγοντες ανάπτυξης σε μια περίοδο διαδοχικών αρνητικών σοκ για την Ευρώπη.
Η τάση θεωρείται διατηρήσιμη, ιδιαίτερα λόγω της δημοσιονομικής τόνωσης στη Γερμανία, η οποία αναμένεται να δημιουργήσει θετικές επιδράσεις και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ έως το 2027-2028.
Ωστόσο, οι αμυντικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν κυρίως ως ανάχωμα απέναντι στις οικονομικές πιέσεις και όχι ως πλήρης αντιστάθμισή τους. Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι χαμηλοί, μεγάλο μέρος των δαπανών δεν αυξάνει ουσιαστικά την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας, οι εισαγωγές μειώνουν το τελικό όφελος, ενώ η στενή αγορά εργασίας και το υψηλό κόστος δανεισμού περιορίζουν ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητά τους.
Δημοσιονομικά περιθώρια υπό πίεση
Δεν αναμένεται οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες να χρηματοδοτούνται μόνιμα μέσω ελλειμμάτων. Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες προβλέπεται ότι θα συνοδεύονται από βελτίωση των δημοσιονομικών ισοζυγίων έως το 2030 σε σύγκριση με το 2025.
Όπου αναμένεται δημοσιονομική χαλάρωση, αυτή αφορά κυρίως χώρες που ξεκινούν από σχετικά υγιή δημοσιονομική θέση, όπως η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα.
Τα πιθανά χρηματοδοτικά κενά εκτιμάται ότι θα καλυφθούν μέσω αυξήσεων φόρων ή περικοπών δαπανών, κυρίως σε επιδοτήσεις και όχι σε βασικές κατηγορίες όπως οι συντάξεις και η εκπαίδευση.
Εάν οι κυβερνήσεις δεν καταφέρουν να εξασφαλίσουν τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο, δεν αναμένεται να δώσουν προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες εις βάρος των υφιστάμενων δεσμεύσεων. Αντίθετα, είναι πιθανό να περιορίσουν τις προγραμματισμένες αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες.
Ήδη στην Ιταλία, ένα ελαφρώς υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα από τον κυβερνητικό στόχο εμπόδισε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος και οδήγησε στην αναβολή των προγραμματισμένων αυξήσεων στις στρατιωτικές δαπάνες.
Τέλος, εκτιμάται ότι τα εργαλεία χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ θα διαδραματίσουν περιορισμένο ρόλο, παρά το έντονο ενδιαφέρον για το πρόγραμμα SAFE. Δεκαοκτώ από τα 27 κράτη-μέλη έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για το διαθέσιμο πακέτο των 150 δισ. ευρώ, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Πολωνία που διεκδικεί 43 δισ. ευρώ, ενώ οι πιο «σφιχτές» δημοσιονομικά χώρες του Βορρά –Γερμανία, Ολλανδία και Σουηδία– απουσιάζουν εμφανώς από τη διαδικασία.
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, η υπεραπόδοση ήταν περιορισμένη και ενισχύθηκε από τις λογιστικές μεθόδους καταγραφής, γεγονός που δεν δικαιολογεί αναθεώρηση της πρόβλεψης για μια σταδιακή και ήπια ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία, όπως σημειώνει σε ανάλυσή της η Oxford Economics.
Παρότι η παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού στην Ευρώπη αυξάνεται με ισχυρούς ρυθμούς, οι παραγγελίες αυξάνονται πολύ περισσότερο από την παραγωγική δυναμικότητα. Αυτό δημιουργεί σημεία συμφόρησης και ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ενώ περίπου το 40% των δαπανών για εξοπλισμό κατευθύνεται σε εισαγωγές. Οι συνεχιζόμενοι περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα δυσκολεύουν περαιτέρω αυξήσεις στις δαπάνες εξοπλισμού.
Τα οφέλη από την αυξανόμενη ζήτηση διαχέονται όλο και περισσότερο στην εφοδιαστική αλυσίδα του αμυντικού τομέα, αντισταθμίζοντας εν μέρει το ενεργειακό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τη διαρθρωτική ύφεση της ενεργοβόρας βιομηχανίας.
Η επίδραση είναι πιο έντονη σε προηγμένες εισροές, όπως τα ηλεκτρονικά και τα οπτικά προϊόντα, ενώ σε βασικές εισροές όπως τα μέταλλα και τα χημικά προϊόντα ο επανεξοπλισμός απλώς περιορίζει την πτώση χωρίς να την αντιστρέφει.
Οι περιορισμένες θετικές επιδράσεις στην ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη σημαίνουν ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η οποία χρηματοδοτείται κυρίως μέσω ελλειμμάτων, αποτελεί καθαρή επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά.
Υπό το βάρος και του ενεργειακού σοκ, ενισχύεται η ανάγκη αντιστάθμισης των δαπανών μέσω αυξήσεων φόρων ή περικοπών σε άλλες δαπάνες. Εκτιμάται ότι υπάρχει κίνδυνος επιβράδυνσης των αμυντικών δαπανών στις χώρες με πιο ευάλωτα δημόσια οικονομικά.

Ένας χρόνος μετά τη Σύνοδο της Χάγης
Έχει περάσει ένας χρόνος από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, όπου η Συμμαχία έθεσε νέο στόχο αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ ετησίως (3,5% για βασικές αμυντικές δαπάνες), με ορίζοντα επίτευξης το 2035. Έναν χρόνο μετά, τίθεται το ερώτημα πώς έχουν μεταβληθεί οι αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ και ποια είναι η βραχυπρόθεσμη επίδρασή τους στην παραγωγή και στη δημοσιονομική θέση κάθε χώρας.

Καμία έκπληξη στην αύξηση των αμυντικών δαπανών – αργή και άνιση πορεία
Η εξέλιξη των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών κινήθηκε γενικά σύμφωνα με τις προβλέψεις του τελευταίου έτους. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΝΑΤΟ, τα οποία εξακολουθούν να βασίζονται σε αυτοαναφορές των κρατών, δείχνουν ότι όλες οι χώρες της ΕΕ που ανήκουν στο ΝΑΤΟ πέτυχαν τον προηγούμενο στόχο του 2% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ στο ΝΑΤΟ ανήλθε στο 2,5%, αυξημένος κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν μόνο στην Ουγγαρία και στην Τσεχική Δημοκρατία, ενώ οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και η Δανία συνέχισαν να βρίσκονται στην κορυφή, με ποσοστά άνω του 3% του ΑΕΠ.

Ο εξοπλισμός οδηγεί την αύξηση των δαπανών
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ προήλθε κυρίως από τις δαπάνες εξοπλισμού, οι οποίες αντιπροσώπευσαν περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από τη συνολική αύξηση των 0,9 μονάδων του ΑΕΠ από το 2021. Μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών, τη μεγαλύτερη αύξηση στις αμυντικές δαπάνες κατέγραψαν η Γερμανία και η Ισπανία.
Σε επίπεδο ΕΕ, οι δαπάνες εξοπλισμού αντιστοιχούν πλέον περίπου στο ένα τρίτο των συνολικών αμυντικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ, έναντι ενός τετάρτου πριν από πέντε χρόνια.
Το ποσοστό αυτό βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ και συμβαδίζει με τις προβλέψεις.
Μέρος της αύξησης αφορά την αναπλήρωση αποθεμάτων που μεταφέρθηκαν στην Ουκρανία και όχι αποκλειστικά νέες επενδύσεις, ωστόσο η συνολική ενίσχυση των αμυντικών δαπανών είναι σημαντική. Εκτιμάται ότι ο εξοπλισμός θα συνεχίσει να αντιπροσωπεύει πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών αμυντικών δαπανών καθώς επιταχύνονται τα πολυετή προγράμματα εκσυγχρονισμού των ευρωπαϊκών στρατών.
Γιατί τα στοιχεία του ΝΑΤΟ είναι υψηλότερα από εκείνα της Eurostat
Οι στρατιωτικές δαπάνες σύμφωνα με τον ορισμό του ΝΑΤΟ είναι συνήθως υψηλότερες από εκείνες που καταγράφει η Eurostat, η οποία διαθέτει στοιχεία μόνο έως το 2024.
Η διαφορά οφείλεται εν μέρει στις διαφορετικές λογιστικές μεθόδους. Το ΝΑΤΟ περιλαμβάνει τις στρατιωτικές συντάξεις και καταγράφει τις δαπάνες σε ταμειακή βάση, ενώ η Eurostat χρησιμοποιεί δεδουλευμένη βάση και περιλαμβάνει επίσης δαπάνες πολιτικής προστασίας που εξαιρούνται από τον ορισμό του ΝΑΤΟ.
Παρά το γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες σύμφωνα με το ΝΑΤΟ κινούνται ελαφρώς πάνω από τις προβλέψεις, απαιτείται προσοχή στην ερμηνεία τους.
Οι προκαταβολές για πολυετείς προμήθειες καταγράφονται άμεσα σε ταμειακή βάση, γεγονός που μπορεί να διογκώνει τα σημερινά μεγέθη πριν από την παράδοση του εξοπλισμού. Επιπλέον, επειδή τα στοιχεία βασίζονται σε αυτοαναφορές των κρατών, εκτιμάται ότι υπερεκτιμούν ελαφρώς τις πραγματικές αμυντικές δαπάνες.
Αμφιβολίες για τις υποδομές του νέου στόχου 1,5%
Με την προσθήκη του νέου στόχου 1,5% για υποδομές, δεν υπάρχει ακόμη σαφής εκ των προτέρων καθορισμός των έργων που μπορούν να ενταχθούν.
Οι οδηγίες του ΝΑΤΟ αναφέρουν ότι υπολογίζονται μόνο τα τμήματα έργων που συνδέονται άμεσα με την άμυνα, όπως η ενίσχυση γεφυρών ώστε να μπορούν να μεταφέρουν βαρέα στρατιωτικά οχήματα, και όχι η κατασκευή ενός ολόκληρου αυτοκινητοδρόμου.
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες χώρες επιχειρούν να εντάξουν ως αμυντικές δαπάνες έργα πολιτικού χαρακτήρα με ελάχιστη στρατιωτική χρήση, όπως νοσοκομεία.
Επιβράδυνση της αύξησης το 2026
Παρά τη σημαντική άνοδο του 2025, δεν αναμένεται η ίδια δυναμική φέτος, καθώς τα προβλήματα παραγωγικής ικανότητας περιορίζουν την ταχύτερη αύξηση.
Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι οι αμυντικές δαπάνες της ΕΕ θα αυξηθούν μόλις κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας το 2,6% του ΑΕΠ.
Μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, η Γερμανία αναμένεται να αυξήσει τις δαπάνες κατά 0,2 μονάδες του ΑΕΠ, ενώ η Ιταλία και η Γαλλία κατά 0,1 μονάδα. Για την Ισπανία δεν προβλέπεται περαιτέρω αύξηση.
Αντίθετα, η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και οι σκανδιναβικές χώρες αναμένεται να παραμείνουν οι πρωτοπόροι στις αμυντικές δαπάνες.
Μικρότερη εξάρτηση από εισαγωγές από ό,τι αναμενόταν
Η ενίσχυση των δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό ήταν σημαντική τα τελευταία χρόνια, όμως η συμβολή της στη συνολική αύξηση του ΑΕΠ παρέμεινε περιορισμένη.
Ένας βασικός λόγος είναι η μεγάλη διαρροή μέσω εισαγωγών. Παρά το ανεπτυγμένο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα, οι περιορισμένες αρχικές δυνατότητες παραγωγής και τα τεχνολογικά κενά οδηγούν σε σημαντικές εισαγωγές εξοπλισμού.
Αρχικά είχε εκτιμηθεί ότι περίπου το 50% του εξοπλισμού θα εισαγόταν από χώρες εκτός ΕΕ. Ωστόσο, η ανάλυση λεπτομερών εμπορικών στοιχείων δείχνει ότι το πραγματικό ποσοστό είναι περίπου 40%.
Το ποσοστό αυτό πιθανόν είναι αυξημένο λόγω των επειγόντων προμηθειών για την Ουκρανία, όπου προτεραιότητα έχει η ταχύτητα και όχι η εγχώρια παραγωγή.
Η Ευρώπη θα συνεχίσει να εξαρτάται από κρίσιμες τεχνολογίες
Παρότι η επέκταση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μπορεί να μειώσει σταδιακά τις εισαγωγές, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει για πολλά χρόνια να εξαρτάται από το εξωτερικό σε κρίσιμους τομείς.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς, τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας μεγάλης εμβέλειας, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και εντοπισμού, τα τακτικά μεταγωγικά μέσα, τα μαχητικά πέμπτης γενιάς τεχνολογίας stealth και τα μεγάλα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η αυξανόμενη σημασία της τεχνητής νοημοσύνης στα πεδία των μαχών δημιουργεί επίσης τον κίνδυνο η Ευρώπη να υστερήσει στην έρευνα, στην ανάπτυξη και στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών, παραμένοντας εξαρτημένη από εισαγόμενα μικροτσίπ για την αμυντική της βιομηχανία.
Τα οφέλη διαχέονται στην ευρωπαϊκή βιομηχανία
Σημαντικές διασυνοριακές επιδράσεις παρατηρούνται μέσω κοινών προγραμμάτων παραγωγής και αδειοδότησης, κυρίως σε τεθωρακισμένα οχήματα, πυρομαχικά πυροβολικού και πυραύλους, αλλά και στις αλυσίδες εφοδιασμού μετάλλων, χημικών, πλαστικών και ηλεκτρονικών.
Εκτός από τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, σημαντικοί ωφελημένοι είναι οι διαφοροποιημένες μεταποιητικές βάσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των σκανδιναβικών χωρών.
Παρά ταύτα, η εθνική προτίμηση στις προμήθειες παραμένει ισχυρή. Υπολογίζεται ότι το 75% των προμηθειών εξακολουθεί να κατευθύνεται σε εγχώριες εταιρείες, ενώ ορισμένες χώρες, όπως η Πολωνία, προτιμούν την ταχύτητα προμήθειας έναντι της παραγωγής εντός ΕΕ.
Η άνοδος της αμυντικής παραγωγής αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία
Στους βασικούς αμυντικούς κλάδους, η παραγωγή στην ΕΕ έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2021 και αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 18%.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή προέρχεται από σχετικά χαμηλή βάση και οι συγκεκριμένοι κλάδοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 2% της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής.
Η παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται παράλληλα με την ενίσχυση των κυβερνητικών δαπανών, ενώ η μεταφορά πόρων στον κλάδο, οι υψηλές επενδύσεις και η σταθερή διαρθρωτική ζήτηση δημιουργούν προϋποθέσεις για συνέχιση της ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Παρ' όλα αυτά, στις εφοδιαστικές αλυσίδες οι θετικές επιδράσεις εξουδετερώνονται εν μέρει από άλλους αρνητικούς παράγοντες, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, η αυξανόμενη κινεζική ανταγωνιστικότητα και η ασθενής εξωτερική ζήτηση.
Οι καθυστερήσεις στις παραγγελίες αυξάνονται
Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας αναμένεται να επιταχυνθεί καθώς θα μειώνονται σταδιακά τα σημερινά σημεία συμφόρησης.
Προς το παρόν, η αύξηση των παραγγελιών εξακολουθεί να ξεπερνά την αύξηση της παραγωγής, δημιουργώντας ολοένα μεγαλύτερο ανεκτέλεστο υπόλοιπο.
Παρατηρείται σαφής άνοδος τόσο της παραγωγικής δυναμικότητας όσο και της αξιοποίησής της, καθώς οι υφιστάμενες επιχειρήσεις επεκτείνονται, απορροφούν εργαζομένους από πιο αδύναμους βιομηχανικούς κλάδους και νέες εταιρείες εισέρχονται στην αμυντική αγορά μετατρέποντας υπάρχουσες γραμμές παραγωγής.
Η άμυνα ως αντίβαρο στην κρίση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Η αμυντική βιομηχανία δεν είναι πλήρως προστατευμένη από το αρνητικό σοκ προσφοράς που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς χρησιμοποιεί πετρελαϊκά προϊόντα, αλουμίνιο και μικροτσίπ.
Οι κλάδοι μετάλλων και εκρηκτικών παραμένουν ιδιαίτερα ενεργοβόροι, όμως οι ελλείψεις παραγωγικής δυναμικότητας θεωρούνται ο βασικός παράγοντας που ωθεί τις τιμές προς τα πάνω.
Η στροφή της ΕΕ προς μεγαλύτερη αμυντική αυτάρκεια και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης διαρθρωτικής αναδιάταξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Μέχρι στιγμής υπάρχουν μόνο οι πρώτες ενδείξεις, αλλά η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος της διαρθρωτικής υποχώρησης ενεργοβόρων κλάδων όπως η χημική βιομηχανία.
Οι αμυντικές δαπάνες θα λειτουργήσουν ως «μαξιλάρι» και όχι ως κινητήρας ανάπτυξης
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτελεί έναν από τους λίγους θετικούς παράγοντες ανάπτυξης σε μια περίοδο διαδοχικών αρνητικών σοκ για την Ευρώπη.
Η τάση θεωρείται διατηρήσιμη, ιδιαίτερα λόγω της δημοσιονομικής τόνωσης στη Γερμανία, η οποία αναμένεται να δημιουργήσει θετικές επιδράσεις και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ έως το 2027-2028.
Ωστόσο, οι αμυντικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν κυρίως ως ανάχωμα απέναντι στις οικονομικές πιέσεις και όχι ως πλήρης αντιστάθμισή τους. Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι χαμηλοί, μεγάλο μέρος των δαπανών δεν αυξάνει ουσιαστικά την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας, οι εισαγωγές μειώνουν το τελικό όφελος, ενώ η στενή αγορά εργασίας και το υψηλό κόστος δανεισμού περιορίζουν ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητά τους.
Δημοσιονομικά περιθώρια υπό πίεση
Δεν αναμένεται οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες να χρηματοδοτούνται μόνιμα μέσω ελλειμμάτων. Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες προβλέπεται ότι θα συνοδεύονται από βελτίωση των δημοσιονομικών ισοζυγίων έως το 2030 σε σύγκριση με το 2025.
Όπου αναμένεται δημοσιονομική χαλάρωση, αυτή αφορά κυρίως χώρες που ξεκινούν από σχετικά υγιή δημοσιονομική θέση, όπως η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα.
Τα πιθανά χρηματοδοτικά κενά εκτιμάται ότι θα καλυφθούν μέσω αυξήσεων φόρων ή περικοπών δαπανών, κυρίως σε επιδοτήσεις και όχι σε βασικές κατηγορίες όπως οι συντάξεις και η εκπαίδευση.
Εάν οι κυβερνήσεις δεν καταφέρουν να εξασφαλίσουν τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο, δεν αναμένεται να δώσουν προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες εις βάρος των υφιστάμενων δεσμεύσεων. Αντίθετα, είναι πιθανό να περιορίσουν τις προγραμματισμένες αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες.
Ήδη στην Ιταλία, ένα ελαφρώς υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα από τον κυβερνητικό στόχο εμπόδισε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος και οδήγησε στην αναβολή των προγραμματισμένων αυξήσεων στις στρατιωτικές δαπάνες.
Τέλος, εκτιμάται ότι τα εργαλεία χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ θα διαδραματίσουν περιορισμένο ρόλο, παρά το έντονο ενδιαφέρον για το πρόγραμμα SAFE. Δεκαοκτώ από τα 27 κράτη-μέλη έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για το διαθέσιμο πακέτο των 150 δισ. ευρώ, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Πολωνία που διεκδικεί 43 δισ. ευρώ, ενώ οι πιο «σφιχτές» δημοσιονομικά χώρες του Βορρά –Γερμανία, Ολλανδία και Σουηδία– απουσιάζουν εμφανώς από τη διαδικασία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών